10.Τα κρίσιμα χρόνια


Κεφάλαιο Δέκατο

ΤΑ ΚΡΙΣΙΜΑ ΧΡΟΝΙΑ

Δυο χρονολογίες ορόσημα: 1830 και 1913

Με την επανάσταση του 1821 συντελείται η εθνική μας παλιγγενεσία. Ξαναγεννιέται το Έθνος μας. Το 1830 αναγνωρίζεται ελληνικό κράτος μετά την τετρακοσίων χρόνων τουρκική σκλαβιά. Όμως, τα όρια του ιδρυθέντος τότε κράτους ήταν εξαιρετικά περιορισμένα. Άφηνε έξω πολλές ελληνικές περιοχές, μεταξύ των οποίων και την Ήπειρο. Έτσι το όνειρο που περίμεναν να γίνει πραγματικότητα και για το οποίο αγωνίζονταν οι Ηπειρώτες αργούσε ακόμη να΄ρθεί. Θα περνούσαν άλλα ογδόντα και πλέον χρόνια καταπίεσης και σκληρών αγώνων. Για τους Ηπειρώτες ο αγώνας αυτός θα συνεχισθεί μέχρι το Φλεβάρη του 1913, όταν έπεσαν τα Γιάννινα και ελευθερώθηκε η Ήπειρος.

 Δύο καίριας σημασίας γεγονότα, λοιπόν, διαδραματίζονται σ΄αυτή την περίοδο, η ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830 και η απελευθέρωση της Ηπείρου το 1913.

 

Ο αγώνας για την απελευθέρωση της Ήπείρου και ο Γρηγόρης Τσόγκας

Τα δίσεκτα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι υπόδουλοι ραγιάδες, τουλάχιστο μια αξιόλογη μερίδα τους, όπως μαρτυρούν οι ιστορικοί, δεν κάθονταν πάντα “φρόνιμα”, να υποκλίνονται στα αφεντικά και να κλαίνε τη μοίρα τους. Κάθε φορά που κάποια από τις μεγάλες χριστιανικές δυνάμεις της εποχής τους έδινε ελπίδα, άρπαζαν τα όπλα κατά της Τουρκιάς κι ας το πλήρωναν πάντα πολύ ακριβά. Οι Ηπειρώτες δεν μπορούσαν ν΄ αποτελέσουν εξαίρεση. Οι πιο γενναίοι απ’ αυτούς εντάσσονταν σε κινήματα κατά των κατακτητών.

 Στα επαναστατικά κινήματα που έγιναν από τα πρώτα κιόλας χρόνια της τουρκοκρατίας πήραν μέρος και οι Σαγιαδινοί μαζί με άλλους κατοίκους της περιοχής . «Γαλουχημένοι με το όραμα της αναστάσεως του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, οι Ηπειρώτες της Χιμάρας, της Αγυιάς, της Πάργας, της Σαγιάδας, της Ρηνιάσας και άλλων θεσπρωτικών χωριών από το 1463 μάχονται, μαζί με τους Ενετούς, εναντίον των Τούρκων και το 1475 ματαιώνουν τις προσπάθειες του τουρκικού στρατού προς ανακατάληψιν της περιοχής». Αυτά διαβάζουμε σε έκδοση της Βιβλιοθήκης της Ηπειρωτικής Εταιρείας Αθηνών .

Υπάρχει μια γραπτή μαρτυρία για τον επόμενο αιώνα που αναφέρεται σε κάποιο Σαγιαδινό. Γράφει ο ιστορικός Κ. Βακαλόπουλος: «Ένας από τους πληροφοριοδότες-κατασκόπους των Ισπανών σχετικά με τις κινήσεις των Οθωμανών αναφέρεται κάποιος Ηπειρώτης από τη Σαγιάδα, ο Ιωάννης, ο οποίος βρήκε τραγικό θάνατο μαζί με την οικογένειά του στα 1576, όταν οι Τούρκοι αποκάλυψαν ότι επί 25 ολόκληρα χρόνια διαβίβαζε στη Νεάπολη πληροφορίες σχετικές με τις κινήσεις των οθωμανικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Βορειοδυτική Ελλάδα ». Μιλήσαμε επίσης για τους δυο Σαγιαδινούς αγωνιστές του 1821, τους Νικόλαο Τζάμη και Κων/νο Νικολάου.

Ο Αλ. Λιβαδέας, αναφερόμενος στην Ήπειρο, γράφει ότι στην ύπαιθρο υπήρχαν άφθονα μαχητικά στοιχεία, αλλά δε διεσώθησαν ονόματα .

