7.Οι Σαγιάδες τον 19ο αιώνα


Κεφάλαιο Έβδομο

ΟΙ ΣΑΓΙΑΔΕΣ  ΤΟ 19ο ΑΙΩΝΑ

Το χωριό

Ο 19ος αιώνας αρχίζει με την επικράτηση του Αλή πασά στον τόπο μας. Το 1806 η Πύλη απέσπασε από την Επτάνησο τα λιμάνια των δυτικών παραλίων της Ηπείρου και τα πούλησε στον Αλή πασά . Επί των ημερών του παρατηρείται, όπως σημειώνουμε και σε άλλο κεφάλαιο, αύξηση της εμπορικής κίνησης στα δυτικά παράλια της Ηπείρου, κατά συνέπεια και στο λιμάνι της Σαγιάδας. Με το θάνατο του Αλή, το 1822, όλη η Ήπειρος κατακλύζεται από τα τουρκικά στρατεύματα και τα πράγματα δυσχεραίνουν πολύ.

Ο αιώνας αυτός επιφυλάσσει για τη Σαγιάδα επιπλέον δοκιμασίες. Δυο ισχυρότατες σεισμικές δονήσεις, μια το 1823 και μια δεύτερη το 1872, προκαλούν φοβερές καταστροφές. Και αυτό συνέβη, πριν καλά ο τόπος συνέλθει από τις πολεμικές περιπέτειες και από την πανώλη, «το θανατικό» που είχε ενσκήψει για μια ακόμη φορά στις αρχές του 1800 . Για τους σεισμούς αυτούς μιλάμε παρακάτω. Αλλά, ας δούμε προηγουμένως, τι άλλο μας λένε οι γραπτές πηγές για το χωριό μας τότε.

Ανεπαρκείς και εν πολλοίς αντιφατικές είναι οι μαρτυρίες που έχουμε για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το χωριό. Ο Αραβαντινός έγραφε το 1856 ότι η Σαγιάδα, που στα χρόνια του Δεσποτάτου της Ηπείρου ήταν εκ των αξιολογοτέρων πόλεων της Ηπείρου, σήμερα είναι ένα χωριό . Ο περιηγητής Σλέφλι είναι σαφέστερος. Γράφει ότι «τώρα περιορίστηκε σε ένα μικρό χωριό, του οποίου οι κάτοικοι τρέφονται με ψάρια  ».

O Ηπειρώτης λόγιος Αθ. Ψαλίδας, προγενέστερος του Αραβαντινού (έζησε τα χρόνια 1767-1829), συγκαταλέγει τη Σαγιάδα στα πιο αξιόλογα χωριά της περιοχής  και ο Κ. Βακαλόπουλος στα κύρια εμπορικά κέντρα της Ηπείρου . Αλλά και στο άρθρο του Σαλαμάγκα (Ηπ. Εστία, 1958), όπως αναφέρθηκε, η Σαγιάδα χαρακτηρίζεται ένα «κομψότατο χωριό». Ο δε H. Holland  γράφει ότι «στην κατηφοριά των λόφων παρατήρησα τη μεγάλη πόλη Σαγιάδα».

Δεν πρέπει να παίρνουμε τοις μετρητοίς τις όποιες μαρτυρίες. Δεν ακριβολογεί ο Holland, όταν χρησιμοποιεί τη λέξη πόλη για τη Σαγιάδα. Πιθανότατα ούτε και ο Αραβαντινός, όταν αναφερόμενος στα παλαιότερα χρόνια την αποκαλεί και αυτός πόλη. Η Σαγιάδα ήταν ένα κεφαλοχώρι. Παρατηρούμε πολύ συχνά ανακρίβειες στους διάφορους συγγραφείς. Θα συμφωνήσουμε με τον Κυριάκο Σιμόπουλο που λέει ότι πολλά από όσα γράφουν οι ξένοι (και όχι μόνο, θα λέγαμε) περιηγητές είναι επιπόλαια και ανακριβή .

