13.Στά χρόνια του μεσοπολέμου


Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο

ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ 

Η γενική κατάσταση της χώρας 

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και ως το 1940 η πατρίδα μας πέρασε χρόνια εσωτερικών αναταραχών. Άρχισε με την επανάσταση στρατιωτικών και την καταδίκη και εκτέλεση των έξι που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για την καταστροφή , την κήρυξη της αβασίλευτης δημοκρατίας το 1924 και συνεχίστηκε με αλλεπάλληλα στρατιωτικά πραξικοπήματα και την επονείδιστη δικτατορία του Θεόδ. Πάγκαλου. Εντωμεταξύ έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. 

Η αλήθεια είναι ότι μετά τις εκλογές του 1920 η πίστη στο δημοκρατικό πολίτευμα είχε τραυματιστεί. Λίγοι πλέον πίστευαν σ΄ αυτό. Εύκολα το κοινοβουλευτικό πολίτευμα εναλλάσσεται με τη δικτατορία . Τελικά γίνεται  παλινόρθωση της βασιλείας και η δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936 του Ι. Μεταξά. Ευτυχώς, σ΄ αυτό το διάστημα δε χρειάστηκε να αντιμετωπίσουμε εξωτερικούς εχθρούς. Είχαμε μόνο το βομβαρδισμό και την κατάληψη για ένα μήνα της Κέρκυρας από τους Ιταλούς με αφορμή το επεισόδιο Τελλίνι, τον Αύγουστο του 1923 .  Θα έρθουμε τώρα στην παλιά Σαγιάδα για να δούμε πώς ήταν η ζωή σ΄ αυτή τα χρόνια του μεσοπολέμου. 

 

Το χωριό στο μεσοπόλεμο. Συνθήκες ζωής και ιδιαιτερότητες

Η παλιά Σαγιάδα, όπως ειπώθηκε, ήταν ψηλά στο βουνό. Ο τόπος όπου οι κάτοικοι εργάζονταν, ο κάμπος και η θάλασσα, βρισκόταν σε απόσταση μεγαλύτερη από μισή ώρα. Σοβαρό πρόβλημα είχε και με το νερό. Ήταν ανεπαρκές και οι πηγές βρίσκονταν μακριά από το χωριό. Μια δεξαμενή υπήρχε μόνο, χαμηλά σε απόσταση πλέον του ενός τετάρτου της ώρας. Για πότισμα κήπου και δέντρων δε γινόταν λόγος, αλλά ούτε για καθαριότητα καλά καλά επαρκούσε. Οι γυναίκες πήγαιναν στο “Πηάδι” πότε ζαλωμένες με τις βαρέλες και πότε με ζώα. Περίμεναν για να πάρουν νερό με την αράδα.

Με το νερό που χυνόταν πότιζαν τα ζώα σε κάτι υποτυπώδεις ποτίστρες. Για να πλύνουν τα χοντρά ρούχα, στρωσίδια, κλινοσκεπάσματα και άλλα έφθαναν κάτω στο «Μαναστήρι», την τοποθεσία όπου πήγαζε αρκετό νερό.

Παλιότερα στη Σαγιάδα καλλιεργούσαν και αμπέλια, έβγαζαν αρκετό κρασί. Κάπου στην τρίτη δεκαετία του αιώνα έπεσε φοβερή φυλλοξήρα. Καταστράφηκαν όλα τα αμπέλια του χωριού. Στη θέση τους φυτεύτηκαν ελαιόδεντρα. Έμειναν μόνο τα ονόματα των τοποθεσιών όπου αυτά καλλιεργούνταν. Εξακολούθησαν να αποκαλούνται «Αμπέλια» στον κάμπο, «Παλιάμπελα» και «Κληματάκι» κάτω από το χωριό. Η Σαγιάδα έπαυσε έκτοτε να ασχολείται με αμπέλια και παραγωγή κρασιού.

Τα σταφύλια τα πατούσαν στα αμπέλια και μετέφεραν το μούστο στο χωριό. Είχαν κοινά πέτρινα πατητήρια. Στα παλιά τσογκαίικα σπίτια σωζόταν ξύλινο πατητήρι μέχρι το 1943 που κάηκε το χωριό.

