1.Γεωγραφικά στοιχεία


Κεφάλαιο Πρώτο

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ  ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Ο τόπος

Η Σαγιάδα είναι το τελευταίο ελληνικό χωριό στη βορειοδυτική Ήπειρο, απέναντι από την Κέρκυρα. Ψηλά στο βουνό, σε υψόμετρο 450 μ., βρίσκεται η παλιά Σαγιάδα και στους πρόποδες, κοντά στο λιμάνι, η νέα Σαγιάδα.  Στο ανατολικό άκρο του παλιού χωριού είναι ο λόφος Βούνος και στο δυτικό το υψωματάκι Βίγλα. Στο κέντρο διακρίνεται ο  ναός του Αγίου Γεωργίου με το καμπαναριό του.

 Οι ντόπιοι θα δείξουν στον ξένο, ο οποίος επισκέπτεται το νέο χωριό, την  κορυφογραμμή που χωρίζει  τη χώρα μας από την Αλβανία. Πάνω από την παλιά Σαγιάδα, δεξιά στην κορυφή του βουνού , στη θέση Λυκογιάννη, διακρίνεται ένα κτίριο. Είναι το αλβανικό φυλάκιο. Δεξιά του, χαμηλότερα από τη θέση αυτή, μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα υπήρχε και το ελληνικό φυλάκιο.

Σήμερα στην περιοχή της Σαγιάδας υπάρχουν δυο ελληνικά φυλάκια.  Το ένα, βορειοδυτικά στο βάθος, κρυμμένο πίσω από το λόφο, είναι το φυλάκιο Μαυρομάτι και το δεύτερο βρίσκεται στο λόφο πάνω από το λιμάνι όπου υπάρχει μια μικρή συστάδα δέντρων. Λίγο πιο κάτω από το φυλάκιο Μαυροματίου κατασκευάστηκε τελευταία το ελληνικό τελωνείο, στο οποίο καταλήγει φαρδύς ασφαλτοστρωμένος δρόμος. Είναι ο δρόμος που συνδέει την Ελλάδα με την Αλβανία. Στην είσοδο του νέου χωριού είναι ο πευκόφυτος λοφίσκος Καστρί . H πλαγιά πάνω από το συνοικισμό Κωτσέκι λέγεται Πλασιές.

Το λιμάνι της Σαγιάδας, το Σκάλωμα (εκεί που σκαλώνουν τα πλοία), βρίσκεται στην άκρη  πολύ μικρής χερσονήσου. Η όλη χερσόνησος είναι μια στενή λωρίδα γης η οποία συνδέει το λιμάνι με την ξηρά από τα βορειοδυτικά. Στο Σκάλωμα καταλήγει ο αμαξιτός δρόμος που  κατασκευάστηκε το 1926 .

Η στενή αυτή λωρίδα αποτελούσε το φυσικό λιμενοβραχίονα για ένα μικρό και αβαθές αλλά ασφαλές λιμάνι που πρέπει να χρησιμοποιήθηκε από την αρχαιότητα. Οι Βενετοί οχύρωσαν την περιοχή του λιμανιού και την ονόμασαν Bastita και Bastia (προμαχών, προτείχισμα, φρούριο)  .

Οι Βενετσιάνοι ονόμασαν την άκρη της χερσονήσου της Σκάλας (το σημερινό Σκάλωμα) «extra punto» – ακραίο σημείο-και το τοπωνύμιο αυτό επέζησε μέχρι σήμερα παραλλαγμένο σε «Στραπούντο».

Ανάμεσα από το Σκάλωμα και το Στροβίλι είναι το Αλαμάνι δίπλα από το χώρο των κατασκηνώσεων του ΥΠ.Ε.Π.Θ.

Οι κατασκηνώσεις του Υπουργείου Παιδείας Σαγιάδας ιδρύθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970 μετά από επίμονες προσπάθειες του επιθεωρητή Δημοτικής εκπαίδευσης Φιλιατών Χρήστου Γκόγκα και έκτοτε λειτουργούν τους θερινούς μήνες ανελλιπώς.

