12.Τα χρόνια μετά την απέλευθέρωση


Κεφάλαιο Δωδέκατο

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Η Σαγιάδα μετά την απελευθέρωση

Η Σαγιάδα, που χάρη κυρίως στην εμπορική κίνηση του λιμανιού της ήταν πάντα στην επικαιρότητα, εξακολουθούσε να είναι και μετά την απελευθέρωση ένα πολύ γνωστό κεφαλοχώρι  με αρχοντόσπιτα, με ναούς, αγορά, ελαιοτριβεία, ιατρείο, (α)μιλικό (ξενώνα). Στο μιλικό κατέλυαν φοροεισπράκτορες, πλανόδιοι οργανοπαίκτες και φτωχοί, λέει ο Πλεσιβιτσιώτης Γ. Σκάγιας. Στα προηγούμενα χρόνια κατέλυαν προπαντός Τούρκοι αξιωματούχοι.

Υπήρχαν στη Σαγιάδα μπακάλικα με εδώδιμα αλλά και με υφάσματα, φούρνος, καφενείο, ζαχαροπλαστείο, κουρείο, ραφείο, τσαγκάρικο, ως και φαρμακείο. Εκείνο που έλειπε ήταν το κοινοτικό κατάστημα. Το γραφείο της κοινότητας στεγαζόταν σε ενοικιαζόμενο ιδιωτικό χώρο.

Η αγορά εκτεινόταν σε ένα κομμάτι του δρόμου από το αλώνι της Εκκλησίας προς τα Ανατολικά. Φαίνεται και σήμερα ότι εκεί ήταν διαμορφωμένος χώρος συναλλαγών.

Παζάρι γινόταν μια φορά την εβδομάδα, τις Κυριακές. Ερχόταν κόσμος και από απομακρυσμένα ακόμη χωριά, από τα πανωχώρια (Κονίσπολη, Βέρβα, Ντισιάτι, Μαρκάτι, Μουρσί, Γιάννιαρη) , καθώς και οι κτηνοτρόφοι Βλάχοι της περιοχής.

Η Σαγιάδα διατηρούσε κάτι από τον αέρα της εμπορικής κωμόπολης του 18ου αιώνα, για την οποία μιλούσε ο Γάλλος πρόξενος τη Άρτας. Αυτός έκανε λόγο για τις εμποροπανηγύρεις που γίνονταν από κείνα τα χρόνια στην Άρτα, τη Μοσχόπολη, τη Σαγιάδα και την Κόνιτσα .

Το παζάρι γινόταν στο μεσοχώρι, στο μέρος της Λαγκάδας και είναι περίεργο, που ο άλλος μεγάλος μαχαλάς δυτικά είχε το όνομα Παζάρα. Φαίνεται ότι η αγορά ήταν παλιά στην Παζάρα, αλλά μεταφέρθηκε στο κέντρο του χωριού, κοντά στον κύριο ναό και το Αλώνι. Κάτι τέτοιο έχουν ακουστά και οι ηλικιωμένοι σήμερα Σαγιαδινοί.

Στο χωριό λειτουργούσε από τα χρόνια της τουρκοκρατίας Δημοτικό Σχολείο και Σχολαρχείο. Πότε πρωτοϊδρύθηκε δεν το γνωρίζουμε. Όπως σημειώνουμε κι αλλού, το πρώτο σχολείο στην Πλεσίβιτσα, κατά τον Ι. Πέγκα, ιδρύθηκε το 1775. Πολύ πιθανό τότε περίπου να ιδρύθηκε και το σχολείο Σαγιάδας. Και ο Β. Σφυρόερας μιλάει για διάδοση της παιδείας «εις ευρέα λαϊκά στρώματα κατά το τέλος της τουρκοκρατίας» (Οι Έλληνες επί τουρκοκρατίας, Αθήναι 1975, σ.180). Ο Δ. Παναγιωτίδης (1855-1910), γιατρός στην Παραμυθιά, αναφερόμενος στο έτος 1896, γράφει ότι «οικαθαρώς ελληνόφωνοι (Τσάμηδες) έχουσι πλείστα σχολεία ελληνικά, άτινα υφίστανται παντού και εις τα χωρία έτι και καλώς λειτουργούσιν». Αυτό ισχύει και για το σχολείο της Σαγιάδας. 