 

Μαρτυρίες για τους σεισμούς στη Σαγιάδα

 Για τους σεισμούς γράφει ο διακεκριμένος σεισμολόγος Α. Παπαζάχος: «Κατά την ημέρα της Αναλήψεως (1823, Ιούνιος 19), σεισμός κατέστρεψε 2.000 σπίτια στην Ήπειρο. Ιδιαίτερα βλάφτηκε η απέναντι στην Κέρκυρα πόλη της Σαγιάδας». (Ο επόμενος) «σεισμός (Φεβρ.11, 1872) κατέστρεψε σχεδόν πλήρως τα χωριά Σαγιάδα και Κονίσπολη… και σκοτώθηκαν μερικοί άνθρωποι. Παρουσιάστηκαν εδαφικές ρωγμές στη Σαγιάδα» .

Η εφημερίδα ΙΩΑΝΝΙΝΑ της 14-2-1872 περιγράφει πολύ παραστατικά και δια μακρών τα του δεύτερου σεισμού: «Ο κλονισμός ήτο τοσούτον στιγμιαίος και σφοδρός, ώστε οι δυστυχείς κάτοικοι μόλις ηδυνήθησαν να εξέλθωσι των οικιών τους. Εκ των 33, οίτινες ετραυματίσθησαν εκ των κατοίκων του χωριού, οι τρείς απεβίωσαν». «Εκ των εκατόν οικιών και εργαστηρίων του χωρίου οι ενενήκοντα κατεδαφίσθησαν, αι δε μείνασε δέκα όρθιαι δεν δύνανται να κατοικηθώσιν. 900 ψυχαί έμειναν άστεγοι και ασκεπείς, στερούμεναι και αυτής της καθημερινής τροφής των. Αι υλικαί ζημίαι του χωρίου υπολογίζονται εις 1.000.000 γροσίων». «Το έδαφος του χωρίου Σαγιάδος ηλοιώθη τοσούτον ώστε είναι αδύνατον πλέον να μεταβληθεί εις κατοικίαν ανθρώπων , η γη εις πολλά μέρη ήνοιξε εκ δε των χασμάτων τούτων εξέρχεται καπνός θειούχος και οι πέριξ λόφοι καταπίπτουν. Εκ της εκθέσεως των αρχών της αποβάθρας Σαγιάδος πληροφορούμεθα ότι, μετά τον πρώτον σφοδρόν δονισμόν, εντός 2 ωρών 18 φοράς επανελήφθησαν οι σεισμοί». Ο Γεν. Διοικητής Ηπείρου απέστειλε «…εκ Πρεβέζης δι΄επίτηδες απεσταλμένων υπαλλήλων ικανόν αριθμόν σκηνών …ιατρόν» κ.λ. και «Διέταξεν να δοθώσι τροφαί προς ενδεείς εκ των παθόντων» Στη συνέχεια η εφημερίδα εξαίρει το ενδιαφέρον των αρχών και του Σουλτάνου, ο οποίος «διέταξεν να διανεμηθώσι 50.000 γρόσια προς τους ενδεείς εκ των παθόντων».

Ο Σκέντος, για το σεισμό τoυ 1872, λέει ότι έγινε σαράντα μέρες σεισμός και καταστράφηκαν όλα τα σπίτια. Έμειναν μόνο τα Σκενταίικα, του Κοντού, του Άση Φράγκου (Αναστάση Φράγκου) και η Εκκλησία. Το σχολείο έπεσε. Ήρθε γεωλόγος από την Πόλη και είπε να φύγει το χωριό απ΄ αυτόν τον τόπο. Να κατέβει κάτω, χαμηλά. Και είχε δίκιο ο γεωλόγος. Το χωριό ήταν χτισμένο σε περιοχή κατεξοχήν σεισμογενή.