Κάτι που θα πρέπει να σημειώσουμε είναι το θέμα των μετακινήσεων. Οι μετακινήσεις και μεταφορές εξακολουθούσαν να είναι δύσκολες, όσο και αν οι συνθήκες ασφάλειας ήταν τώρα ασυγκρίτως καλύτερες. Ο αμαξιτός δρόμος για τους Φιλιάτες χαράχτηκε το 1925. Στη χάραξή του εργάστηκε και ο Σαγιαδινός Γιώργος Τρουμπάτας ως εργοδηγός δημοσίων έργων. Αλλά το πρώτο αυτοκίνητο που έκανε το δρόμο Φιλιάτες-Σαγιάδα ήταν το 1934. Τότε κατασκευάστηκαν οι δρόμοι για Φιλιάτες και Ηγουμενίτσα . Τα αυτοκίνητα βέβαια ήταν ελάχιστα. Με τα κάρα γίνονταν μεταφορές. Ένα μόνο φορτηγό του Φιλιαταίου Κοτσώνη βλέπαμε στο Σκάλωμα για κάποιο διάστημα και μετά τον πόλεμο του ΄40, λένε Σαγιαδινοί. Τα μουλάρια και τα γομάρια (γαϊδούρια) θα συνέχιζαν, για πολύ ακόμα, να είναι το κύριο μέσο μεταφορών για ανθρώπους και μικρά φορτία  . Σε πρακτικό της κοινότητας του 1938 εγκρίνεται το ποσό των 150 δραχμών για τη μετάβαση του γραμματέα της στους Φιλιάτες με υποζύγιο.

Υπήρχαν δηλαδή σημαντικές δυσκολίες στη ζωή των κατοίκων. Και όμως αυτοί ήταν γαντζωμένοι γερά στον τόπο τους. Πραγματικά, κάνει εντύπωση το γεγονός ότι οι Σαγιαδινοί δεν εγκατέλειπαν εύκολα τον τόπο τους, ούτε για σύντομα χρονικά διαστήματα. Δεν πήγαιναν να δουλέψουν μακριά, παρά στα πιο κοντινά χωριά. Ήταν η αδυναμία για το χωριό τους ή δεν τους έκανε η ανάγκη; Ίσως και τα δύο.

Το τοπικιστικό πνεύμα, λένε, είναι ίδιο των Τσάμηδων. Ωστόσο οι Πλεσιβιτσιώτες ξενιτεύονταν. Όμως αυτοί δεν είχαν έσοδα από τη θάλασσα και το λιμάνι όπως οι Σαγιαδινοί. Από Σαγιαδινούς πωλητές περίμεναν να φάνε ψάρια οι Πλαίσιοι και οι κάτοικοι των άλλων χωριών της περιοχής. Ο Ηλίας Αντωνίου (καθηγητής Μ.Ε, γιος ψαρά) σε μια πολύ ενδιαφέρουσα εργασία του γράφει  για τους τρόπους ψαρέματος στη Σαγιάδα.

Ηπειρώτες ήταν και είναι ακόμα εγκατεσπαρμένοι παντού. Κάθε οικογένεια είχε και έναν ξενιτεμένο. ΄Οχι μόνο σε ξένες μακρινές χώρες, αλλά και μέσα στην χώρα μας συναντάς απ’ όλα τα μέρη της Ηπείρου ακόμη και σήμερα, αρτοποιούς, εμπόρους και παλιότερα χτίστες, γανωματήδες και βαρελάδες. Οι Σαγιαδινοί δεν ασκούσαν επαγγέλματα, όπως του κασσιτερωτή (καλατζή) ή του βαρελά, που θα τους έκαναν να φεύγουν έστω και για λίγους μήνες το χρόνο από το χωριό τους. Μερικές οικογένειες Σαγιαδινών βρίσκονταν στη Θεσσαλονίκη ή στην Κέρκυρα και μερικές άλλες, μετρημένες στα δάχτυλα, στη Βουλγαρία και Ρουμανία. 