 

Η «Φωνή της Ηπείρου» της 6ης Αυγούστου 1893, που ακολουθεί γράφει για το χωριό μας και για το σχολείο του: 

«…Η Σαγιάδα υπό πολλάς επόψεις  ευημερεί και προοδεύει σχετικώς . σημείον δε τούτου η καλή οικονομική κατάστασις του χωρίου, αι ωραίαι εκκλησίαι και τα δύο δημοτικά σχολεία, αρρένων και θηλέων, τα οποία ευδωκιμότατα από τινών ετών λειτουργούσι, συντηρούμενα αδρά δαπάνη της κοινότητος του χωρίου. Κατά το λήξαν ήδη σχολικόν έτος , το μεν των αρρένων εκπαιδευτήριον διηύθυνεν ο εκ Ζαγορίου ευπαίδευτος διδάσκαλος κ. Στέφανος Ζήδρος, το δε των θηλέων η ελλόγιμος Κωνσταντινιά Μάστουρα. Αμφότεροι δε εβοήθησαν μεγάλως εις το δυσχερές έργον της διδασκαλίας υπό του ακαμάτου και λίαν ευπαιδεύτου ιερέως Παπά Βασιλείου εκ του χωρίου Μπαμπούρι, όστις ως εφημέριος της Σαγιάδας προ πολλών ετών, διά της μορφώσεώς του και των αποστολικών του τρόπων κατέκτησε πάντων την αγάπην και τον σεβασμόν. Αι δε εξετάσεις του σχολείου γενόμεναι προ τινών ημερών ενώπιον του σεβαστού εξάρχου της Μεγάλης Εκκλησίας ηγουμένου Γηρομερίου και εξεταστικής επιτροπής συνισταμένης εκ των κκ. Α.Σκέντου, Χρ.Φράγκου και Ξενοφώντος Κ.Τάση και άλλων ευπαιδεύτων της κοινότητος μελών, εδικαίωσαν πληρέστατα και τους μόχθους των διδαξάντων και τας υπό της  κοινότητος καταβαλλομένας δαπάνας προς συντήρησιν των σχολών. Συγχαίροντες όθεν και ημείς τους κατοίκους του χωρίου τούτου διά την απόκτησιν  των λαμπρών τούτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ευχόμεθα ίνα και εις το μέλλον πάντοτε φροντίζωσι περί της καταλληλου εκλογής των διδασκόντων …»

Εντύπωση κάνει το γεγονός ότι λειτουργούσε χωριστά σχολείο θηλέων. Πιθανότατα  λειτουργούσαν μόνο οι μικρές τάξεις του. Δεν αναφέρεται επίσης το Σχολαρχείο. Ίσως γιατί εκλαμβάνεται η φοίτηση σ’ αυτό ως ενιαία  με του Δημοτικού. 

Το Σχολείο της Σαγιάδας το σχολ. έτος 1898-1899 είχε 60 μαθητές.2 Το 1902 μόνο οι δάσκαλοι της Πλεσίβιτσας και της Σαγιάδας ήταν με πτυχίο επικυρωμένο από την Εκπαιδευτική Επιτροπή Ιωαννίνων, όπως όριζε απόφαση της Τουρκικής Διοίκησης. «Όλα τα άλλα σχολεία του

Φιλιατιού έκλεισαν, γιατί δεν είχαν δασκάλους με επικυρωμένο πτυχίο, κινδύνευαν δε να πάθουν το ίδιο και τα σχολεία της Παραμυθιάς 1». Το Σχολαρχείο καταργήθηκε μετά την απελευθέρωση, πιθανότατα το 1920. Το διδακτήριο, διώροφο, χτίστηκε το 1873, γιατί είχε καταστραφεί με το σεισμό του 1872. Τα βιβλία που χρησιμοποιούσαν τότε έρχονταν από την ελεύθερη Ελλάδα2. Στο Σχολαρχείο διδάσκονταν και αρχαία ελληνικά. Είχε αρχίσει από τα προεπαναστατικά χρόνια με τον Κοραή και άλλους η στροφή προς τους αρχαίους προγόνους3. Φοιτούσαν στις πρώτες τουλάχιστον τάξεις του Δημοτικού και κορίτσια των ευπορότερων συνήθως οικογενειών. Και στη Σαγιάδα βέβαια, όπως και σ΄ όλη την Ήπειρο, επικρατούσε η άποψη πως δε χρειάζονται τα πολλά γράμματα. Η φοίτηση των μαθητών δεν ήταν τακτική, «μια στο σχολείο-μια στο χωράφι». Οι περισσότεροι διέκοπταν τη φοίτηση από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Εκείνο που χρειάζονταν τα παιδιά (τα αγόρια) ήταν να λογαριάζουν και να γράφουν κανένα γράμμα, όταν πάνε στρατιώτες. Στις τσούπρες ήταν περιττά τα γράμματα. Τους έφτανε να γίνουν καλές νοικοκυρές. 