Στην ίδια ευθεία με τις κατασκηνώσεις είναι η παραλία Κεραμίδι, η πλαζ της Σαγιάδας. Η πρόσβαση γίνεται από τον καινούριο δρόμο που οδηγεί στο τελωνείο.

Νοτιοανατολικά του λιμανιού της Σαγιάδας είναι οι αλυκές, οι οποίες σήμερα δε λειτουργούν. Σκεπάζονται κατά ένα μεγάλο μέρος τους από τα έργα αποστράγγισης και άρδευσης του κάμπου της Σαγιάδας. Μπροστά από τις παλιές αλυκές βρίσκεται το πολύ μικρό νησάκι με το εκκλησάκι της Αγιο-Λένης και μετά απ΄αυτό η περιοχή της Μπαστιάς  . Δυτικά του Μαυρονόρους (Μαυροβουνίου) Κεστρίνης είναι το ιχθυοτροφείο ο Βόντας  .

Στον κάμπο Σαγιάδας απλώνει νωχελικά τα πόδια ο λόφος της Μαστιλίτσας και νοτιότερα ορθώνεται το Μαυροβούνι. Ανάμεσά τους ρέει, στη νέα κοίτη του, ο Καλαμάς και σμίγει με τη θάλασσα, την τόσο στενά δεμένη με όλες τις γενιές των Σαγιαδινών. 

 

Οι δρόμοι για τη Σαγιάδα

Ο  δρόμος  Φιλιάτες – Σαγιάδα

Ο δρόμος  που συνέδεε τη Σαγιάδα με τους Φιλιάτες ήταν λιθόστρωτο μονοπάτι. Τα καραβάνια και οι πεζοί χρειάζονταν δυο και πλέον ώρες για να τον διανύσουν. Μέχρι και τη δεκαετία του 1950, που δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, ο κόσμος πήγαινε και ερχόταν απ΄ αυτόν.

  Σήμερα είναι ασφαλτοστρωμένος αμαξιτός δρόμος μήκους 17 χιλιομέτρων και τον διανύει κανείς με αυτοκίνητο σε ένα τέταρτο της ώρας. Οι εργασίες για τη χάραξη και την κατασκευή του άρχισαν το 1925 από ξένο μηχανικό και το Σαγιαδινό εργοδηγό Γ. Τρουμπάτα. Το πρώτο αυτοκίνητο που δρομολογήθηκε Φιλιάτες-Σαγιάδα ήταν το 19341.

Ο δρόμος αυτός εξυπηρετεί,, εκτός της Σαγιάδας, και τους παρακάτω οικισμούς:   

Το Πλαίσιο. Είναι η παλιά Πλεσίβιτσα, το ελληνικό  χωριό της κυρά Βασιλικής, συζύγου του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, με αξιόλογη εμπορική και βιοτεχνική επίδοση τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και αργότερα. Ο αμαξιτός δρόμος που ξεκινά από τον κεντρικό και ανηφορίζει για  το Πλαίσιο κατασκευάστηκε το 1950.

Την κοιλάδα της Σκέφαρης με τους μοναδικούς στην περιοχή αλευρόμυλους. Λειτουργούσαν μέχρι και πριν από λίγες δεκαετίες.

Την Κώτσικα, παλιό μουσουλμανοχώρι, που άνοιξε πόλεμο με το Πλαίσιο, στο οποίο σήμερα ζουν κτηνοτροφικές οικογένειες. Μας οδηγεί εκεί ο δρόμος από τη γέφυρα του Μπογαζιού.

Τα “Τσατσαίικα”, όπου άλλοτε το “Κασνέτσι” με το βυζαντινό κάστρο, ψηλά  στο βουνό πριν από το Μπογάζι.

