Εν είδη επιλόγου

ΕΝ ΕΙΔΕΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Συγκεφαλαιώνοντας, θα ήθελα να δώσω σε λίγες γραμμές μια συνολική εικόνα της ιστορίας της Σαγιάδας με αφετηρία την πολύ μακρινή εκείνη εποχή που θίξαμε και στην αρχή και για την οποία μόλις αχνοφαίνονται κάποιες μαρτυρίες.

Στις εκβολές του Καλαμά  , κατά τον Κώστα Παπαγεωργίου, υπήρξαν τα παλιά Σύβοτα και ήταν τόπος που έβοσκαν κοπάδια χοίρων και βοοειδών, αλλά και αιγοπροβάτων. Αν λογαριάσουμε και τα άλλα βοσκοτόπια, όπως και τη θάλασσα με τα διβάρια της, συμπεραίνουμε εύκολα πόσο ελκυστικός ήταν ο τόπος. Γι΄αυτό πιστεύουμε ότι ο τόπος αυτός κατοικήθηκε από πολύ παλιά, από τους αρχαίους ακόμα χρόνους. Όταν δε με τις αλυκές άρχισαν να βγάζουν και αλάτι, η ανάπτυξη της περιοχής μας υπήρξε ραγδαία.

Aρχικά, οι εργαζόμενοι έμεναν στα παραθαλάσσια και στον κάμπο, κοντά στους τόπους της δουλειάς τους. Απ΄ αυτούς προέκυψε ο οικισμός της επάνω Σαγιάδας. Αυτοί ανέβηκαν στο βουνό για μεγαλύτερη ασφάλεια και πιο υγιεινό κλίμα. Δημιουργήθηκε έτσι ο πυρήνας του χωριού. Προστέθηκαν βέβαια αργότερα σ΄αυτό και νέοι έποικοι, όπως διασώζει και η παράδοση. Η παλιά Σαγιάδα ήταν μια φυσική ακρόπολη με το κάστρο της, τόπος κατοικίας και καταφύγιο σε καιρό επιδρομών.

΄Οσον αφορά στο όνομα Σαγιάδα, το πιθανότερο φαίνεται να προέκυψε από κάποιον Σαγιά, που κατέφυγε σ΄αυτό το μέρος κάποτε. Απ΄αυτόν πήρε το όνομα η τοποθεσία καιμετάτο χωριό που δημιουργήθηκε εκεί. Οι Ενετοί επέμεναν να αποκαλούν τις Σαγιάδες Bastia (Μπάστια).

Το λιμάνι εξελίχθηκε σε διαμετακομιστικό κέντρο, γνωστό στο χώρο του Ιονίου, της Αδριατικής και ευρύτερα. Απ΄αυτό μέσω Κερκύρας, διακινούνταν εμπορεύματα από λιμάνια της Μεσογείου στα Γιάννινα ως τη Βλαχία και αντιστρόφως. Προκάλεσε μαζί και με τα άλλα δυτικά παράλια της Ηπείρου, το έντονο ενδιαφέρον των κατά καιρούς ισχυρών, όπως Δεσποτών Ηπείρου, Ανδεγαυών, Βενετών, Τούρκων, Γάλλων ακόμα και Αυστριακών. Ο τόπος μας, ιδιαίτερα το λιμάνι μαζί με τις αλυκές και το Στροβίλι και λιγότερο το επάνω χωριό, έγιναν στόχος όλων αυτών που κατείχαν κατά καιρούς το νησί της Κέρκυρας. Γνώρισε τους λαούς της Δύσης, που γνώρισε και η Κέρκυρα και υπέστη ανάλογες επιδράσεις, όχι ασφαλώς στον ίδιο με αυτή βαθμό. Έτσι εξηγείται που οι Σαγιαδινοί διαμόρφωσαν γλωσσικό ιδίωμα και χαραστηρικτικά που διαφέρουν εμφανώς από αυτά των άλλων Ηπειρωτών, και απ΄ αυτά της Τσαμουριάς ακόμη.

Το επάνω χωριό δεν είχε πάντα τους ίδιους δεσπότες με το Σκάλωμα ή τις αλυκές. Πολλές φορές δεν έφταναν ως αυτό οι Ενετοί. Ήταν τουρκοκρατούμενο. Υπήρξε όμως ανέκαθεν και παρέμενε πάντα ελληνόφωνο χριστιανοχώρι, παρότι περιβάλλονταν από εχθρικά μουσουλμανικά χωριά. Αυτό είναι άξιο ιδιαίτερης προσοχής. Κράτησε την ελληνικότητά1 του και το θρήσκευμά του, καθόλη την μακρόχρονη διάρκεια της κατοχής του από τους Οθωμανούς.

Η περίπτωση του αγωνιστή Γρηγόρη Τσόγκα, τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας και στην απελευθέρωση, είναι νομίζουμε χαρακτηριστική της εδραιωμένης εθνικής συνείδησης των κατοίκων της Σαγιάδας. Είδαμε με πόση λαχτάρα περίμεναν «να έρθει το ελληνικό» και στον τόπο τους και πώς το πανηγύρισαν. Μιλήσαμε για τους Σαγιαδινούς στη Μικρά Ασία και στο Β΄ παγκόμιο πόλεμο, την κατοχή και τη διαμάχη τους με τους μουσουλμάνους Τσάμηδες, τους «Τούρκους» όπως τους αποκαλούσαν.