 Παρόμοιες απόψεις επικρατούν, είπαμε, και σε άλλα χωριά της Ηπείρου. Ο Β. Ζαρμπαλάς γράφει για τη Λεσινίτσα Αγίων Σαράντα :  «Η εκπαίδευση περιοριζόταν στην αρχή στα αγόρια. Όσο για τα κορίτσια και μόνο η ιδέα γι’αυτές φαινόταν παράλογη». «Οι γιαγιάδες μας …ήταν αγράμματες, οι δε μανάδες μας κατά πλειοψηφία ήταν επίσης αγράμματες 4». Σημειώνει όμως ότι τα σχολεία «περί τα τέλη του 19ου αι. και στις νεότερες γενιές παρείχαν υψηλού επιπέδου μόρφωση». Θα τα αδικούσαμε αν τα παραλληλίζαμε με τη σημερινή δημοτική εκπαίδευση, γράφει.

                 

Έδιναν την αίσθηση ευμάρειας και υπεροχής έναντι των γύρω, μόλο που δεν έλειπε και η φτωχή εργατιά. Θύμιζαν ακόμη παλιότερους καιρούς με τις ονομαστές οικογένειες Σαγιαδινών εμπόρων. Τη Σαγιάδα εκείνη την οποία τραγούδησε ο Φιλιαταίος δημοσιογράφος Γεώργιος Φ. Βουγίδης με τους στίχους που ακολουθούν:

Στο Σαγιαδινό σαλόνι Λουδοβίκοι τόσοι ζούσαν, μ΄ ανθοστήλια από μαόνι με πορτρέτα που μιλούσαν.

Πλούτη πού ΄φερναν βαπόρια στη Σαγιάδα την πανώρια. Στη Σαγιάδα του Ιονίου, πέρασαν δροσιά Μαΐου.

Και έτσι είναι. Τα αρχοντικά των χρόνων εκείνων αποκτήθηκαν από ανθρώπους που καταγίνονταν με το εμπόριο και τη θάλασσα και όχι από άλλες πηγές.

Τέτοια αρχοντικά ήταν των Τσογκαίων, Σκανταλεταίων, Τρουμπαταίων, Σκενταίων, του Κοντού και άλλων.

 Οι Τσογκαίοι και οι Σκανταλεταίοι έκαναν εμπόριο με Βενετία, Τεργέστη ακόμα και Μασαλία και βρίσκονταν με περιουσία και χρήματα. Αψευδής μάρτυς είναι τα αρχοντικά τους στην παλιά Σαγιάδα.

 

Το Σκάλωμα την περίοδο αυτή

Το πόσο βαθύ ήταν το λιμάνι φαίνεται από τα -ατμοκίνητα- καράβια που έχουν αράξει.

Το μεγάλο καϊκι που ξεφορτώνουν στην αποθήκη του Κοτσώνη είχε κι αυτό το εκτόπισμά του. Στο σημείο εκείνο μετά δημιουργήθηκε μια μικρή σπιάντζα που κάναμε μπάνιο…

Ο Σκέντος στην αφήγησή του λέει πως το Σκάλωμα μέχρι το 1914 ανήκε στα λιμάνια πρώτης κατηγορίας αλλά μετά υποβιβάστηκε. Η Ελευθερία Νικολαϊδου  αναφέρει ότι τα έτη 1913-14 έπιαναν Σαγιάδα τα πλοία Albanien, Adriatico και Adelsberg. Αυτά, ξένων ιδιοκτητών όλα, μέσω Κέρκυρας έφταναν στους Αγίους Σαράντα και την Αυλώνα, κάποια απ΄αυτά μέχρι Βρινδήσιο (Μπρίντιζι) και Φιούμε  . Τα Ελληνικά ήταν: Αλκυών, Άρης, Πύλαρος, Αμαλία, Ύδρα, για τα οποία γράφει πως έπιαναν λιμάνι κάτω από του Αγίους Σαράντα (προφανώς και στη Σαγιάδα). Η εμπορική κίνηση, δηλαδή, ήταν αρκετά μεγάλη. Όμως, προοδευτικά μειώθηκε η εμπορική κίνηση από το λιμάνι της Σαγιάδας. Άρχισε να αξιοποιείται όλο και περισσότερο το λιμάνι της Ηγουμενίτσας.

Η υποδομή του λιμανιού της Σαγιάδας, που το φωτογράφισε στις αρχές του 20αιώνα ο Fred Boissonnas, δε διέφερε ουσιαστικά από αυτή που είχε σε προηγούμενες περιόδους: ο μόλος (η προβλήτα) κατασκευασμένος με σωριασμένες πέτρες, το τελωνείο με το υποϋγιειονομείο, οι αποθήκες, το σπίτι που έμενε τα προηγούμενα χρόνια ο αγάς και ένα ή δυο μαγαζάκια. Όπως φαίνεται, το λιμάνι δεν εντυπωσιάζει, αλλά χάρη σ΄ αυτό και τις αλυκές η Σαγιάδα απέκτησε φήμη και γνώρισε ημέρες ευημερίας.

