11.Η απελευθέρωση από την Οθωμανοκρατία


Κεφάλαιο Ενδέκατο

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΟΚΡΑΤΙΑ

Οι αντάρτικες ομάδες, «τα κομιτάτα», το Φλεβάρη του 1913

Ο Γρηγόρης Τσόγκας με τους άντρες του τις παραμονές της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων, όπως ειπώθηκε, βρισκόταν στο Μπιζάνι δίπλα στο σκληρά αγωνιζόμενο ελληνικό στρατό. Ο στρατός συνεργάστηκε όντως τότε με τα αντάρτικα ελληνικά επαναστατικά σώματα. Η συμβολή τους στον απελευθερωτικό αγώνα του 1912-1913 ήταν πολύ μεγάλη, γράφει ο Κων. Βακαλόπουλος.

 Ο ίδιος γράφει για τις τεταμένες σχέσεις με το αλβανικό στοιχείο που έκανε πιο δύσκολο τον απελευθερωτικό αγώνα. Το γεγονός δηλαδή ότι, εκτός από τον Τούρκο, είχαν να κάμουν και με τους Αλβανούς δυσκόλευε πάρα πολύ τον αγώνα των αντάρτικων ομάδων μας κατά του Τούρκου δυνάστη. Το καθεστώς του Ηπειρωτικού ελληνισμού επιδεινωνόταν ραγδαία όχι μόνο από τις διώξεις των Νεότουρκων, αλλά και από τις επιπτώσεις των αλβανικών επαναστατικών κινημάτων λόγω της γενικής αναρχίας που επικρατούσε. Ιδιαίτερα για τον καζά Φιλιατών, γράφει ότι εκδηλώθηκε σπουδαιότατη αλβανική δραστηριότητα…”το νέο κίνημα των Αλβανών είχε αναζωπυρώσει την αλβανική αντάρτικη δράση , είχε πολλαπλασιάσει τις βιαιοπραγίες και δολοφονίες σε βάρος του ελληνικού στοιχείου… ». Αυτό αποθράσυνε ακόμη περισσότερο τους μουσουλμάνους Τσάμηδες . Οι αντάρτικες ομάδες μας, όπως αυτή του Γρηγόρη, καλούνταν να τα βάλουν με την Οθωμανική αυτοκρατορία μέσα σε αυτό το πολύ εχθρικό περιβάλλον. Διμέτωπος ήταν ο αγώνας τους. «Οι μπέηδες της Θεσπρωτίας και οι τουρκικές συμμορίες συνέχισαν την τρομοκρατική τους δράση μέχρι την απελευθέρωση της Ηπείρου. Αλλά από το 1908 αντιμετώπισαν την αντίδραση των ένοπλων δικών μας αντάρτικων ομάδων», γράφει ο Κ. Βακαλόπουλος .

Η ανθελληνική αυτή τακτική των «Τούρκων» και των μπέηδων συμπατριωτών μας σταμάτησε μόνο, όταν πληροφορήθηκαν πως έπεσαν τα Γιάννινα και ο ελληνικός στρατός φτάνει ήδη στα μέρη μας. Τότε άλλαξαν τακτική και έσπευσαν να δηλώσουν υποταγή στο νέο καθεστώς.

 

Πήραμε ορέ τα Γιάννενα!