 Όσον αφορά στις πληροφορίες της εφημερίδας, δεν πρέπει να είναι όλες αξιόπιστες. Στο καθεστώς της Τουρκοκρατίας ο Τύπος ελεγχόταν και δεν μπορούμε να κρίνουμε κατά πόσο αληθεύουν αυτά που έγραφε για το ενδιαφέρον των τουρκικών αρχών. Πάντως ο αντίκτυπος του σεισμού στη ζωή των κατοίκων της Σαγιάδας πρέπει να ήταν φοβερός. Επακολούθησε οπωσδήποτε αίσθημα ανασφάλειας και εξαθλίωση. Το χωριό όμως, είχε τις προϋποθέσεις εκείνες που απαιτούνταν για αποκατάσταση των ζημιών και ξαναστήσιμο των νοικυριών σε εύλογο χρονικό διάστημα. Αυτό συμπεραίνουμε από μια μαρτυρία του 1895 για τον πληθυσμό της. Είναι αυτή της τουρκικής στατιστικής της Ηπείρου, για το τέταρτο του αιώνα μετά τον τελευταίο μεγάλο σεισμό, σύμφωνα με την οποία η Σαγιάδα το 1895 είχε 141 χανέδες (σπίτια) και 593 κατοίκους (308 άρρενες και 285 θήλεις) .

Εικάζεται ότι σε πολύ μακρινή εποχή έχουν γίνει σεισμοί τέτοιας έντασης που άλλαξαν τη μορφολογία του εδάφους της Σαγιάδας. Το εγκαταλειμμένο σήμερα χωριό βρίσκεται σε βύθισμα, το οποίο οφείλεται προφανώς σε τέτοια αιτία. Λέγεται ότι παλιά ανέβλυζε νερό, και μάλιστα άφθονο στο μεσοχώρι και συγκεκριμένα στο Λάκκο του Τσόγκα. Μετά όμως από το μεγάλο σεισμό αυτό χάθηκε και βγήκε χαμηλά, όπου είναι τώρα “το Πηάδι”, αλλά πολύ λιγότερο. Από αυτό προμηθεύονταν στο εξής νερό οι Σαγιαδινοί. Και έτσι πρέπει να είναι. Είναι αδιανόητο να χτίζεται χωριό σε μέρος στο οποίο δεν υπάρχει νερό, όπως είναι το μέρος της παλιάς Σαγιάδας.

 

Αλλεπάλληλες ανοικοδομήσεις κτισμάτων

Οι καταστροφές από τους σεισμούς και η προσέλευση νέων εποίκων σε προγενέστερους χρόνους είχαν ως αποτέλεσμα αλλεπάλληλες ανοικοδομήσεις ή κατασκευές νέων κατοικιών. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα κτιρίων. Βρίσκουμε σ΄αυτά περισσότερα του ενός είδη τοιχοποιίας.

Στο μαχαλά Λαγκάδα και συγκεκριμένα στο βορειοανατολικό άκρο αυτού φαίνεται πως βρισκόταν ο πρώτος οικιστικός πυρήνας. Σώζεται εκεί μέχρι σήμερα πύργος .

Οι παλιοί έλεγαν ότι εκεί βρίσκονταν βενετσιάνικες φυλακές χτισμένες σε σπηλιές, μέσα στο βράχο. Αργότερα στο ίδιο μέρος στεγάστηκαν και τούρκικα δικαστήρια. Το μέρος δε αυτό οι κάτοικοι το απέφευγαν γιατί το θεωρούσαν καταραμένο, επειδή είχαν μαρτουρέψει (μαρτυρήσει, βασανιστεί) πολλοί.

Οι Σαγιαδινοί, κάθε φορά που έχτιζαν ένα καινούριο σπίτι, φρόντιζαν να εξαφανίζουν τα σημάδια των παλιών κτιρίων. Aυτό δυσκολεύει τον ερευνητή. Έτσι ελάχιστα είναι τα παλιά απομεινάρια, γιατί τα κάλυπταν. Στα απομεινάρια αυτά συναντάμε μεγάλους μονοκόμματους πεσσούς (κολόνες πόρτας) και υπέρθυρα καθώς και άλλα διακοσμητικά στοιχεία εντοιχισμένα πρόχειρα σε νεότερες οικοδομές.