 

A΄ παγκόσμιος πόλεμος και Μικρασιατική εκστρατεία

 (Η Ελλάδα θέατρο ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων) 

Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους και ενώ η Ελλάδα χαιρόταν την επιτυχία της σ΄αυτούς, ξέσπασε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Ο άγριος ανταγωνισμός των Αγγλογάλλων (της «Αντάντ») με τον «Άξονα» Γερμανίας-Αυστρίας ρίχνει την ανθρωπότητα σε ένα άνευ προηγουμένου αιματοκύλισμα. Σ΄ αυτόν γίνεται αναπόφευκτη και η εμπλοκή της χώρας μας. Ο Βενιζέλος, που πιστεύει σε νίκη της Αντάντ, προσπαθεί ανεπιτυχώς να πείσει γι΄ αυτό και το γερμανόφιλο Βασιλιά Κων/νο. Επακολουθεί ο διχασμός και η δημιουργία δυο ελληνικών κρατών, της Θεσ/νίκης και των Αθηνών (Σεπτ.1916) . 

Η Ελλάδα γίνεται θέατρο του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων. Οι απροκάλυπτες στρατιωτικές επεμβάσεις των Αγγλογάλλων αλλά και των Γερμανών και Βουλγάρων, καταρρακώσανε κάθε έννοια των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, σε σημείο που ο φιλέλληνας Άγγλος ιστορικός W.Miller να γράψει: «Σπανίως κράτος ανεξάρτητον εδοκίμασε τοιαύτην ταπείνωσιν ». 

Βρήκανε την ευκαιρία και οι Ιταλοί και κατέλαβαν μέρη της Ηπείρου και τη Σαγιάδα. Οι Ιταλοί άνοιξαν τότε τον κεντρικό δρόμο στο χωριό, λέει ο Σκέντος. 

Στις 26-5-1917 «ο ιταλικός στρατός κατέλαβε τα Γιάννενα, αφού ήδη κατά τους μήνες Ιανουάριο-Μάρτιο είχε γίνει κύριος του Δελβινακίου, της Κακαβιάς, της Κόνιτσας και της Σαγιάδας ». Η Ιταλία κήρυξε πανηγυρικά την ενοποίηση και την ανεξαρτησία της Αλβανίας κάτω από τη δική της προστασία. Οι Ιταλοί κατασκεύασαν και την προβλήτα στο Σκάλωμα, αυτή που σωζόταν μέχρι πρόσφατα. Σκόπευαν, προφανώς, να θέσουν «υπό την προστασία τους» και τη Σαγιάδα. 

Η κατάσταση αυτή άλλαξε με τους χειρισμούς του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος είχε ταχθεί στο πλευρό της Αντάντ και εναντίον της Γερμανίας. Οι Ιταλοί υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την ΄Ηπειρο. Από τη Σαγιάδα έφυγαν με κάποια μόνο καθυστέρηση .

Τα επόμενα χρόνια οι σύμμαχοι για καθαρά δικούς τους σκοπούς μας έριξαν στην περιπέτεια της Μικρασιατικής εκστρατείας αλλά, μόλις το συμφέρον τους το υπαγόρευσε, μας εγκατέλειψαν, με συνέπεια να υποστούμε την ήττα και καταστροφή του φοβερού 1922.

Γι΄ αυτή την καταστροφή, που οι ιστορικοί μας την χαρακτήρισαν σαν τη μεγαλύτερη εθνική συμφορά, δεν είμαστε βέβαια και εμείς οι Έλληνες καθόλου άμοιροι ευθυνών. Αφορμή για την εγκατάλεψή μας από τους συμμάχους στάθηκε η καταψήφιση του Βενιζέλου το 1920, αποτέλεσμα της τυφλής αντιπολιτευτικής πολιτικής των αντιπάλων του, και η επαναφορά στο θρόνο του βασιλιά Κωνσταντίνου.

 

Ο ολέθριος διχασμός

Ο ολέθριος διχασμός που πλήττει κατά καιρούς την ελληνική φυλή, “η διχόνοια που κρατάει ένα σκήπτρο η δολερή”, όπως τόνισε από το 1821 ο εθνικός ποιητής μας -αλλά κανένας δεν τον άκουσε ποτέ- έπαιξε και εδώ τον καταστροφικό της ρόλο. Μίσος τρομερό επικρατούσε μεταξύ βασιλικών και βενιζελικών. Εκτοξεύονταν αμοιβαία απειλές και βρισιές. Αποκαλούσαν οι μεν τους δε προδότες. Οι βασιλόφρονες αντιβενιζελικοί έστησαν ομοίωμα του Βενιζέλου στο Πεδίο του Άρεως, ο Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος απάγγειλε το ανάθεμα ενώπιον όλης της Ιεραρχίας και το φανατισμένο πλήθος άρχισε να πετροβολάει.