Το Σμέρτο, οικισμός  με κυρίως μουσουλμανικό άλλοτε πληθυσμό , ο οποίος σήμερα κατοικείται από  ντόπιους δικούς μας και φερτούς από κοντινά ελληνικά χωριά.

Το Ασπροκκλήσι, νεόκτιστο χωριό,στην απλωσιά αμέσως μετά τις στροφές του Σμέρτου, στα πόδια της εγκαταλειμμένης μουσουλμανικής Λιόψης. Το Ασπροκκλήσι είναι σήμερα έδρα του δήμου Σαγιάδας.

O Πουκεβίλ που επισκέφθηκε την Ελλάδα και την Ήπειρο τα χρόνια του Αλή Πασά έκανε τη διαδρομή αυτή έφιππος. Αξίζει να τον παρακολουθήσουμε:

«Από τους Φιλιάτες παίρνουμε ίσια το δρόμο για τους Σαγιάδες. Κατεβαίνουμε μια βαθιά χαράδρα, περνάμε τη ρεματιά της… στρίβουμε δυτικά… και φτάνουμε στο Σκέφαρι, τουρκοχώρι με ογδόντα οικογένειες. Στα δεξιά μας έχουμε τη μικρή πεδιάδα της Πλισιβίτσας…Ένα ποταμάκι διασχίζει διαμετρικά αυτή τη λεκάνη και από τα νερά του δουλεύουν δεκαπέντε μύλοι, που καταλήγουν στο Θύαμι. Στη μικρή κοιλάδα που ποτίζει διακρίνουμε στην κορυφή ενός κωνικού βουνού ένα φρούριο (το Κασνέτσι) με τείχη και οχυρωμένο, που θα πρέπει, καθώς γειτονεύει με το Βουθρωτό, να είναι το Ίλιο…

Τα τείχη του, που είναι τα καλύτερα διατηρημένα  στην Ήπειρο, με κάνουν να εικάσω πως η θέση αυτή καταλήφθηκε στρατιωτικά μετά την κατάληψη της χώρας από τους Τούρκους. Η θέση  αυτή είναι το κλειδί του περάσματος της Κόσκας, που οδηγεί στην κάτω λεκάνη του Καλαμά, μέσα στην πεδιάδα του Δελβίνου.

Κάτω από τη Σκέφαρη ολόκληροι αγροί είναι φυτεμένοι με πορτοκαλιές…Πιο πέρα απ΄αυτούς τους μύλους και αφού διασχίσουμε τη μικρή πεδιάδα και ανέβουμε ένα αντέριμα  θα φτάσουμε στο χωριό Σμάρτο ή Μύρτος (ο Σμέρτος) που φαίνεται και από την Κέρκυρα. Συνεχίζοντας το δρόμο κατεβαίνουμε σε μια ευρύχωρη έκταση γεμάτη κοπάδια και κατάφυτη από μύρτα, σχοίνα, από ψηλούς ασφόδελους και φασκομηλιές. Η πεδιάδα αυτή έχει πολλά και μεγάλα φίδια και όποιος ταξιδεύει πεζοπορώντας πρέπει να είναι προσεκτικός. Αυτή η πεδιάδα έχει για σύνορα τον Καλαμά και τη θάλασσα, ενώ στα βόρεια περιβάλλεται από μια άνυδρη οροσειρά και σε μια από τις πλαγιές της υψώνεται σαν πυραμίδα το τουρκικό χωριό Λιόπεσι (η Λιόψη). Τα νερά των πηγών του… προκαλούν συχνές υδρωπικίες, προπάντων στους νέους…

Τρία τέταρτα της λεύγας  από το Λιόπεσι, στην ίδια αλυσίδα βουνών και ένα μίλι από το εμπορικό μονοπάτι, αφήνουμε προς βορρά το χριστιανικό χωριό Σαγιάδα.  Πιο πέρα, αφού παρακάμψουμε την κατεστραμμένη τοποθεσία της Γκάβελης  εγκαταλειμμένα αλατωρυχεία και ευρύχωρες λιμνοθάλασσες, φτάνουμε στη σκάλα, που είναι το μεγάλο λιμάνι της ακτοπλοΐας της Θεσπρωτίας »..