Στη Θεσπρωτία διακρίνεται τα τελευταία χρόνια της Οθωμανοκρατίας ο φλογερός Σαγιαδινός αγωνιστής Γρηγόριος Τσόγκας, για τον οποίο κάναμε λόγο και στο προηγούμενο κεφάλαιο. Όπως αφηγούνται οι παλαιότεροι στο χωριό, ο Γρηγόρης έδρασε επικεφαλής ομάδας ανταρτών από το 1910 και μέχρι την απελευθέρωση το 1913. Ήταν τα ελληνικά αντάρτικα αυτά σώματα  που σχηματίστηκαν με το εθνικό προσκλητήριο που σάλπισε η Ηπειρωτική Εταιρεία. Πρόεδρος αυτής της Εταιρείας, στην οποία θα επανέλθουμε και παρακάτω, ήταν ο Παναγιώτης Δαγκλής .

Οι Σαγιαδινοί μολογάνε, ακόμα και σήμερα, πόσο εκτιμούσε ο Δαγκλής τον αγωνιστή Γρηγόρη Τσόγκα. Αυτός τον γνώρισε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, με το κόμμα του οποίου ο Γρηγόρης εκλέχτηκε βουλευτής, μετά την απελευθέρωση.

Λένε μάλιστα στη Σαγιάδα ότι ο Δαγκλής τον αγαπούσε τόσο που ήθελε να του δώσει για γυναίκα την κόρη του. Ο Γρηγόρης πέθανε πολύ νέος, στα τριανταπέντε του χρόνια. Η ασθένεια τον κατέτρυχε επί μακρόν και τον εμπόδιζε να παρακολουθεί τις συνεδριάσεις της βουλής.

Καθώς ήταν γόνος εύπορης οικογένειας, έθεσε στη διάθεση του αγώνα όχι μόνο τον εαυτό του, αλλά και μεγάλα χρηματικά ποσά. Παρείχε εξ ιδίων όπλα και άλλα αναγκαία για τον απελευθερωτικό αγώνα1. Έτσι, όταν κάποτε μουσουλμάνοι Λιάπηδες με συμμετοχή και Τσάμηδων πολιόρκησαν το γειτονικό χωριό Πλεσίβιτσα, φόρτωσε κρυφά σαράντα μουλάρια με τσουβάλια άλευρα και τα πήγε στους αποκλεισμένους, για να κρατήσουν και να μη παραδοθούν.

Ο Σκέντος αναφέρεται στο γεγονός με λεπτομέρεια . Οι Πλαίσιοι, λέει, έδιωξαν βίαια μια ομάδα μουσουλμάνων κακοποιών που ασχημονούσαν μέσα στο χωριό τους (ήταν παρόμοια με την ομάδα κακοποιών που πήγε και στη Σαγιάδα, για την οποία μίλησε ο Σκέντος). Σκότωσαν μάλιστα οι Πλαίσιοι και έναν από την ομάδα των Μουσουλμάνων που παραφέρθηκαν. Φάνηκαν πιο γενναίοι από τους Σαγιαδινούς, oμολογεί ο αφηγητής μας, γιατί αυτοί είχαν «γύρα-γύρα» όλο χριστιανικά χωριά.

Τότε επιτέθηκε κατά του Πλαισίου ο πατέρας του σκοτωμένου Μουσουλμάνου, Μουχαρέμ Ρουσίτ από την Κώτσικα, με ομάδα ενόπλων και έγινε “μακελειό” . Σκοτώθηκαν δυο Πλαίσιοι και οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες πολιόρκησαν στενά το χωριό συνεπικουρούμενοι και από τους Λιάπηδες. Οι Πλαίσιοι βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, μείνανε και από τρόφιμα.

 Ο Γρηγόρης Τσόγκας μίσθωσε βλάχους με τα μουλάρια τους, τα φόρτωσε άλευρα από τις αποθήκες του πατέρα του στο Σκάλωμα και τα έστειλε νύχτα στην Πλεσίβιτσα. Συνέστησε στους βλάχους να τυλίξουν με χοντρό ύφασμα τα πέταλα των μουλαριών για να μην ακούγονται. Έτσι κι έγινε. Ήταν όμως ανεπαρκή τα τρόφιμα αυτά. Χρειάστηκε να πάνε και δεύτερη φορά, αλλά οι βλάχοι φοβήθηκαν, «σκότωναν και το μουλάρι κι αυτουνούς μαζί», και δεν ήθελαν να πάνε. Πήγε τότε και ο Γρηγόρης μαζί τους. Να η περιγραφή από τον Σκέντο:

 

Αποφασίζει να πάει και μόνος του ο Γρηγόρης.