Ακόμα και στο μέτωπο της Μ. Ασίας επικρατούσε το ίδιο μίσος. Ο Πέτρος Αποστολίδης αναφέρει το εξής χαρακτηριστικό συμβάν από τη μεγάλη μάχη του Εσκί Σεχίρ: “ Ένα δικό μας σύνταγμα ενεργούσε ελιγμό πλευροκόπησης του εχθρού, το τουρκικό όμως πυροβολικό δυσκόλευε τις κινήσεις του και πάθαινε σημαντικές απώλειες. Ζήτησε λοιπόν την ενίσχυση μιας δικής μας πυροβολαρχίας. Ο διοικητής όμως της πυροβολαρχίας ήταν βασιλόφρων, δεν επενέβη και αφήκε το σύνταγμα να λιανίζεται, για να μην πάρει διάκριση ο διοικητής του που ήταν βενιζελικός  ». Απίστευτο! Και όμως, ο συγγραφέας του υπηρετούσε ο ίδιος γιατρός στο μικρασιατικό μέτωπο, δεν μπορεί να γράφει αναλήθειες.

Το κλίμα αυτό, λίγο ή πολύ, είχε μεταφερθεί και στη Σαγιάδα. Ακόμα θυμούνται οι παλιοί Σαγιαδινοί ποιοι ήταν τότε οι βενιζελκοί και ποιοι οι αντιβενιζελικοί. Ο Βασίλης ο Μάστορας θυμάται ότι οι βενιζελικοί στο χωριό ήταν πολύ περισσότεροι από τους βασιλικούς . Το ίδιο βεβαιώνει και ο Βασίλης Μπέσιος, ο οποίος αφηγείται και ένα επεισόδιο με το Γιάννη Φείδη, ιδιοκτήτη μαγαζιού στη Σαγιάδα. Ο Φείδης διεκήρυσσε ότι ήταν βενιζελικός και ο χωροφύλακας «του τη φύλαξε». Τον κατήγγειλε ότι δεν έδωσε μια δεκάρα ρέστα από ένα κουτί σπίρτα που αγόρασε ένας βαλτός του, με αποτέλεσμα να καταδικαστεί ο Φείδης σε πρόστιμο 2000 δραχμών.

Ο φιλοβεζινελισμός των Σαγιαδινών οφειλόταν ασφαλώς στην επιρροή του Γρηγόρη Τσόγκα, ο οποίος ήταν, όπως αναφέραμε, βουλευτής του κόμματος των φιλελευθέρων. Την επιρροή του αυτή στο χωριό επιβεβαιώνει και ο Σκέντος, όταν λέει ότι «η προσφορά του αναγνωρίστηκε από όλους, τον τίμησαν, έγινε βουλευτής». Καμάρωναν οι Σαγιαδινοί να τον δέχονται στα σπίτια τους και αυτός δεν τους χάλαγε χατίρι. Πήγαινε και στα πλέον φτωχόσπιτα. Όταν πέθανε, χτυπούσαν πένθιμα την καμπάνα του χωριού μια εβδομάδα. Ακόμα τώρα πνέει στη Σαγιάδα, χάρη στην επιρροή του αυτή, ο δημοκρατικός αποκαλούμενος άνεμος.

Πάντως, η ιστορία δε μας δίδαξε τίποτε, γιατί ο διχασμός επαναλήφθηκε λίγες δεκαετίες αργότερα, με τον εμφύλιο των ετών 1946-1949.

 

Σαγιαδινοί στη Μ. Ασία

Οι Σαγιαδινοί, όπως και όλοι οι κάτοικοι των χωριών της Θεσπρωτίας που κράτησαν την ελληνική γλώσσα και συνείδηση, δεν μπορεί παρά να είχαν αναπτυγμένη την εθνική τους ευαισθησία. Το γεγονός μάλιστα ότι ζούσαν στις εσχατιές της πατρίδας μας, ανάμεσα σε τόσα μουσουλμανικά και αλβανόφωνα χωριά, το τονίσαμε και σε προηγούμενο κεφάλαιο, ενδυνάμωνε σίγουρα το φρόνημά τους αυτό. Αυτό βεβαιώνει και ο Σκάγιας για τους κατοίκους της Πλεσίβιτσας. «Πανηγύριζαν, γράφει, κάθε φορά που μάθαιναν νίκες και παρελάσεις (προελάσεις θα εννοεί) των στρατιωτών μας στο μέτωπο της Μ. Ασίας ».