Ο δρόμος Ηγουμενίτσα-Σαγιάδα

Η επικοινωνία με την Ηγουμενίτσα γινόταν με λιθόστρωτο δρόμο και διάβαιναν το ποτάμι, νοτίως του σημερινού φράγματος Καλαμά, με βάρκα.

Μετά την κατασκευή του φράγματος τη δεκαετία του 1960 διανοίχτηκε χαλικόστρωτος αμαξιτός δρόμος. Σήμερα αυτός έχει ασφαλτοστρωθεί και συνδέει τη Σαγιάδα  με την Ηγουμενίτσα.  Ακολουθεί, από την Ηγουμενίτσα βορειοδυτικά, τις παρυφές της πεδιάδας του Καλαμά. Εξυπηρετεί τα χωριά του δήμου Σαγιάδας: Κεστρίνη. Είναι η παλιά Σκουπίτσα στους πρόποδες του Μαυροβουνίου (Μαυρονόρους).

Ράι, με την ιστορική μονή του, όπου υπάρχει το φράγμα του Καλαμά και η αρχαία Γιτάνη (Γκούμανη).

Σμέρτος. Ο οικισμός ψηλά στο λόφο, για τον οποίο έγινε και πιο πάνω λόγος.

Ασπροκκλήσι. Νεόκτιστο χωριό όπως ειπώθηκε,  στην περιοχή της άλλοτε μουσουλμανικής Λιόψης. Σ΄αυτή εγκατέστησαν το 1954 τους κατοίκους της παλιάς ακριτικής Λιντίστας και οικογένειες  Βλάχων και Σαρακατσάνων. Ψηλότερα  διακρίνονται τα  ερείπια της Λιόψης, μισοκρυμμένα ανάμεσα σε πυκνά  ελαιόδεντρα. Στην κορυφή ξεχωρίζει το σαράϊ του μπέη.

 

Ο δρόμος Σαγιάδα- Γιάννινα

Ο δρόμος Σαγιάδα-Γιάννινα ήταν εκείνος που ακολουθούσαν από αιώνες οι νομάδες κτηνοτρόφοι οι οποίοι κατέβαιναν από την Πίνδο την άνοιξη με τα κοπάδια τους, για να ξεχειμωνιάσουν στα βοσκοτόπια των εκβολών του ποταμού Θύαμη ή Καλαμά. Ο δρόμος αυτός ήταν χαραγμένος πάνω σε αρχαία μονοπάτια.

Όταν κατασκευάστηκαν οι αλυκές της Σαγιάδας στο μεσαίωνα, έγινε και δρόμος του αλατιού για τα Γιάννινα και την ενδοχώρα της Ηπείρου. Η σχέση αυτή της Σαγιάδας και των Γιαννίνων διαφαίνεται για πρώτη φορά στα 1387, όταν τις αλυκές της Σαγιάδας κατείχε ο δεσπότης των Ιωαννίνων Esau Bouondelmonti.  Από τότε που οι Ενετοί κατέλαβαν την Κέρκυρα (1386) και την απέναντι αυτής ηπειρωτική ακτή, ενισχύεται το εμπόριο και το λιμάνι της Σαγιάδας συνδέει πλέον μόνιμα τα δυο μεγάλα εμπορικά κέντρα Γιάννινα-Κέρκυρα. Ο δρόμος συγκεντρώνει έτσι την προσοχή και φροντίδα των ενδιαφερομένων. Οι Βενετοί οχύρωσαν την τοποθεσία και φρόντισαν το δρόμο προς το εσωτερικό για την ασφάλεια του εμπορίου.