 «Μπροστά αυτός με το μάλιγχερ στα γόνατα (ήταν έφιππος) και πίσω οι βλάχοι με σαράντα άλογα φορτωμένα. Τράβηξαν νύχτα από το Μπογάζι: « λάκκο-λάκκο μπήκαν στον ελαιώνα της Πλεσίβιτσας και έφτασαν στο χωριό». Τον είδαν από την Κώτσικα, αλλά ο Μουχαρέμ Ρουσίτ είπε: «Ο Τσόγκας είναι; Αφήστε τον. Μην τον πειράζετε. Δεν τα΄ βγαζε ντότι πέρα μαζί του»  . Ενέπνεε τρόμο στους εχθρούς του ο Γρηγόρης! Αυτό δείχνει πόσο σημαντική ήταν η δράση και η συμβολή του στον αγώνα.

Φαίνεται ότι και ο πατέρας του Κώτσια Τσόγκας, που ήταν τότε πρόεδρος στη Σαγιάδα, επιδοκίμαζε και συνεργούσε. Πώς αλλιώς θα έδινε τα άλευρα από τις αποθήκες του; Τον είδαμε και ως πρόεδρο, κατά την επιδρομή των μουσουλμάνων κακοποιών να βγαίνει μπροστά, για να υπερασπιστεί το χωριό. Τον ίδιο καιρό ο Γρηγόρης έφτασε ως την Αμερική  και κάλεσε τους ομογενείς μας να συστρατευθούν στο μεγάλο αγώνα. Συνδύαζε, όπως όλοι ομολογούσαν, γενναιότητα, εξυπνάδα και μόρφωση. Είχε φοιτήσει στο Δημοτικό και το Σχολαρχείο της Σαγιάδας και μετά στο Γυμνάσιο της Κέρκυρας. Γράφτηκε και στη Νομική Αθηνών.Μετά την απελευθέρωση έδειξε επίσης μεγάλη δραστηριότητα: αντιπρόσωπος των Φιλιατών στην ανακήρυξη της αυτονομίας της Βόρειας Ηπείρου στο Αργυρόκαστρο, γραμματέας στο επαρχείο Φιλιατών, Διοικητικός Επίτροπος στο Μαργαρίτι και τέλος βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου.

Σήμερα η προτομή του επιφανούς ανδρός Γρηγόρη Τσόγκα κοσμεί την είσοδο του λιμανιού της Σαγιάδας.

Θα αφηγηθούμε παρακάτω ένα επεισόδιο που σχετίζεται με τη δράση του Γρηγόρη τις παραμονές της απελευθέρωσης από τον Οθωμανικό ζυγό.

 

Τα όπλα μέσα στους τάφους

Επειδή στο χωριό τριγύριζαν συνεχώς Τούρκοι ζανταρμάδες  ή και στρατιώτες, τα όπλα που έφερε με ψαροκάικα από την Κέρκυρα ο Γρηγόρης Τσόγκας   (60 γκράδες κατά τον Δήμο Αντώνη), ώσπου να προωθηθούν στα ελληνικά αντάρτικα, τα έκρυψαν μέσα σε μνήματα στο προαύλιο της κεντρικής εκκλησίας του χωριού. Εκεί βρίσκονταν τάφοι ιερέων. Πήγαν όμως Τούρκοι στρατιώτες και άφησαν τα άλογά τους στο χώρο αυτό. Τεράστιος ήταν ο κίνδυνος να παρασύρουν τ’ άλογα κάποιες πλάκες και ν’ αποκαλυφθούν τα όπλα. Έντρομοι οι γνωρίζοντες το μυστικό συσκέπτονταν πώς να διώξουν αποκεί τα ζώα. Τελικά πήγε ο παπα-Σπύρος, παπάς του χωριού, Σαγια-

δινός αγωνιστής κι αυτός γενναίος, να τους πει πως οι χριστιανοί θεωρούν το χώρο του νεκροταφείου κατεξοχήν ιερό και πως είναι μεγάλη αμαρτία να βεβηλώνεται αυτός με τις πατημασιές και τα κόπρανα των ζώων. Τους παρακαλούν θερμά να τα απομακρύνουν. Οι Τούρκοι πείσθηκαν και τα απέσυραν. Έτσι αποσοβήθηκε μια μεγάλη συμφορά που αλλιώς ανέμενε τους κατοίκους της Σαγιάδας. Τέτοια παράτολμα εγχειρήματα δείχνουν πνεύμα αυταπάρνησης και αυτοθυσίας.