Στο χωριό, η χαρμόσυνη είδηση πως πήραμε τα Γιάννενα ακούστηκε με μεγάλο ενθουσιασμό. Ήταν τις πρωινές ώρες που ο κόσμος ξεκινούσε για τον κάμπο και μόλις μαθεύτηκε, πήραν την απόφαση να το γιορτάσουν. Βγήκαν γι΄ αυτό μερικοί ψηλά στου Σούλιου, να τους βλέπουν και να τους ακούν οι κατηφορίζοντες, και άρχισαν να φωνάζουν: “Πίσω ορέ, πήραμε τα Γιάννενα! θα κάνουμε δοξολογία” Ο κόσμος έτρεξε πάλι στο χωριό λαχανιασμένος και χαρούμενος και όλοι μαζί πήγαν στην κεντρική εκκλησία του χωριού, τον Αϊ-Γιώργη, και ο παπα-Σπύρος άρχισε με παλλόμενη φωνή το “Δόξα Σοι τω δείξαντι το φως…” που σκόρπισε σ’ όλους τους χωριανούς ρίγη εθνικής συγκίνησης. Αυτά μας αφηγήθηκε ο ενενηνταπεντάχρονος τότε Δήμος Αντωνίου . Κάνει, βέβαια, εντύπωση και δημιουργεί εύλογα την απορία, πώς μπορούν να γίνονται αυτά τα πράγματα κάτω από τη μύτη των Τούρκων αφού, όπως φαίνεται από τις αφηγήσεις, δεν είχαν φτάσει ακόμα εκεί τα ελληνικά στρατεύματα. Στο χωριό όμως δεν υπήρχαν Τούρκοι  και οι αλβανόφωνοι Τσάμηδες σίγουρα θα είχαν ζαρώσει. Η τουρκική διοίκηση στους Φιλιάτες, με το που ακούστηκε ότι πάρθηκαν τα Γιάννινα, παρέλυσε. Ο Πλεσιβιτσιώτης Ι.Πέγκας γράφει ότι οι Τούρκοι στρατιώτες και αξιωματικοί «κλείνονταν στα στρατόπεδα και περίμεναν να παραδοθούν στον ελληνικό στρατό ».Το βράδυ οι Σαγιαδινοί μαζέψανε τις στάχτες από τους φούρνους και τα τζάκια του χωριού (τους μπουχαρήδες) και ρίξανε πάνω πετρέλαιο. Λαμπάδιασαν τεράστιες φωτιές , για να διαλαλήσουν το μεγάλο γεγονός. Όλες οι μέρες εκείνες ήταν μέρες γιορτής και πανηγυρισμού για τους Έλληνες Ηπειρώτες. Σώζεται και σχετική φωτογραφία των κατοίκων της Πλεσίβιτσας, φουστανελοφόρων, που χορεύουν . Το πνεύμα χαράς και αγαλλίασης που επικράτησε τις ημέρες αυτές στην Πλεσίβιτσα περιγράφει ο Γ. Σκάγιας με το χαρακτηριστικό του τρόπο: «ήρθε το Ελληνικό: «το ρωμαίικο», ήρθε η λευτεριά. Πόσες χαρές δεν έφερε, πόση ζεστασιά δεν χάρισε, πόσες ελπίδες δεν πραγματοποίησε, πόση ικανοποίηση δεν επέφερε, δια τη ζωή, δια το ξάνοιγμα των ορίων, δια τη δράση των κατοίκων, αλλά ακόμη και δια την καταισχύνη των εχθρών και την ταπείνωσή των. Η ελευθερία αναπτέρωσε, έδωσε δύναμη και ισχύ και έφερε ανακούφιση.» Και ας έλεγαν, όσοι εκμεταλλεύονταν τη σκλαβιά του λαού, για να καλοπεράσουν, πως «τώρα ότι ο Γιουνάνης  έχει φτώχεια. Ήταν εκτός πραγματικότητος, γιατί ένα ήτανε το γεγονός, ότι η ελευθερία, ούτε πληρώνονταν, ούτε εξαγοράζονταν με τίποτε», τονίζει ο Σκάγιας. Παρόμοιοι πανηγυρισμοί έγιναν και στα χωριά του Ζαγορίου, γράφει ο Μ. Κικόπουλος στο έργο του “Ελαφότοπος”. Οι «Τούρκοι» αγάδες, όπως είπαμε, από την πρώτη στιγμή βάλανε την ουρά τους κάτω από τα σκέλη τους. Παρακαλούσαν για την προστασία τους. Προκάλεσαν μάλιστα και τη σκωπτική διάθεση ενός επιτήδειου Σαγιαδινού, λέει ο Κώστας Ρεντζέλος, που έφτιαξε το εξής χαρακτηριστικό και πολύ εύστοχο δίστιχο:

 

Πώς την πάθατε αγάδες και γινήκατε ραγιάδες.

Αντιπροσωπείες τους έσπευσαν μαζί με αυτές των Ελλήνων να υποδεχτούν τα ελληνικά στρατεύματα.

Τις ημέρες εκείνες έφτασε και ο Γρηγόρης Τσόγκας στην Ηγουμενίτσα, όπου μίλησε σε συγκεντρωμένο πλήθος για την απελευθέρωσή μας από το τουρκικό ζυγό και με τη θέρμη της ψυχής του αγωνιστή και το χάρισμα της ευγλωττίας του προκάλεσε τον ενθουσιασμό όλων. Το γεγονός αυτό διηγούνταν ο δημοσιογράφος Ηγουμενίτσας Γιάννης Οικονομίδης , που ήταν τότε 17 ετών και άκουσε την ομιλία του Γρηγόρη.

Η Σαγιάδα ελευθερώθηκε από το απόσπασμα Αχέροντα αμέσως τις επόμενες μέρες μαζί με το Μαργαρίτι, την Πάργα, την Ηγουμενίτσα και τους Φιλιάτες .

Ο ελληνικός στρατός προχωρεί στη Βόρειο Ήπειρο και οι Έλληνες κάτοικοί της τον υποδέχονται πανηγυρίζοντας. Πιστεύουν ότι σήμανε η ώρα και της δικής τους απελευθέρωσης. Δε συνέβη όμως κάτι τέτοιο, γιατί αντέδρασαν λυσσαλέα η Ιταλία κυρίως που ήθελε την Αλβανία δική της αλλά και η Αυστρία. «…η Ιταλία υπήρξε σταθερά και μόνιμα αντίθετη δύναμη σε οποιαδήποτε προώθηση, επέκταση των ελληνικών συνόρων πέραν της γραμμής του ποταμού Καλαμά. Πάνω απ΄όλα ήθελε η περιοχή που έλεγχε τα στενά της Κέρκυρας να παραμείνει κάτω από αλβανικό έλεγχο, συνεπώς ιταλικό.…η Ελλάδα θα μπορούσε να μετατρέψει το στενό της Κέρκυρας σε κλειστό όρμο, όπου οι στόλοι της Ρωσίας, της Μ. Βρετανίας και της Γαλλίας θα εύρισκαν καταφύγιο…» . Δόθηκε δηλαδή μάχη για την περιοχή της Σαγιάδας και την παραλιακή λωρίδα.