Επιγραφές με το έτος κατασκευής ή ανακατασκευής είναι πολύ λίγες. Μια τέτοια είναι στο ναό του Αγ. Γεωργίου και αναφέρει ως έτος ανακατασκευής το 1833. Μια άλλη, σε υπέρθυρο σπιτιού που βρίσκεται κάτω από τα Ρεντζελαίικα και ανήκει στην οικογένεια Αντωνίου, αναφέρει έτος κατασκευής 1847. Ο Σκέντος λέει ότι τα σπίτια μας είναι χτισμένα το 1853. Εννοεί ασφαλώς τα Σκενταίικα που βρίσκονται στην Παζάρα τα οποία πρέπει να χτίστηκαν τότε για τους λόγους που αναφέρουμε αμέσως παρακάτω.

Η πύλη στο πυργόσπιτο του Κοντού στο Β.Α. σημείο της παλιάς Σαγιάδας εντυπωσιάζει με το μέγεθός της και τα λιθανάγλυφά της. Είναι ίδιας τεχνοτροπίας με την (πεσμένη σήμερα) πύλη στ΄αρχοντικό του Αντωνίου στην άλλη πλευρά του χωριού και προφανώς καμωμένη από τους ίδιους μαστόρους. Σχεδόν το ίδιο μέγεθος, τα ίδια επίκρανα, τρεις σειρές θολίτες,ο αράπης (αποτροπαϊκός δαίμων) στον κεντρικό θολίτη, ο δικέφαλος αετός, τα σκυλιά-δράκοι, ο σταυρός και η χρονολογία. Η διαφορά στο διακοσμητικό θέμα που περιβάλλει σαν κορνίζα την πόρτα του Κοντού είναι ότι στις βάσεις του έχει κυματιστή κατάληξη.

 Χρειάζεται να διευκρινίσουμε ότι το χωριό χωριζόταν σε δυο μεγάλους μαχαλάδες, στον ανατολικό που καλείται Λαγκάδα και το δυτικό που καλείται Παζάρα. Οι δυο μαχαλάδες είχαν κοινό όριο το Λάκκο του Τσόγκα. Η Παζάρα ήταν σίγουρα πολύ νεότερος οικισμός. Πρέπει να έγινε μετά το 1850, όταν σταμάτησαν οι πειρατικές επιδρομές1. Γι΄αυτό και δε φοβήθηκαν να χτίσουν στο μέρος αυτό, το οποίο φαίνεται με την πρώτη ματιά από τη θάλασσα.

Το γεγονός είναι ότι έγιναν όντως επανειλημμένα ανοικοδομήσεις και κατασκευές νέων κτιρίων, πράγμα που αποδεικνύει και τη μεγάλη διάρκεια ζωής του χωριού.

 

 Το Σκάλωμα

H ρωσοτουρκική συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774 διευκόλυνε τις θαλάσσιες συγκοινωνίες και συνέβαλε στην ανάπτυξη του εμπορίου. Το γεγονός αυτό θα είχε ως συνέπεια την αύξηση της εμπορικής κίνησης και στο Σκάλωμα και τη βελτίωση της ζωής των κατοίκων της Σαγιάδας , δεδομένου ότι η θάλασσα και το λιμάνι ήταν οι κύριες πηγές εισοδήματος για τους Σαγιαδινούς (οι εδαφικές της εκτάσεις ήταν περιορισμένες).

Πράγματι, υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες για το ρόλο που διαδραμάτιζε ο όρμος της Σαγιάδας. Γράφτηκε ότι στις δυτικές ακτές της Ηπείρου η Πάργα και η Σαγιάδα αποτέλεσαν τους σημαντικότερους σταθμούς του θαλασσίου δρόμου προς την Ιταλία κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας . Ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων κατόρθωσε να συγκεντρώσει το μεγαλύτερο όγκο του θαλασσίου εμπορίου της δυτικής ακτής της Ηπείρου σε δύο σημεία, στη Σαλαώρα  και στη Σαγιάδα  .