 

 Ο Γρηγόρης μέλος της Ηπειρωτικής Εταιρείας

Με το πνεύμα αυτό της αυταπάρνησης και αυτοθυσίας ξεκίνησαν και οι άνδρες, οι οποίοι ίδρυσαν στις 25-3-1906 στην Αθήνα την Ηπειρωτική Εταιρεία. Η Εταιρεία αυτή ιδρύθηκε από το μεγάλο Βορειοηπειρώτη αγωνιστή υπομοίραρχο Σπύρο Σπυρομήλιο, γνωστό με το ψευδώνυμο “Σάσων”, και με τη συνεργασία εξεχόντων Ηπειρωτών, το πλείστον αξιωματικών. Ήταν μυστική πατριωτική οργάνωση που είχε σκοπό να προετοιμάσει το έδαφος για την απελευθέρωση της Ηπείρου από τον τουρκικό ζυγό, τονώνοντας το ηθικό φρόνημα που είχε αρκετά καταπέσει ύστερα από σκλαβιά 500 περίπου χρόνων. Συγκρότησε αντάρτικα σώματα που θα συνέπρατταν με τον τακτικό ελληνικό στρατό στο μελλοντικό του απελευθερωτικό αγώνα της Ηπείρου . Σύστησε γι΄αυτό τμήματα και κύκλους κυρίως στις πολιτείες και ομάδες στα χωριά. Τα μέλη της ομάδας που ονομάζονταν “Ελευθερωταί» έδιναν όρκο επί του ιερού Ευαγγελίου: «…ότι θέλω χύσει και την τελευταία ρανίδα του αίματός μου προς απελευθέρωσιν της φιλτάτης μας πατρίδος Ηπείρου  …» Μέλος, λοιπόν, αυτής της οργάνωσης ήταν ο Γρηγόρης. Και ήταν υψηλόβαθμο στέλεχός της, γιατί επέλεγε και όρκιζε νέα μέλη. Ο ανιψιός του, Γρηγόρης Τσόγκας, αφηγείται πώς μια Μεγάλη Παρασκευή όρκισε ως νέο μέλος της Εταιρίας δεσπότη της περιοχής. Στο τραπέζι που του παρέθεσαν στα Τσογκαίικα δημιουργήθηκε, λέει, πρόβλημα με το φαγητό που δεν ήταν νηστήσιμο και ο δεσπότης δίστασε να φάει, αλλά τελικά τον έπεισαν και έφαγε. Στους άντρες του Γρηγόρη συγκαταλέγονταν, όπως μαρτυρούν στη Σαγιάδα, ο Χρήστος Λιώλος από το Μουρσί, οι Σαγιαδινοί Σπύρος Αναγνώστης και Χρίστος παπάς ή Κίτσο Δημήτρης, ο Θεόδωρος Κατσέλης και o Θωμάς Τσούτσης από τον Άγιο Βλάση, ο Θεόδωρος Τσαμαδός και άλλοι.

Ο γιος του τελευταίου, Χρίστος Τσαμαδός, συγχωριανός, αφηγείται ιστορίες από τη ζωή του πατέρα του με το Γρηγόρη Τσόγκα. Αναφέρεται σε μια περίπτωση που τον χρησιμοποίησε για σύνδεσμο με αντάρτικα σώματα τα οποία είχαν σχηματισθεί μέσα στη Βόρεια Ήπειρο. Ο Θόδωρος Τσαμαδός είχε μητρική του γλώσσα τα αλβανική.

 Οι πληροφορίες για Κατσέλη και Τσούτση προέρχονται από τη Σαγιαδινή γυναίκα του Αχιλλέα Θ. Κατσέλη, Θεοφανή (Φάνιω) και άλλους Σαγιαδινούς. Ο Κατσέλης ήταν μεγάλο παλλικάρι, τον φοβόνταν πολύ οι «Τούρκοι», λέει και ο συγχωριανός του Τάσιος Παππάς.

κά (καταγόταν από το αλβανόφωνο χριστιανικό χωριό Mουρσί1) και ήταν γι΄αυτό κατάλληλος για μια τέτοια αποστολή. Όταν επέστρεψε από την αποστολή, βρήκε τον καπετάν Γρηγόρη με άλλα παλικάρια να έχουν ψήσει μοσχάρι και να το γλεντούν στην αυλή στα Τσογκαίικα. Η σκηνή θυμίζει κάτι από κλέφτες και αρματωλούς.