Ο πατέρας μου και ο Νικόλα Σκέντος, μαχητές στο μικρασιατικό μέτωπο, μιλούσαν με εθνική υπερηφάνεια για την προέλαση του στρατού μας στην Μ. Ασία και τις νικηφόρες μάχες του, με πολλήπίκρα δε και απογοήτευση για την ήττα και την οπισθοχώρηση, τις αγριότητες και θηριωδίες των Τούρκων στρατιωτών και της «τσέτας»  εις βάρος των Ελλήνων πολιτών της Μ. Ασίας, για τη μεγάλη σφαγή των κατοίκων της δύσμοιρης Σμύρνης, στις φλόγες της οποίας ενταφιάστηκε η Μεγάλη Ιδέα.

Είχαν καταταγεί και οι δυο στην Ανεξάρτητη Μεραρχία, που είχε διοικητή το συνταγματάρχη Δ. Θεοτόκη και στο 53ο σύνταγμα πεζικού με διοικητή του τον αντισυνταγματάρχη Νικ. Τσίπουρα , μαχητή του 12-13 και υποστράτηγο αργότερα στον πόλεμο του ΄40.

 Ο πατέρας μου μας μιλούσε με θαυμασμό για τους αξιωματικούς του, ιδιαίτερα για τον αντισυνταγματάρχη του. Κατά την επίθεσή τους στις απότομες πλαγιές του Αφιόν Καραχισάρ και στο Εσκί Σεχίρ, που έβλεπαν δικούς μας και Τούρκους να κατρακυλούν χτυπημένοι και όλοι έμεναν εμβρόντητοι και σα χαμένοι, ο Τσίπουρας βάδιζε στη μάχη όρθιος και τους εμψύχωνε. Οι σφαίρες δεν τον άγγιζαν. Μερικοί, μάλιστα, είπαν ότι είχε επάνω του το τίμιο ξύλο.

Στο ίδιο τάγμα αλλά σε άλλο λόχο υπηρετούσε με το βαθμό του λοχία και ο Ν. Σκέντος, ο οποίος πέθανε σε αρκετά προχωρημένη ηλικία και διεκτραγωδούσε συχνά τη μεγάλη αυτή περιπέτεια του ελληνικού στρατού με ζωντάνια και παραστατικότητα. Ο Σκέντος έχαιρε εκτιμήσεως από όλους τους Σαγιαδινούς και ήταν μπροστάρης σε όλους τους αγώνες και περιπέτειες του χωριού του. Διατέλεσε πρόεδρος επί σειρά ετών και ιεροψάλτης μέχρι το θάνατό του. Τα κατάφερνε και ας μην είχε πολλές γραμματικές γνώσεις.

Άλλοι Σαγιαδινοί στη Μικρασιατική εκστρατεία ήταν ο Γιάννης Νάτσης, ο Ηλίας Λούκας, ο Θωμάς Νάτσης, ο Κώστας Λούκας, ο Βασ. Γκόγκος, ο Γιάννη Γκόγκος, o Δημ. Παππάς (Μητσάκος), ο Θωμάς Παπάς, ο Κώτσια Κέρος, ο Θωμάς Μάντος, ο Νικ. Σταμάτης, ο Παύλος Ρεντζέλος, ο Διονύσιος και ο Γρηγόριος Καμβύσας, ο Γιάννης Αναστασιάδης, ο Θεόδωρος Τρουμπάτας (μόνιμος με το βαθμό του επιλοχία),ο Σωτήριος Κούτης (Γιούπες) καθώς και οι Δημ. Διαμάντης, Γερ. Μάντος, Γερ. Μπομπολής, Σπ. Γιανόπουλος, Κων/νος Κόρος του Σπ., Βασ.Αναστασιάδης. Οι έξι τελευταίοι χάθηκαν . Αυτοί που γύρισαν μιλούσαν πάντα με βαθιά συγκίνηση και συντριβή για τη μεγάλη αυτή περιπέτεια του Έθνους μας.