Ασφαλώς η νοοτροπία των Σαγιαδινών ήταν έντονα τοπικιστική αλλά ο βασικότερος λόγος που δεν ξενιτεύονταν ήταν, ότι παρόλα τα προβλήματα μπορούσαν να τα βολέψουν στον τόπο τους. Δεν έλειπαν οι πηγές εισοδήματος. «Προπολεμικά στη Σαγιάδα δεν πεινούσαμε», λέει ο Βασίλης Μάστορας σε αφήγησή του, χωρίς αυτό να είναι και απόλυτο. Υπήρχαν κάποιες οικογένειες που στερούνταν και τα στοιχειώδη. Βέβαια, οι απαιτήσεις των ανθρώπων τότε δεν ήταν μεγάλες. Τους έφτανε να εξασφαλίσουν το ψωμί, το λάδι και το γάλα. Και ο τόπος τα παρείχε αυτά. Όλες οι οικογένειες είχαν από δυο-τρία γίδια που τα έβοσκε ο τσομπάνος του χωριού . Επιπλέον ήταν και τα καλά της θάλασσας και η επικοινωνία με την Κέρκυρα. Η Κέρκυρα ήταν πιο προσιτή απ΄ότι η ενδοχώρα. Σ΄αυτήν μπορούσαν να πάνε οι κάτοικοι της περιοχής με καΐκι καθημερινά. Έπειτα είχε αγορά μεγάλη, γιατρούς κ.λπ.. 

Όλα αυτά τα χρόνια η Σαγιάδα είχε το γιατρό της. Θυμάται και ο Σκάγιας τους γιατρούς της Σαγιάδας, τον Κόντη από τη Δίβρη και τον Μπεσμπέα. Ο τελευταίος καταγόταν από την Πελοπόννησο, υπηρετούσε ως στρατιωτικός γιατρός και έμεινε μόνιμα στo χωριό. Τον βρήκε γιατρό στη Σαγιάδα ο πόλεμος. Ο Κόντης, που προηγήθηκε του Μπεσμπέα, διατηρούσε παράλληλα με το ιατρείο και φαρμακείο στο  χωριό, σε κατάστημα του Σκανταλέτου, του οποίου υπήρξε γαμπρός. Είχε παντρευτεί τη Χαρίκλεια Σκανταλέτου. 

Πολύ αναπτυγμένη ήταν από παλιά η κτηνοτροφία στον τόπο αυτό. Έτρεφαν γιδοπρόβατα και αγελάδια κυρίως, ενώ χοίρους ελάχιστους. Καμιά εξηνταριά είχε ο Ηλία Προκόπης και δυο τρεις άλλοι από πολύ λιγότερους. Εκτός από το βουνό και τους λόφους ήταν και ο κάμπος που χρησίμευε για βοσκή, γιατί κάθε χρόνο έμενε αρκετή έκτασή τουχέρσα. Η λωρίδα Σαγιάδας , στα παράλια της οποίας λειτουργούν τώρα τα ιχθυοτροφεία, ήταν επίσης ένας εκτεταμένος βοσκότοπος. Έβοσκαν πολλά κοπάδια            των        νομάδων κτηνοτρόφων                (Βλάχων).                 Αυτοί κατέβαιναν από τα βουνά το φθινόπωρο και ξαναέφευγαν την άνοιξη με τα γιδοπρόβατα, τα σκυλιά και τα άλογα φορτωμένα με κλινοσκεπάσματα, τρόφιμα και τα μικρά παιδιά. Έμεναν στη λωρίδα ή στον κάμπο, όλοι τους σε αχυροκαλύβες, τα «κονάκια», που τις έστηναν κάθε φορά και από την αρχή. Συνέβαλαν και αυτοί στις δραστηριότητες και γενικά στη ζωή της Σαγιάδας. 