Άλλες πηγές παρέχουν συγκεκριμένα στοιχεία για το εμπόριο και την κίνηση των λιμανιών της Ηπείρου στο τέλος του 18ου αιώνα . Μας πληροφορούν για την έκταση των εξαγωγών από την ηπειρωτική ενδοχώρα προς τη δυτική Ευρώπη. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, τα προϊόντα που διακινούνται είναι λάδι, καπνά, δημητριακά, βαμβάκι, νήματα, κρασί, ζώα και ξυλεία προοριζόμενη για τη Γαλλία. Σημαντικό μέρος των εμπορευμάτων εξαγόταν ή εισαγόταν με ηπειρωτικά καραβάνια, που έφθαναν στην κεντρική Ευρώπη και τη Μολδοβλαχία με αφετηρία τα Γιάννινα, τα οποία εξελίχτηκαν σύντομα σε βιοτεχνικό κέντρο γουναρικών και βυρσοδεψίας, αλλά και κηροπηγίας και αργυροχρυσοχοΐας. Και η Σαγιάδα, που ήταν το σπουδαιότερο επίνειο των Ιωαννίνων, είδε την εμπορική της κίνηση να αυξάνεται σημαντικά. «Άκουγα από τους γέρους που λέγανε για τα καραβάνια που πήγαιναν στη Βλαχιά», λέει ο Γεράσιμος Τρουμπάτας (84 ετών σήμερα). «Πήγαιναν πολλοί μαζί για να αλληλοβοηθούνται ή συνοδεύονταν από οπλοφόρους, αν ήταν καραβάνια μεγαλεμπόρων».

Από το λιμάνι της Σαγιάδας εξάγονταν το 19ο αιώνα 200.000 οκάδες μαλλιού το χρόνο  .

Ο περιηγητής των αρχών του 19ου αιώνα, ο Γκριγκόρι Λ. Αρς, γράφει για το Σκάλωμα: « Εδώ πιάνουν λιμάνι πολλά διερχόμενα πλοία (πλοία λέει αυτός και όχι βάρκες), η εμπορική κίνηση είναι αυξημένη, τα πλοία φορτώνονται με καπνό, λινάρι, μαλλί, κάθε είδους δημητριακά, αλάτι, οικοδομήσιμη ξυλεία, δέρματα και διάφορα άλλα προϊόντα ».

Επισημαίνεται από τον ίδιο πως στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα μειώνεται ο όγκος του διαμετακομιστικού εμπορίου από το λιμάνι του Δυρραχίου, που “ήταν το πρωτεύον”, εξαιτίας “του ανταγωνισμού των άλλων λιμανιών, όπως της Θεσσαλονίκης και της Σαγιάδας”.

Ο Γιώργος Παπαγεωργίου, αναφερόμενος στην ίδια περίοδο, γράφει ότι οι παλιές οδικές αρτηρίες οι οποίες ξεκινούσαν από τα Γιάννινα και κατέληγαν η μια στην Άρτα με προέκταση την Πρέβεζα και η άλλη στη Σαγιάδα με προέκταση τους Αγίους Σαράντα, εξακολουθούσαν να είναι οι καλύτερες και σημαντικότερες για τη γρήγορη και ομαλή κίνηση του εμπορίου .

«Η αυστριακή κυβέρνηση είχε εκδηλώσει έντονο ενδιαφέρον για την προώθηση των προϊόντων της στη ηπειρωτική αγορά. Η προσπάθειά

της συνεχίστηκε και στα επόμενα χρόνια και μάλιστα με εντατικό ρυθμό. Γύρω στα 1895 είχε σε όλα τα επίνεια της Ηπείρου ταχυδρομεία εφοδιασμένα με επιταγές, που το ποσό τους ανερχόταν σε 673.000.000 φράγκα το χρόνο…. Τα αυστριακά ατμόπλοια της εταιρείας Lioyd αγκυροβολούσαν σε όλα τα λιμάνια της ηπειρωτικής θάλασσας από την Αυλώνα, τους Αγίους Σαράντα, τη Σαγιάδα και την Πάργα ως την Πρέβεζα» .

Ενδεικτικό της κίνησης του λιμανιού είναι ο μεγάλος αριθμός των αδειών του υποϋγειονομείου που έδρευε στο Σκάλωμα. Παραθέτουμε ένα τέτοιο έγγραφο των μέσων του 19ου αιώνα (1858), το οποίο αφορά στο Σαγιαδινό έμπορο Κώτσια Τάση. Την ίδια κίνηση παρουσιάζει το Σκάλωμα και μετά το 1858. Το 1871 το λιμάνι της Σαγιάδας και του Βουθρωτού θεωρούνται τα επισημότερα της επαρχίας .