Ο Θωμάς Μάντος είχε τραυματιστεί στο χέρι από κάποιον Τούρκο άτακτο, αλλά έγινε καλά και γύρισε στο σπίτι του. Ο Νικόλαος Σταμάτης, υπαξιωματικός πυροβολικού και ο Παύλος Ρεντζέλος, των οποίων οι μονάδες αιχμαλωτίστηκαν, έμειναν στους Τούρκους για ένα περίπου χρόνο μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών μαζί και των αιχμαλώτων. Αυτοί υπέφεραν τα πάνδεινα. Εργάζονταν σε δρόμους και άλλα καταναγκαστικά έργα νηστικοί, άπλυτοι, ξυπόλυτοι και ρακένδυτοι στις ζέστες και στα κρύα. Πολλοί δεν άντεξαν και άφησαν τα κόκαλά τους στην Τουρκία. Του Σταμάτη έπαθαν τα νεύρα του από ψυχικό κλονισμό και υπέφερε σ΄όλη τη ζωή του. Του Παύλου Ρεντζέλου δύσκολα του ΄βγαζες κουβέντα γι΄ αυτά. ΄Ηταν τόσο πικρές και ταπεινωτικές οι εμπειρίες του, που, υπερήφανος αυτός, δεν ήθελε να τις θυμάται. Αυτός είχε καταφέρει τον περισσότερο χρόνο να τεθεί στην υπηρεσία ενός αγά και δεινοπάθησε λιγότερο από τους άλλους. Ήταν έξυπνος και καταφερτζής.

Η περίπτωση του Νικόλα Σταμάτη είναι από τις πιο τραγικές. Με πολύ πόνο αγγίζουν το θέμα του πατέρα τους οι κόρες του Ελένη και Πόπη. «Δε μας διηγήθηκε ποτέ την περιπέτειά του στη Μ. Ασία», λένε. Και όταν τον πίεζαν ξεσπούσε σε δάκρυα. Δε θυμόταν τίποτε, λέει η Ελένη. Ο Πέτρος Αποστολίδης περιγράφει σκηνές της αιχμαλωσίας οι οποίες προκαλούν φρίκη . Όμως όσοι ήταν στην Ανεξάρτητη Μεραρχία, οπισθοχώρησαν συντεταγμένοι και μαχόμενοι και κατόρθωσαν να φτάσουν από τα βάθη της Μ.Ασίας στα παράλια και να επιβιβαστούν στα ελληνικά πλοία για τη Μυτιλήνη. Το μεγαλύτερο μέρος του στρατού μας, δυστυχώς, παραδόθηκε ή οπισθοχώρησε άτακτα και αποδεκατίστηκε.

Ο διοικητής της Ανεξάρτητης Μεραρχίας, όταν είδε ότι το μέτωπο καταρρέει, κάλεσε τους αξιωματικούς του και τους ανακοίνωσε την απόφασή του να μην παραδοθεί. Να πολεμήσει μέχρις εσχάτων (θα φυλάξω μια σφαίρα για τον εαυτό μου, τους είπε) και να επαναφέρει τους φαντάρους του στα σπίτια τους, όπως και το έκαμε. Διέσωσε τη τιμή και τη ζωή των στρατιωτών του. Αυτό το επίτευγμα οφείλεται στις εξαιρετικές ικανότητες του ίδιου, πρωτίστως, αλλά και των αξιωματικών, υπαξιωματικών και στρατιωτών του, οι οποίοι επέδειξαν αξιοθαύμαστη αντοχή και γενναιότητα καθ΄όλην την επώδυνη και μακρά αυτήν πορεία της επιστροφής .

Συχνά μιλούσαν γι΄αυτά ο πατέρας μου και ο Σκέντος. Εξιστορούσαν την πορεία τους αυτή εν μέσω των επιθέσεων του στρατού του Κεμάλ Ατατούρκ και των Τσετών. Μιλούσαν για την τόλμη κάποιων αξιωματικών που αψηφούσαν τα εχθρικά πυρά, όπως λέμε και πιο πάνω, για το πεδινό και ορειβατικό πυροβολικό τους και για την ικανότητα των σκοπευτών να υπολογίζουν με την παλάμη την απόσταση του στόχου με αξιοθαύμαστη επιτυχία, για ανιχνευτές, πλαγιοφυλακή και οπισθοφυλακή, για κάποιον πολυβολητή, που τον διέταξε ο διοικητής του να μείνει πίσω και να βάλλει συνεχώς κατά των εχθρικών θέσεων για να τους καλύπτει, ώσπου να απομακρυνθεί αρκετά η μονάδα του. Ο πολυβολητής πειθάρχησε, καίτοι γνώριζε ότι ήταν καταδικασμένος.  

Τον ακούγαμε, έλεγαν, επί αρκετή ώρα να «κελαηδάει» με το πολυβόλο του, ώσπου σώπασε για πάντα.