Ο δρόμος αυτός, παρόλο που δεν έπαυε να είναι ένας από τους βασικούς δρόμους της Ηπείρου,  συχνά εγκαταλειπόταν και καταντούσε δύσβατος. Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή, που πέρασε από τον τόπο μας το 1670, έγραψε: «Οι δρόμοι του είναι στενοί και δύσβατοι. Αμάξια δεν υπάρχουν καθόλου και μονάχα  αγωγιάτες με φορτηγά ζώα πηγαινοέρχονται ως την Ανδριανούπολη και τη Σόφια . Ο Νικόλας Σκέντος, ο αφηγητής μας, λέει ότι ο Αλή Πασάς είχε δώσει διαταγή οι αγωγιάτες να κρατούν στα χέρια τους μια πέτρα, κάθε φορά που διάβαιναν το δρόμο αυτό,  και να τη ρίχνουν όπου αυτός ήταν χαλασμένος. Το 1743 ανακατασκευάζεται ο δρόμος από τους Τούρκους και επεκτείνεται ως τη Λάρισα.

Τα μονοπάτια για το λιμάνι, τον κάμπο  και τα γύρω χωριά.

Το μονοπάτι για το λιμάνι κατέβαινε από τα Σκαμνάκια (κάτω από τη Βίγλα) στο συνοικισμό πάνω από το λιμάνι (το Κλώκερ) και τέλος στο λιμάνι. Απ΄ αυτό κουβαλούσαν τα περισσότερα «πράματα» στο χωριό. Δυνατοί άντρες ανέβαζαν στο χωριό ακόμα και βαρέλι γεμάτο με πετρέλαιο στην πλάτη. Λέγεται πως μια γυναίκα, βαριά φορτωμένη, δεν άντεξε την ανηφόρα αυτή και  πέθανε.

Επίσης, μονοπάτι από  και προς το Σκάλωμα υπήρχε στη δυτική πλαγιά της Βίγλας με την απότομη κλίση. Αυτό ήταν για τους λίγους που δεν έφεραν φορτίο.

Για τον κάμπο κατέβαινε ένα μονοπάτι από το Πηάδι στις Πλασιές, έκοβε κάθετα  το δρόμο (παλιά ήταν γκαλντερίμι) που πήγαινε για τα Γιάννινα, για να  καταλήξει στον κάμπο και στη Σκουπίτσα (σημερινή Κεστρίνη). Κάτω από το σημερινό φράγμα του Καλαμά υπήρχε η βάρκα γι΄ αυτούς που ήθελαν να περάσουν πέρα από το ποτάμι.

Από το Πηάδι ξεκινούσε και άλλο μονοπάτι που έστριβε ανατολικά στα Παλιάμπελα, έφτανε στους πρόποδες του Βούνου  (στον Αϊ-Θανάση) και το Λάκκο της Κιτέζας, όπου και βρισκόταν το σύνορο με τη Λιόψη. Κατέληγε κι αυτό στον κεντρικό δρόμο, αλλά ανατολικότερα στο σημερινό κτήμα του Γάκη και συναντούσε το δρόμο για τα Γάννινα. Ίχνη του μαρτυρούν πως ήταν δρόμος στρωμένος με πέτρες καλντερίμι ως το χωριό από τον οποίο διάβαιναν και κάρα.

Τον ίδιο δρόμο της Κιτέζας μπορούσε να πάρει κανείς από τον Αϊ-Δημήτρη. Είναι αυτός στο μεγαλύτερο μέρος  του οποίου   χαράχτηκε  ο αυτοκινητόδρομος σήμερα.

Άλλο μονοπάτι ήταν αυτό που συνέδεε τη Σαγιάδα με την Κονίσπολη. Από τη  Βίγλα περνούσε το «λάκκο τση Κωτσιαλέξαινας», ανέβαινε στην κορυφογραμμή στην τοποθεσία Παλιοκκλησιά όπου βρίσκονταν κατάλοιπα κάστρου  και κατηφορούσε στην Κονίσπολη.   