Υπήρχαν και κτηματίες με κάποια στρέμματα γης, οι οποίοι απασχολούσαν εργάτες και είχαν αξιόλογη παραγωγή καθώς και τρανοί τσελιγκάδες με μεγάλα κοπάδια, εκατοντάδες καμιά φορά, που τα έβοσκαν τσοπαναραίοι με μια πενιχρή ρόγα (μηνιάτικο), μια κάπα και ένα ζευγάρι τσαρούχια το εξάμηνο. Πρώτος μεγάλος τσέλιγκας παλιά ήταν ο Πέτρος Τσόγκας. Τον καιρό της δόξας των Τσογκαίων (στη δεκαετία του 1890 και ως τις αρχές του 1900) είχε 1300 πρόβατα . Οι μεγάλοι του καιρού εκείνου γύριζαν καλοντυμένοι και καμαρωτοί, καβάλα σε άλογα κατάλληλα εκπαιδευμένα, “τα μπινέκια”.  Τι γινόταν όμως με το λιμάνι; Η εφημερίδα «Θεσπρωτία» της 8ης Φεβρουαρίου 1933 γράφει για την κατάσταση του λιμανιού της Σαγιάδας: «Αφότου ο «Πολικός» εξώκειλε και μπήκε στη δεξαμενή να εκκαθαρισθή, ο λιμήν της Σαγιάδας έμεινε χωρίς ατμοπλοϊκήν σύνδεσιν. Η δυσκολία που έχουν οι έμποροι είναι προφανής καθώς και των κατοίκων που εξυπηρετούντο διά της κατ’ ευθείαν γραμμής Πειραιώς-Πατρών- Σαγιάδος. Επίσης κατεδικάσθησαν εις την στέρησιν του επιουσίου και οι εργάται του Όρμου Σαγιάδος που, αφότου κατηργήθησαν αι αλυκαί, παραμένουν άνευ εργασίας.

Αλλά ποιος να φροντίση; Ποιος τόρα μας σκέπτεται ως ανθρώπους υποφέροντας; Ν’αποταθώμεν εις τους πολιτικούς μας; Βαρεθήκαμε. Τόρα μάλιστα που έχουμε και εκλογάς με το πλειοψηφικόν σύστημα και ο κυβερνητικός Συνδυασμός χοροπηδά νομίζοντας ότι έδεσε τον γαϊδαρό του…» 

Όπως προκύπτει και από μαρτυρίες Σαγιαδινών, η απαισιοδοξία του δημοσιογράφου επαληθεύτηκε. Δεν ελήφθη καμία μέριμνα.  Το λιμάνι  είχε υποβαθμιστεί.  Δρομολόγια με την Κέρκυρα εκτελούσαν μικρά βενζινόπλοια. Το ένα απ΄αυτά ανήκε στους Σαγιαδινούς Θωμά και Γιώργο Παππά (Θωμά Χάρη και Γιώργο Χάρη) και ένα άλλο σε Κερκυραίο. Μια «φορτηγίδα», είχαν ο Γρηγόρης Καμβύσας με το Γιάννη Νάτση. 

Η εμπορική του κίνηση ήταν φυσικά μικρή. Τη σκυτάλη είχε πάρει πλέον το λιμάνι της Ηγουμενίτσας.1 Οι μεγάλες οικογένειες του χωριού εξέπεσαν. Το μόνο που έμεινε στους Τσογκαίους και τους Σκανταλεταίους, για παράδειγμα, ήταν τα σπίτια και κάποια παραπάνω περιουσία σε γη. Οι αλυκές επίσης σταμάτησαν να λειτουργούν. Υπολειτούργησαν τα χρόνια της ιταλογερμανικής κατοχής με εργάτες Σαγιαδινούς και αφεντικά τους αγάδες, οι οποίοι είχαν πάρει την άδεια από τους κατακτητές. Το ψάρεμα, ο κάμπος και η κτηνοτροφία ήταν που απέφεραν τώρα ικανοποιητικά για την εποχή εισοδήματα. Βέβαια υπήρχαν και οι φτωχοί μεροκαματιάρηδες, καμιά δεκαπενταριά οικογένειες. 

 Τα μόνα σπίτια που υπήρχαν στην Ηγουμενίτσα το 1868 ήταν στη θέση Γράβα.