Ιδιαίτερη εντύπωση κάνει ένα περιστατικό με το λοχία του λόχου του, που διηγόταν ο πατέρας μου. Ο λοχίας πήγαινε μπροστά από τη διμοιρία, όταν κάποια στιγμή πίσω, που ήταν ο δεκανέας πατέρας μου, δυο φαντάροι έκαναν φασαρία. Ο λοχίας τρέχει να τους σταματήσει και στέλνει μπροστά τον πατέρα μου. Την ίδια στιγμή, ένα βλήμα από εχθρικό πυροβόλο κόβει και τα δυο πόδια του λοχία. Η μοίρα παίζει πολύ παράξενα παιγνίδια κάποτε. Ο λοχαγός διατάσσει τον πατέρα μου να τον εκτελέσει, για να μην παραταθεί το μαρτύριό του. Εκείνος βλέπει το συσπασμένο από τους φρικτούς πόνους πρόσωπο του συναγωνιστή του λοχία και τα έντρομα, από την αίσθηση του θανάτου που τον άγγιζε, μάτια του, να τον κοιτάζουν και διστάζει. Όχι, δεν μπορούσε να εκτελέσει αυτή τη διαταγή! Γυρίζει τότε ο λοχαγός και αδειάζει το περίστροφό του πάνω στον τραυματία, που τον κοιτούσε με τρόμο και κατάπληξη.

΄Ηταν η πιο τραγική περίπτωση που έζησα ποτέ μου, εξομολογείται ο πατέρας μου. Πώς να στρέψεις το όπλο σου και να σκοτώσεις έναν συναγωνιστή σου, με τον οποίο έχεις μοιραστεί τόσες αγωνίες και χτυποκάρδια, τόσες στερήσεις και κακουχίες αλλά και τόσες όμορφες μέσα στην τραγικότητα των περιστάσεων, ανθρώπινες στιγμές συντροφικότητας και αλληλεγγύης!

Κατά τη διάρκεια της πορείας οι Τούρκοι πολλές φορές επιχείρησαν κυκλωτικές κινήσεις που οι δικοί μας τις απέφευγαν, χάρη στην προνοητικότητα και ευφυΐα του διοικητή τους και την αυτοθυσία και τόλμη ενός πιλότου ανιχνευτικού αεροπλάνου μας, που τους ειδοποιούσε για τις κινήσεις του εχθρού πετώντας τους σημειώματα τυλιγμένα με κορδέλα.

Για τον άθλο της Ανεξάρτητης μεραρχίας γίνεται λόγος από πολλούς. Αναφέρουμε μόνο το βιβλίο του Δημ. Αμπελά, που πραγματεύεται ακριβώς αυτό το θέμα. Ο Δημ. Αμπελάς υπηρετούσε με το βαθμό του λοχαγού στην ίδια μεραρχία και έγραψε το βιβλίο «Η Κάθοδος των Νεωτέρων Μυρίων»1(Αθήνα,1969), όπου εξιστορεί με κάθε λεπτομέρεια όλη την ηρωική πορεία της Ανεξάρτητης Μεραρχίας μετά την κατάρρευση του μετώπου. Ο μπάρμπα Νικόλας, μόλις έμαθε για το βιβλίο του Αμπελά, έσπευσε να το αγοράσει. Το έδειχνε και στους συνομιλητές του προς επιβεβαίωση όσων ο ίδιος αφηγούνταν. Έστειλε και επιστολή στο συγγραφέα με τις παρατηρήσεις του.

Για τη Μικρασιατική εκστρατεία, που ξεκίνησε με νίκες και θριάμβους και κατέληξε σε τραγωδία, γράφτηκαν βέβαια τόμοι ολόκληροι. Δοκιμάστηκαν σκληρά τότε στρατός και λαός. Γιατί και εδώ, εντός της Ελλάδας, το μαρτύριο των αμάχων ήταν αφόρητο. Η κάθε στιγμή ήταν φορτισμένη με το αγωνιώδες ερώτημα τι να γίνεται στο μέτωπο του πολέμου, ζούσε ή όχι το αγαπημένο τους πρόσωπο! «Στη σκέψη όλων ήτανε τα στρατευμένα παιδιά…», λέει και ο Σκάγιας . Και ήταν τόσο δύσκολη η επικοινωνία τα χρόνια εκείνα! Τα γράμματα από το μέτωπο έκαναν καιρό να φτάσουν, αν έφταναν τελικά. Και να κρατάει η επιστράτευσή τους χρόνια. Κάποιοι έκαναν πέντε και παραπάνω χρόνια στο στρατό. Ο πατέρας μου κατατάχθηκε τον Ιούνιο του 1920 και αποστρατεύθηκε το Γενάρη του 1924  . Επί μακρό χρόνο υπηρέτησε και ο Διονύσης Καμβύσιας, οι φωτογραφίες του οποίου από το μέτωπο, με σημειώσεις στο πίσω μέρος, αποτελούν χρήσιμες μαρτυρίες.