Τέλος Β.Α. της παλιάς Σαγιάδας, στην τοποθεσία Λουστριά ήταν το μονοπάτι που σε έβγαζε στην Πλεσίβιτσα (το Πλαίσιο). Στα Λουστριά υπήρχαν τα μαντέμια (νταμάρια) απ΄όπου έβγαζαν την πέτρα για τις οικοδομές τους οι Σαγιαδινοί και την κουβαλούσαν με ζώα ή τη ζαλώνονταν οι γυναίκες.

Στο Πηάδι οδηγούσαν, φυσικά, αρκετά μονοπάτια από την Παζάρα και από την Λαγκάδα. Το κεντρικό ήταν αυτό που κατηφορούσε από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στον Άγιο Νικόλαο, έστριβε αριστερά κάτω από τον Μπούρμπουλα και έφτανε στο νεκροταφείο του χωριού, τη Μαρίτσα, και στο Πηάδι. Παρακλάδι του ίδιου για το

Πηάδι, σωστός κατσικόδρομος,  ήταν αυτό που έστριβε από τον ΑϊΝικόλα δεξιά. 

Τοποθεσίες αρχαιολογικού ενδιαφέροντος στην περιοχή

Οι τοποθεσίες στην περιοχή που παρουσιάζουν ιστορικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον είναι οι εξής:

Εντός των ορίων της  περιοχής  Σαγιάδας

Η Κιτέζα. Μικρό φρούριο Β.Α. της νέας Σαγιάδας, καθώς βγαίνουμε από το χωριό. Η περιοχή προσφέρεται για παρατηρητήριο και το οχυρό ίσως να χτιστηκε επί Αλή πασά, όταν προσπαθούσε να ελέγξει τα στενά της Κέρκυρας.

 

Οι αλυκές και το νησάκι της «Αγιο-Λένης» Νοτιοανατολικά του λιμανιού, είπαμε, βρίσκονται οι αλυκές και μπροστά απ΄ αυτές το πολύ μικρό νησάκι της Αγιολένης με τα ερείπια ενός κυκλικού οικοδομήματος. Είναι ο πύργος που προστάτευε το χώρο αυτό . 

Το Στροβίλι είναι κωνικός λοφίσκος κοντά στο λιμάνι, όπου υπάρχουν ερείπια οχυρωμένου Βυζαντινού οικισμού με χριστιανικό ναό. Το όνομά του ίσως οφείλεται στο σχήμα του που μοιάζει με κουκουνάρι (βυζαντινός στρόβιλος=κουκουνάρα). Αποτελούσε λόγω θέσης για κάποιο διάστημα το ισχυρότερο φρούριο της περιοχής της λωρίδας Σαγιάδας.

Το  Αλαμάνι. Eίναι δίπλα από τις κατασκηνώσεις, όπου υπάρχουν ίχνη ρωμαϊκού οικισμού, καλυμμένου σήμερα από τα νερά της θάλασσας. Σε απόσταση 10 μ. περίπου από την ακτή αποκαλύφτηκαν και ανασκάφτηκαν ένα μικρό κτίριο και 10 τάφοι των πρώτων μεταχριστιανικών χρόνων. Υπήρχαν επίσης στην περιοχή αυτή τάφοι Κερκυραίων στρατιωτών του β΄ παγκοσμίου πολέμου. Τα οστά τους μεταφέρθηκαν από τους οικείους τους στην Κέρκυρα . Το όνομά του προέρχεται από στην Ανδηγαυϊκή οικογένεια των Αλαμάνι (Alamanno) της Κέρκυρας

Το Καστρί. Πευκόφυτος λόφος, δεξιά όπως μπαίνουμε στο χωριό. Βρέθηκαν υπολείμματα μικρού οχυρού των ελληνιστικών χρόνων. Δεν αποκλείεται στο λόφο αυτό να βρισκόταν το κάστρο της Σαγιάδας, για το οποίο γίνεται λόγος από πολλούς και του οποίου δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τη θέση. Εξάλλου, από τη λέξη κάστρο προέκυψε το όνομα Καστρί. Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν πως πρόκειται για μικρό φυλάκιο στρατιωτικού χαρακτήρα.