 

Οι στοιχειώδεις υποδομές του

Όσον αφορά στις υποδομές του λιμανιού, διαπιστώνουμε ότι δεν είναι ανάλογες της μεγάλης κίνησης που παρουσίαζε.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, κατά τον Πουκεβίλ, η κατάσταση του δρόμου Γιάννινα-Σαγιάδα δεν είναι καλή και αυτή του λιμανιού καθόλου κολακευτική. « Ο δρόμος…(αυτός) σημαίνει ταξίδι δεκαεννέα ωρών…οι έμποροι με τις πραμάτειές τους χρειάζονται τρεις μέρες για να τον περάσουν, ιδιαίτερα το χειμώνα με τις κακοκαιρίες, τους φουσκωμένους χείμαρρους και τους άσχημους δρόμους » γράφει. Κατά τους ιστορικούς ήταν συχνό το φαινόμενο να παραμελούνται και να χαλούν οι δρόμοι.

Ο ίδιος ο Πουκεβίλ χαρακτηρίζει το λιμάνι μεγάλο, αλλά από την περιγραφή του δεν προκύπτει κάτι τέτοιο: « Ένα τελωνείο, μια αποθήκη αλατιού, ένας χώρος κλεισμένος με τοίχο, για να συγκεντρώνουν εκεί τα βόδια που είχαν για πούλημα, ένας πύργος, όπου εδρεύει ένας σταθμός φοροεισπρακτόρων, το μικρομάγαζο ενός εμπόρου που πουλάει κρασί  και μερικά τρόφιμα…» Βρίσκει μάλιστα τον όλο χώρο του ακάθαρτο και απωθητικό. Και ο Έντουαρντ Έβερετ, κάνοντας λόγο για το κατάλυμα του Τούρκου αγά στο Σκάλωμα το 1819, δίνει παρόμοια εικόνα για τη βρομιά του. Οι Ευρωπαίοι υπερβάλλουν σ΄αυτό, γιατί κάνουν σύγκριση με το δικό τους πολιτισμένο περιβάλλον. Δεν έχουν όμως και πολύ άδικο.

Ανάλογα γράφονται για το ζήτημα της καθαριότητας και στα άλλα μέρη της Ηπείρου. Ο Χόλαντ βρίσκει βρομιά ακόμα και σ΄ένα περιστασιακό παλάτι του Αλή Πασά στη Σαλαώρα . Πρέπει να συμπεράνουμε πως, για τη μακρινή εποχή που μιλάμε, το φαινόμενο αυτό ήταν ο κανόνας σε πολυσύχναστα ιδίως μέρη. Ας θυμηθούν οι παλιότεροι τα χάνια της δεκαετίας του πενήντα και μέσα ακόμη στα Γιάννινα. Η κατάστασή τους δεν ήταν πολύ καλύτερη.

 Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεπή, που είδε το Σκάλωμα πολύ πιο πριν (το 1670), μας παρουσιάζει εικόνα εντελώς διαφορετική. Φτάνει, θα λέγαμε, στο άλλο άκρο. Γράφει πως το σκάλωμα της Σαγιάδας είναι μεγάλης εμπορικής αξίας (πράγμα που επιβεβαιώνεται και από

άλλους), αλλά στη συνέχεια λέει ότι υπάρχουν σ΄ αυτό «μέγαρα και χάνια για τους ξένους[….]λιθόκτιστες αποθήκες για τα εμπορεύματα» . Και συμπληρώνει ότι για τον ίδιο σκοπό χρησιμοποιούνται και σπίτια του χωριού Σαγιάδας που βρίσκεται πιο πάνω. Παράξενο φαίνεται, ενάμιση αιώνα αργότερα, να παρουσίαζεται η κατάσταση που λέμε παραπάνω.