Στο Μουρσί ήταν όλοι Έλληνες χριστιανοί, λέει Βορειηπειρώτισσα από τη Βρίνα, αλλά στις αλβανικές ταυτότητες φέρονταν ως Αλβανοί, γιατί μιλούσαν αλβανικά.

Διηγείται ακόμα, ο ίδιος ο γιος του Τσαμαδού μια ιστορία, για το πώς δοκίμασαν τον πατέρα του, προκειμένου να τον δεχτούν στην αντάρτικη ομάδα τους. Τον διέταξαν να σκοτώσει τον επιφανή συγχωριανό και φίλο Κώτσια Τάση, αλλά την τελευταία στιγμή παραφύλαξαν και τον απέτρεψαν φυσικά.

 Οι άνδρες αυτοί με το Γρηγόρη πολέμησαν δίπλα και στον ελληνικό στρατό που πολιορκούσε τα Γιάννινα, απ΄ όπου εστάλησαν και στη Βόρεια Ήπειρο για αντιπερισπασμό. Μαζί του στη Β. Ήπειρο πήγε αργότερα και ο Θεόδωρος Γιάτσες, ο πατέρας του Γιώργου Γιάτσε. Ο Γρηγόρης είχε συνδεθεί τότε στενά με τον αξιωματικό Ν. Τσίπουρα, για τον οποίο θα κάνουμε λόγο και σε επόμενο κεφάλαιο. Εθελοντές στο ελληνικό στρατό πήγαν το 1912-13 και άλλοι Σαγιαδινοί, όπως οι Βασίλειος Αντωνάδος, Αθανάσιος Σκέντος, Μιχάλης Μάντος και Λάζαρος Μάντος. Εξ αυτών οι δύο τελευταίοι σκοτώθηκαν τότε. Ένας άλλος Σαγιαδινός που πολέμησε το ΄12 ήταν και ο Γιώργος Σκανταλέτος, που έφυγε μετά στη Γαλλία, για να γυρίσει επισκέπτης στο χωριό, γέρος πλέον, στα τελευταία του.

 

Η περίπτωση της στράτευσης των μη Μουσουλμάνων

Οι Νεότουρκοι το 1909, όπως είπαμε, κατάργησαν το χαράτσι και επέβαλαν τη στράτευση των μη μουσουλμάνων υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έγινε τότε υποχρεωτική εγγραφή στους στρατιωτικούς καταλόγους . Διατάχθηκαν οι υπόχρεοι να παρουσιαστούν στο στρατολογικό γραφείο στα Γιάννινα για να εγγραφούν. Όσοι ήταν όμως μυημένοι στο Ηπειρωτικό Κομιτάτο, όπως αυτοί που προαναφέραμε, δεν πήγαν. Έγιναν φυγόστρατοι και καταδιώκονταν . Οι Τούρκοι, στις παραμονές του πολέμου του 1912, πήρανε καμιά σαρανταριά Σαγιαδινούς να τους κατατάξουν στο στρατό τους, λέει ο Σκέντος. Δεν ξεκαθαρίζει τι απέγινε μ΄αυτούς, αλλά είναι διαφωτιστικά επ΄αυτού τα όσα γράφει ο Μ. Κικόπουλος στο έργο του «Ελαφότοπος». Γράφει: “Τα σύννεφα του πολέμου, που άρχισαν σιγά, σιγά να σκεπάζουν τον ουρανό των Βαλκανίων, έκαναν τους Τούρκους να σκεφτούν πως ήταν παράλογο κι επικίνδυνο να εκγυμνάσουν και να εξοπλίσουν οι ίδιοι τους αυριανούς τους αντιπάλους, αλλά και η αντίδραση των ιδίων των Τούρκων από το φόβο μήπως οι Χριστιανοί τους επισκιάσουν μέσα στο στρατό, συντέλεσαν ώστε να ματαιωθεί οριστικά η στράτευση των μη Μουσουλμάνων υπηκόων του τουρκικού κράτους .” Έτσι γλίτωσαν τη μεγάλη δοκιμασία, Έλληνες αυτοί, να στρατευθούν από τους Τούρκους και να πολεμήσουν εναντίον του ελληνικού στρατού που ερχόταν να τους απελευθερώσει. Γλίτωσαν, επομένως, τη στράτευση και οι παρουσιασθέντες στα Γιάννινα Σαγιαδινοί και επέστρεψαν στο χωριό τους.