Το Μαναστήρι (Μοναστήρι). Είναι η τοποθεσία λίγο πιο πάνω από το νέο χωριό, όπου αναβλύζει νερό που συγκεντρώνεται σε δεξαμενή. Εκεί έλεγαν οι ντόπιοι ήταν παλιά μοναστήρι, το οποίο κατέστρεψαν οι πειρατές και χτίστηκε μετά αυτό στο Γιρομέρι, μακριά από τη θάλασσα. Σπασμένα βυζαντινά κεραμίδια στο χώρο αυτό καθιστούν πιθανή την παράδοση για την ύπαρξη  μοναστηριού.

Η Μαστιλίτσα. Ο λόφος στα Ν.Α. του νέου χωριού. Στην κορυφή υπάρχει τειχισμένος οικισμός και ναός των αρχαίων χρόνων. Στις υπώρειές του ανασκάφτηκαν κιβωτιόσχημοι ρωμαϊκοί τάφοι και λείψανα ρωμαϊκής  έπαυλης.

Στην ευρύτερη περιοχή

Ο πύργος του Ραγίου. Βρίσκεται σε λόφο, αριστερά του δρόμου από Ηγουμενίτσα. Αποκαλύφτηκαν το 1988 λείψανα οχυρωμένου οικισμού Ελληνιστικών χρόνων. Στο χώρο  κυριαρχεί ο «Πύργος του Αγά», κτίσμα του 19ου αιώνα, ο οποίος σήμερα έχει αναστηλωθεί και στεγάζει έκθεση φωτογραφιών των αρχαιοτήτων της περιοχής.

Η μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ραγίου. Είναι μια πολύ πλούσια μονή, χτισμένη σε λόφο του χωριού Ραγίου. Στην ακμή της είχε 150 μοναχούς. Χτίστηκε τον 11ο ή τον 12ο αιώνα, λεηλατήθηκε πολλές φορές από τους Τούρκους και καταστράφηκε τον 18ο αιώνα. Ανακαινίσθηκε το 1865-1886. Σήμερα σώζεται το καθολικό της παλιάς μονής βυζαντινού ρυθμού. Το εσωτερικό του είναι κατάγραφο με τοιχογραφίες.

Η Γιτάνη. Η αρχαία πρωτεύουσα των Θεσπρωτών ιδρύθηκε το 4ο αιώνα π. Χ.  και καταστράφηκε από τα στρατεύματα των Ρωμαίων, το 167 π. Χ. Στην εποχή της ακμής της αριθμούσε 6.000-8.000 κατοίκους. Τα αρχαιότερα ίχνη κατοίκησης στην περιοχή ανάγονται στην εποχή του χαλκού.

Το Κασνέτσι. Το μεσαιωνικό ή κατ΄ άλλους ρωμαϊκό κάστρο «Κασνέτσι» είναι ασβεστόχτιστο, ενισχυμένο με επτά ορθογώνιους πύργους. Αυτό έλεγχε την πεδιάδα της Γιτάνης και τη διάβαση προς Κώτσικα-Βουθρωτό. Στο εσωτερικό του σώζεται ασβεστόχτιστη δεξαμενή, καμαροσκέπαστη. 

Η χερσόνησος της Λυγιάς με δύο τειχισμένους οικισμούς (αρχαία Τορώνη). Βρίσκεται μεταξύ παλιάς κοίτης Καλαμά και Ηγουμενίτσας.

Η παράδοση κάνει λόγο για τα χωριά Μαυρομαντίλα και Μαντούκα στους πρόποδες του Μαυροβουνίου (Μαυρονόρους), των οποίων όμως δε σώζονται ίχνη.

 

Το λιμάνι της Κερασιάς κοντά στις νέες εκβολές του Καλαμά, για το οποίο έχουμε γραπτές μαρτυρίες και του οποίου σώζονται κάποια ίχνη.