Οι πληροφορίες είναι ανακριβείς. Η αλήθεια πρέπει να βρίσκεται κοντά στις πρώτες μαρτυρίες. Δεν υπήρχαν ποτέ μέγαρα στο Σκάλωμα. Ο V. Berard  αποκαλεί φτωχολίμανο ακόμη και το λιμάνι του Δυρραχίου. Ο THEΟD. LYMAN, ο οποίος αποβιβάστηκε με βάρκα στο Σκάλωμα από την Κέρκυρα το 1819, μιλάει για μικρή αποβάθρα και ξύλινες παράγκες .

Απ΄ αυτά συνάγεται ότι το Σκάλωμα δεν ήταν παρά ένα λιμανάκι με τις πιο στοιχειώδεις εγκαταστάσεις και υπηρεσίες, που όμως διακινούνταν μέσω αυτού μεγάλος αριθμός εμπορευμάτων. Η έλλειψη υποδομών ήταν και ο λόγος που ο Garnier, όπως είπαμε, μετέφερε το Γαλλικό προξενείο στην Άρτα .

Στο σπίτι του Τούρκου αγά στο Σκάλωμα

Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακά όσα γράφει ο Έντουαρντ Έβερετ  που αφορούν στον Τούρκο  αγά στο Σκάλωμα. Παραθέτουμε εκτενή αποσπάσματα:

Το κατάλυμά του: “Στα βάθη της Τουρκίας να ταξιδεύαμε δε θα βρίσκαμε χαρακτηριστικότερο δείγμα τουρκικής ζωής και τρόπων. Το δωμάτιο ήταν τρισάθλιο, το κάτω διαμέρισμα ήταν των αλόγων, χωρισμένο από το πάνω, των ανθρώπων, με ένα υποτυπώδες πάτωμα. Ήταν δωμάτιο μικρό με κάνα δυο κασέλες και ένα μεγάλο αποθηκευτικό μπαούλο γύρω γύρω. Η στέγη ήταν φτιαγμένη από κορμούς ακατέργαστου ξύλου, καλυμμένη με πλάκες. Δύο παράθυρα δίχως τζάμι, έμεναν ανοιχτά. Ψάθινα χαλάκια αραδιασμένα στον εσωτερικό μισό χώρο και στη γωνία, σε ένα κομμάτι με καλυμμένο χαλί και υπερυψωμένο…με τη βοήθεια ενός στρώματος, κατάχαμα, καθόταν ο αγάς. Πλάι του, στην ίδια στάση, ο γραφιάς του, κρατώντας στο χέρι του ένα χαρτί, χωρίς στήριγμα, πάνω στο οποίο έγραφε[…] Διάφορα όπλα και πιστόλια κρεμασμένα γύρω στο δωμάτιο και ράφια και γωνίες συνέβαλαν σε μια γενική συσσώρευση σκουπιδιών”.

Η υποδοχή: “Μόλις μπήκαμε, ο αγάς με άνεση και μεγαλοπρέπεια μας οδήγησε να καθίσουμε σε μία από τις κασέλες και σύντομα το δωμάτιο γέμισε ακολούθους, υφισταμένους αξιωματικούς του τελωνείου, κουρελιασμένους και βρώμικους στον ύψιστο βαθμό, όλους ντυμένους την πουκαμίσα που ήταν κάποτε “χιονάτη” και το πανωφόρι που, εκτός από μαλλιαρό τώρα ήταν κουρελιασμένο. Στην αθλιότητα της εμφάνισής τους τα πιστόλια, που σχεδόν όλοι είχαν περασμένα στις ζώνες, τους προσέδιδαν ένα τόνο αγριότητας. Οι λαβές των πιστολιών ήταν ως επί το πλείστον διακοσμημένες με ασήμι. Ο πιο εντυπωσιακός[…] ήταν ένας νέγρος-βαμμένος στην πιο σκούρα μελάνη-κουρελιάρης και άθλιος[…] που κουβαλούσε στη ζώνη κι ένα τεράστιο μαχαίρι…”