Το παζάρι, στο οποίο αναφερθήκαμε και στο προηγούμενο κεφάλαιο, εξακολουθούσε να γίνεται μέχρι και το 1940. Θυμάται αμυδρά και ο γράφων κόσμο αρκετό, απλωμένα μάλλινα κυρίως υφαντά γύρω στους τοίχους του αλωνιού της Εκκλησίας και άλλα διάφορα, όπως ζαρζαβατικά από το Ράι και από τη Σκέφαρη, αρνιά ζωντανά και σφαγμένα που έφερναν οι βλάχοι ( κάποια κρέμονταν στο κρεοπωλείο του Μητσάκου και του Κώστα Λούκα), ακατέργαστα δέρματα (τα «τουμάρια»), τσαρούχια που έφερναν οι Πλεσιβιτσιώτες και άλλα. (Παπούτσια έφτιαχνε, λένε, στη Σαγιάδα ο Γιάννη Γκόγκος). Τα εκθέματα έπιαναν όλη την αγορά και από τις δυο μεριές της. «Το παζάρι ήταν και ένα αντάμωμα για τις δουλειές τους». «Οι Βλάχοι ανέβαιναν και για να νοικιάζουν τα λιβάδια». 

Μπορούμε έτσι να συμπεράνουμε ότι η Σαγιάδα ήταν και πάλι σε καλύτερη μοίρα από τα γύρω χωριά. Οι Σαγιαδινοί ήταν σε θέση να κατεβάζουν και κανένα ποτήρι παραπάνω. Φημίζονταν ως οι καλύτεροι καταναλωτές του ούζου «Σιάτρα» των Ιωαννίνων. 

Γράφει ο Γ. Βουγίδης στο ίδιο ποίημα που αναφέρθηκε: 

Κι έτσι ως είναι ξεπεσμένη η Σαγιάδα η καημένη ούζο πίνοντας με κέφι την παλιά της δόξα γνέφει 

Τα σπίτια του χωριού προπολεμικά 

Ειπώθηκε ότι η Σαγιάδα είχε αρκετά αρχοντικά σπίτια και ήταν «ένα κομψότατο χωριό». Τα σπίτια του και κατεστραμμένα σήμερα αποπνέουν αρχοντιά, έγραψε τελευταία ένας δημοσιογράφος αθηναϊκής

εφημερίδας. Τα τσογκαίικα στο μεσοχώρι2 απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, ίδια μέγαρα, νεοκλασικού τύπου, σχεδιασμένα από αρχιτέκτονα με θαυμαστή συμμετρία, αλλά και τα σκανταλεταίικα, που έπιαναν ένα μέρος της αγοράς, ήταν από τα πιο σημαντικά. Σώζονταν έτσι μέχρι τον τελευταίο πόλεμο.

Όσοι τα έφθασαν, θυμούνται τ΄αρχοντόσπιτα των Τσογκαίων με τη μεγαλοπρεπή είσοδο, όλο ψιλοπελεκητή πέτρα, όπως και το όλο κτήριο, τις φαρδιές σκάλες που οδηγούσαν στους ευρύχωρους εσωτερικούς χώρους, τα υπνοδωμάτια με τα κρεβάτια από ορείχαλκο, τον ξενώνα, το σαλόνι με τους καναπέδες και τις πολυθρόνες με τ΄ακριβά βυσσινί καλύμματα και τους πολυέλαιους, στους οποίους έκαιγαν κεριά, να κρέμονται από τα περίτεχνα γύψινα ταβάνια, τα ακριβά σερβίτσια, τους δίσκους και τα βαριά, επινικελωμένα κουταλοπίρουνα, υπολείμματα όλα παλιάς ευμάρειας, φερμένα από τη Βενετία και την Τεργέστη.