Το 1950 ιδρύθηκε η νέα Σαγιάδα κοντά στο λιμάνι και η παλιά εγκαταλείφθηκε. Άρχισε τότε μια νέα εποχή για το χωριό με σημαντικές εξελίξεις σε όλους τους τομείς παράτο σταμάτημα της λειτουργίας των αλυκών και του λιμανιού.

Αναφερθήκαμε στην επιμονή των Σαγιαδινών να μη δέχονται την επιμιξία με ξένα στοιχεία. Δε θα ήταν υπερβολικό, νομίζω, να πούμε πως χάρη και στη Σαγιάδα, που σε πείσμα των καιρών παρέμενε ελληνόφωνο1 χριστιανοχώρι, σταμάτησαν εδώ τα σύνορα με την Αλβανία και δεν πήγαν πιο μέσα, ως τον Καλαμά και πιο πέρα. Το γεγονός αυτό περιποιεί τιμή και υπερηφάνεια στους κατοίκους του και υποχρέωση στους άλλους Έλληνες της ενδοχώρας και τις κυβερνήσεις μας να μην το ξεχνούν.

Το παράπονο των Σαγιαδινών είναι που δε βρίσκουν καμιά ανταπόκριση από τους καθ΄ ύλην αρμόδιους για την αξιοποίηση του ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος αυτού χώρου της παλιάς Σαγιάδας. Τώρα μάλιστα, που οι Τσάμηδες της Αλβανίας άρχισαν πιο έντονα να φωνασκούν και να διεκδικούν τα εδάφη μας, κάθε ολιγωρία για αποκατάσταση και συντήρηση των πιο αντιπροσωπευτικών κτιρίων του παλιού χωριού καταντά εθνικά επικίνδυνη. Είναι σα να εγκαταλείπουμε μια μαρτυρία ελληνικότητας της περιοχής, την οποία αμφισβητεί η γειτονική μας χώρα. Η αρχιτέκτονας που εργάστηκε στην αρχαιολογική υπηρεσία, Χριστίνα Γόγολου, σε μελέτη της για την παλιά Σαγιάδα, γράφει ότι «επιβάλλεται συνολική αναστήλωση του οικισμού» τώρα. Και τονίζει πως «Θα είναι πολύ αργά για να γίνει αργότερα».

Είναι αυτό απαίτηση των κατοίκων της νέας Σαγιάδας, η οποία (νέα Σαγιάδα) έχει ιστορία μόνο μισού αιώνα, αλλά οι ρίζες της βρίσκονται εκεί ψηλά στο βουνό, στα ερείπια της παλιάς Σαγιάδας, τα οποία αριθμούν πολλούς αιώνες. Και για τις ρίζες τους νοιάζονται όλοι οι άνθρωποι και οι Σαγιαδινοί.

 

Ευχαριστίες

Η εργασία αυτή έγινε με τη βοήθεια κάποιων προσώπων, τους οποίους οφείλω να ευχαριστήσω και από εδώ θερμά.

Πρώτον απ΄ όλους το Μιχάλη Πασιάκο που έθεσε στη διάθεσή μου όλο το αρχείο του το σχετικό με την ιστορία της Σαγιάδας, αλλά και για την πολύτιμη βοήθειά του κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Θερμά ευχαριστώ επίσης και το Σταύρο Ράπτη, καθηγητή Μ. Ε., ο οποίος διάβασε την εργασία και έκανε διορθώσεις.

Μετά οφείλω ευχαριστίες σ΄όσους συγχωριανούς μου βοήθησαν με τις αφηγήσεις τους. Τους αναφέρω ονομαστικά στο κείμενο.

Θα αναφερθώ ιδιαίτερα σ΄έναν απ΄αυτούς, το Γιώργο Γιάτσε. Ήταν ο πιο σημαντικός αφηγητής μου και του χρωστάω πολλά. Του είχα πει ότι σύντομα θα το εκτυπώσω πρόχειρα και θα του το δώσω, για να κάνει τις παρατηρήσεις του και να συμπληρώσει, αν κάτι θυμάται επιπλέον. Δυστυχώς μας έφυγε πολύ ξαφνικά και απροσδόκητα και μας γέμισε λύπη. (Διάβασαν βέβαια την εργασία αυτή σε πρόχειρη εκτύπωση όλοι σχεδόν οι άλλοι αφηγητές μου).

Αρκετά με βοήθησαν και τα δυο παιδιά μου. Ο γιος μου, που με έμαθε να χειρίζομαι τον υπολογιστή και στον οποίο προσέτρεχα κάθε φορά που σκόνταφτα στο χειρισμό του και η κόρη μου, αρχαιολόγος, με τις υποδείξεις της σχετικά με τον τρόπο συγγραφής επιστημονικών μελετών. Ευχαριστίες οφείλω και στη γυναίκα μου που ανέχθηκε να με βλέπει επί ώρες και ημέρες πολλές σκυμμένο στα βιβλία και στον υπολογιστή, χωρίς να διαμαρτύρεται.

Δεν πιστεύω ότι έγραψα όλα όσα έπρεπε και με τον απόλυτο τρόπο που απαιτεί η ιστορική επιστήμη. Είναι πάντα δύσκολο να ψηλαφίσει κανείς τα ίχνη των ανθρώπων που έζησαν αιώνες πριν και πολύ περισσότερο αυτός που δεν είναι ιστορικός. Γι΄ αυτό ίσως η Οριάννα Φαλάτσι είπε ότι η ιστορία είναι ένα παραμύθι. Πάντως έκαμα αυτό που μπορούσα. Ελπίζω στην επιεική κρίση του αναγνώστη για τις όποιες ατέλειες.