Τα πριν το δείπνο : “Αφού καθίσαμε κυκλικά στο πάτωμα, ο αγάς, ένας Έλληνας που μόλις είχε γυρίσει από μια δουλειά του Αλή πασά στην Κέρκυρα, εμείς οι δυο, κι ένας δυο Αλβανοί, τοποθέτησαν στη μέση μια πιατέλα όπου σιγόβραζε ζάχαρη με κανά δυο πορτοκάλια καθαρισμένα και κομμένα, ενώ στο κέντρο ήταν γεμάτο σύκα […] Καθώς τα πορτοκάλια μοιράστηκαν μπροστά στα μάτια μας από τα πιο άπλυτα χέρια του μαύρου, μου είχε φύγει κάθε όρεξη να φάω[…] Αφού πήραν τα πορτοκάλια, μας έφεραν κάποιο είδος ελαφρύ οινοπνευματώδες και το σερβίρισαν στον καθένα μας σ΄ ένα μικρό ποτήρι, το ίδιο για όλη την ομήγυρη.

Έπειτα ένας ξυπόλυτος και ξεκάλτσωτος (για να μην πούμε τίποτε χειρότερο) Αλβανός έφερε μία μεγάλη πλατιά μπακιρένια λεκάνη με μία κανάτα νερό και, γονατίζοντας μπροστά στον αγά, έχυνε νερό στα χέρια του. Το ίδιο έκανε μετά και σε μας και την ώρα που μας έδιναν μια βρώμικη πετσέτα για να σκουπιστούμε ο αγάς μας προέτρεπε να χαιρόμαστε που δεν υπήρχε πανούκλα στη χώρα”…

Το δείπνο: “Τώρα έφεραν ένα στρογγυλό τραπέζι με σχιστόλιθο από κάτω που το ανέβαζε από το έδαφος. Αυτό τοποθετήθηκε στη μέση του κύκλου και σε λίγο έφτασε το δείπνο, ένα ψάρι τηγανητό …και αρνί ραγού.

Ανά ζεύγη έδωσαν ένα πιάτο κι ένα πιρούνι και μας σέρβιραν πριν από όλους τους άλλους. Μετά επέπεσαν και οι υπόλοιποι βουτώντας τα δάχτυλά τους στα πιάτα….

Κανένα ποτήρι (κρασί) δεν επιτρεπόταν να μείνει ακίνητο ή άδειο ούτε λεπτό. Κι όμως δεν υπήρχε ούτε πήγαινε-έλα, ούτε βιασύνη, Αφού φάγαμε[…] η παρέα ,όλοι εκτός από μας, ξαναπλυθήκαν καλά, ιδίως τα στόματά τους, με σαπουνάδα “

Η εικόνα ρυπαρότητας και πρωτογονισμού είναι πραγματικά απίστευτη. Θυμίζει τρωγλοδίαιτους. Έχουν όμως, όπως εξηγήσαμε, κάποια υπερβολή όλα αυτά και καλό είναι να μην είμαστε και απόλυτοι. Πάντως, με τα σημερινά δεδομένα οι συνθήκες στέγασης και διαβίωσης πρέπει να υπήρξαν πρωτόγονες.

Καυχιέται ο αγάς που, χάρη στα αυστηρά του μέτρα, δεν έχουν προσβληθεί από την πανώλη. Είχε καταστεί πραγματικά εφιάλτης η φοβερή αυτή ασθένεια. Αποδεκάτιζε πληθυσμούς και είχε επανειλημμένα ενσκήψει και στα μέρη μας όπως είπαμε.

Και στο τέλος του 19ου αιώνα η κατάσταση στο Σκάλωμα δεν αλλάζει. Να τι γράφει η εφημερίδα «Φωνή της Ηπείρου» στις 6 Αυγούστου  1893: “Από τινος χρόνου η αυστριακή ατμοπλοϊκή εταιρία «Λόϋδ» ήνοιξεν εβδομαδιαίαν γραμμήν μεταξύ Σαγιάδας- Κερκύρας, λίαν ευδοκίμως λειτουργούσα υπο την διεύθυνσιν του πράκτορος κ. Ξενοφώντος Τάση. Πιστεύομεν ότι η αναπτυχθείσα ήδη συγκοινωνία θα διανοίξη τα όμματα των κοιμωμένων εγχωρίων αρχών και θα ενεργήσωσι να επιδιορθωθεί ολίγον ο λιμήν και τα εν τη αποβάθρα οικήματα.(…)”