Κατά την αρχιτέκτονα Χρ. Γόγολου, η οποία συνέταξε μελέτη για την παλιά Σαγιάδα, «τα κτίριά της είναι του δευτέρου μισού του 19ου αιώνα  με συμπαγή όγκο, με σχεδόν τετράγωνη κάτοψη, διώροφα, λιθόχτιστα  και επιχρισμένα. Κατασκευασμένα με ντόπια υλικά (πέτρα, ξύλο, πηλό, ασβέστη), καθώς και υλικά εισαγωγής, όπως σιδερικά, χρώματα, τζάμια. Οι όψεις τους προς το δρόμο ήταν επιμελημένες, με παράθυρα, εξώστες, πέτρινα ή μεταλλικά φουρούσια, περίτεχνες σιδεριές και αξιόλογες αυλόθυρες. Κάθε κτίριο είχε αμυντική δυνατότητα με τους πέτρινους μαντρότοιχους, με μικρά ανοίγματα στο ισόγειο».

Τα αποχωρητήρια ήταν πρόχειρα κατασκευάσματα χωρίς βόθρο σε μικρή απόσταση από το σπίτι, στην άκρη του λάκκου, πίσω από φραγκοσυκιές ή άλλους θάμνους και για λεκάνη είχαν δυο σανίδες ή πέτρινες πλάκες.

Ας παρακολουθήσουμε όμως την αναλυτική περιγραφή που κάνει η Χριστίνα Γόγολου στη μελέτη της για τα κτίρια της παλιάς Σαγιάδας  :

 «Μορφές απλές, χωρίς διακοσμήσεις εξωτερικά, σχήματα παρόμοια μεταξύ τους, διώροφα ως επί το πλείστον με μορφή αμυντική, με μικρά ανοίγματα στο ισόγειο και μεγαλύτερα στον όροφο. Γείσο στέγης μικρό, που συμβάλλει στην κανονική εντύπωση. Δομικό υλικό ασβεστόλιθοι λευκοί ή γκρίζοι και περιορισμένη χρήση ξύλου (καρυδιάς, οξυάς ή πεύκου). Η όλη κατασκευή τους ενισχύεται με ξυλοδεσιές ή ζωνάρια πέτρινα. Στέγη με κεραμίδι τετράριχτη. Τα ανοίγματα με πέτρινο οριζόντιο υπέρθυρο και το αντίστοιχο ανακουφιστικό τόξο. Θολωτό υπόγειο, ο γκουμπές, όπου το έδαφος επιτρέπει. Μεγάλες τοξωτές αυλόθυρες και κάτω από σκάλες, όταν η είσοδος για κάθε όροφο είναι εξωτερική. Διαφοροποιήσεις, ανάμεσα στα κτίρια παρατηρούνται ανάλογα με την οικονομική κατάσταση των ιδιοκτητών, τη χρονολογία κτήσης και τις ποικίλες μεταγενέστερες προσθήκες ή αλλαγές. Έτσι βρίσκουμε κτίρια αρχοντικά διώροφα ή τριώροφα, με μεγάλους άνετους χώρους και υποδειγματική λειτουργικότητα, με μεγάλες απαιτήσεις στην κατασκευή, τετράγωνα, παραλληλόγραμμα ή με Γάμα σχήμα». Διάκριση μπορεί να γίνει, λέει η Γόγολου, από τον τρόπο κατασκευής, ξερολιθιά ή με κονίαμα, παράθυρα, εξώστες κ. ά. Το πιο ωραίο παραδοσιακό σπίτι ήταν του Κοντού. Βρίσκεται στις ανατολικές παρυφές του χωριού, όπου και τα Μανταίικα.

 

Ενδυμασίες και κλινοσκεπάσματα

Για τις ενδυμασίες των αντρών και των γυναικών της Σαγιάδας, κυρίως της προηγούμενης γενιάς και των παλιότερων, μιλάνε ο Μιχάλης και η Ιουλία Αναστασιάδη1.

 

 

Στο πλάι τους κρέμονταν η αλυσίδα του ρολογιού τσέπης

 

                                 

Οι άντρες του χωριού στα χρόνια που θυμάται, λέει ο Μιχάλης Αναστασιάδης (γεν.1904), «φόραγαν σαλιβάρια μαύρα (είδος παντελονιού). Οι Βλάχοι και οι Αρβανίτες φόραγαν άσπρα. Κάλτσες που έφταναν ως το “γόνα” λίγοι φόραγαν και μόνο στις γιορτές. Πάνω είχαν το γιλέκο και από μέσα το πουκάμισο. Κατάσαρκα φόραγαν φανέλες μάλλινες, κουμπωτές στο πλάι. Στη μέση έβαζαν “ζωστήρι”. Στο κεφάλι έφεραν φέσι κόκκινο με φούντα. Αυτό μετά την απελευθέρωση έγινε καπέλο μαύρο, πιο χαμηλό από το φέσι (Καπέλα μαύρα στρογγυλά φορούσαν κάποιοι Σαγιαδινοί, όπως ο Γεράσιμος Μάικας, ο Πέτρος Αντωνίου κ ά.). Στο πλάι τους κρέμονταν η αλυσίδα του ρολογιού τσέπης. Τα παπούτσια τους ήταν τσαρούχια με φούντα».

Ο Αναστασιάδης δε θυμάται αν φορούσανε φουστανέλα, αλλά ο Σκέντος περιγράφει τον προπάππο του με φουστανέλα. Δικαιολογημένα δε θυμάται τη φουστανέλα ο Αναστασιάδης, γιατί με την εισαγωγή του ευρωπαϊκού τρόπου ενδυμασίας από τα τέλη του 19ου αιώνα, η φουστανέλα άρχισε να υποχωρεί. Τη φουστανέλα παλιά φορούσαν με καμάρι Έλληνες και Αρβανίτες από το Μπεράτι και κάτω, γράφει ο Α. Μαμμόπουλος.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και όσα λέει ο αφηγητής για τους ραφτάδες. Πήγαιναν, λέει, εκείνοι στο σπίτι του πελάτη και του έραβαν. Έφεραν μαζί τους και τα απαραίτητα, όπως το ψαλίδι και τη μεζούρα μέσα σε ντουρβά. Αλλού βρήκαμε να γίνεται λόγος και για ένα άλλο εργαλείο που είχε τότε ο ράφτης, το αγκίστρι ή γάτα . 

Ένα είδος παντελονιού ήταν και οι κιλότες. Ήταν παντελόνια φαρδιά στους μηρούς που στένευαν από το γόνατο και κάτω. Ο γράφων θυμάται τους συγχωριανούς μας Παύλο Μπέσιο, Λεωνίδα Κολοκυθιάρη και Μιχάλη Μάστορα, οι οποίοι τις φορούσαν μέχρι τελευταία που πέθαναν. 

Η Ιουλία Αναστασιάδη περιγράφει τις ενδυμασίες των γυναικών και τα κλινοσκεπάσματα: «Οι παλιότερες γυναίκες που θυμάμαι φοράγανε σεγκούνια. Είχανε φορέματα με τσέπες κεντημένες και μαντίλια και γαϊτάνια σκούρα και κόκκινα και πουκάμισα. Από μέσα το ρουτί και από πάνω το φόρεμα». Οι Σαγιαδινές, λέει, ντύνονταν πιο μοντέρνα, επηρεασμένες από την Κέρκυρα. Από τον αστράγαλο και πάνω φόραγαν κάλτσες κεντημένες. Κεντημένα ήταν και τα γιλέκα και τα φουστάνια. Στο κεφάλι φόραγαν μαντίλια που τα έφερναν οι ταξιδεμένοι ή τα αγόραζαν από τους εμπόρους. Στις γιορτές φόραγαν τα πιο καλά με κεντήματα κόκκινα, μπλε κ.λπ…επίσης αλυσίδα στο λαιμό, σκουλαρίκια και δαχτυλίδια …για παπούτσια φόραγαν κάτι χοντροπάπουτσα με φούντες. Τα μικρά παιδιά φόραγαν φουστάνια και τα μεγάλα πανταλόνια, που τα ΄καναν οι μανάδες με αλατζάδες (είδος υφάσματος). Στο χωριό υφαίναμε πολλές γυναίκες στον αργαλειό διάφορα υφαντά, κιλίμια, χαλιά, φλοκωτές (φλοκάτες). Μεταπολεμικά έφτιαχναν και ωραιότατα χαλιά, την τέχνη των οποίων είχαν διδαχθεί σε σχολή του Πλαισίου. Τα υφαντά τα βάφαμε στα σπίτια μας με υλικό από αγριομηλιά, με κάτι ρίζες αποξηραμένες. Τα βάζαμε μέρες μέσα στο καζάνι». Αυτά λέει Ιουλία. 

Οι ενδυμασίες αυτές δεν ήταν φυσικά μόνο της Σαγιάδας. Παρόμοια ντύνονταν και στα γύρω χωριά και στην άλλη Ήπειρο. Ο Σκάγιας γράφει για τις ενδυμασίες στο Πλαίσιο: «Οι γυναίκες φορούσανε στην καθημερινή τους χρήση ένα απλό φουστάνι με το σεγκούνι τους και την ποδιά τους και το μαύρο τους μαντήλι.» Για τους άντρες, λέει ο ίδιος, «το επίσημο φόρεμά τους ήτανε η φουστανέλα με τα τσιαμαντάνια και τα πεσιλιά και τα άλλα της στολής αυτή. Εις την καθημερινή χρήσι ήτανε τα πιτούρια με τις κάλτσες, τα τσιαμαντάνια και τα παλτά τα τσιάμικα με τα φέσια τα κόκκινα που έρχονταν από την Ευρώπη και τα καπέλα τα στρογγυλά που φτιάχνονταν στον τόπο, τα άσπρα σεγκούνια με σούρες πίσω και πλατειά μανίκια. Αργότερα τα πιτούρια και οι κάλτσες αντικατασταθήκανε με τις βράκες τις μακρυές»1

Πολλοί άντρες φορούσαν φέσι, ενώ οι γυναίκες φορούσαν μαντίλα κόκκινη με πλουμίδια οι νέες και μαύρη οι μεγαλύτερες (τη μαύρη μαντίλα φορούν ακόμα οι παλιότερες). Το σεγκούνι, το γιλέκο, η ποδιά απαιτούσαν περισσότερη τέχνη, είχαν περισσότερα πλουμίδια, προπαντός αυτά των πλουσίων. Το σεγκούνι φοριόταν σαν παλτό. Οι άντρες για παλτό είχαν τις κάπες, μαύρες ως επί το πλείστον, από χοντρό πρόβειο κυρίως μαλλί, με χνούδι σα φλόκο εξωτερικά και κάλυμμα κεφαλής, την «κατσούλα». Οι τσομπάνηδες φορούσαν το χειμώνα κάπες, για να τους προφυλάσσουν από το κρύο και τη βροχή. Πιο ελαφρύ παλτό ήταν το ταλαγάνι, φτιαγμένο από μαλλί γίδας πιο πολύ και χωρίς φλόκο.

Δεν είπαμε τίποτε για το νυφικό ένδυμα. Παλιότερα, των γυναικών, κατά τη Χόρη Μάντου-Αντωνάδου, ήταν μακρύ πλισέ φόρεμα κόκκινο ή μωβ, γιλέκο, ντουλαμά, μαντίλι κόκκινο, ποδιά, κάλτσες, όλα με πολλά πλουμίδια, ανάλογα βέβαια και με την κοινωνική τάξη της νύφης. Τα χρόνια του μεσοπολέμου άρχισε να γίνεται χρήση σύγχρονου νυφικού, το οποίο είχε κατ΄αρχάς χρώμα ροζ αντί λευκού.

Του γαμπρού το κοστούμι ήταν όπως το κυριακάτικο. Οι φτωχοί, που δε διέθεταν καλά ρούχα, τα δανείζονταν για την ημέρα του γάμου τους από τις πιο ευκατάστατες οικογένειες του χωριού. Έτσι με το ίδιο κοστούμι γίνονταν πολλοί γαμπροί μέχρι και το ΄50 .

Η κατασκευή των μάλλινων και βαμβακερών «σκουτιών» περνούσε από τα χέρια των γυναικών . Και ήταν πολύ κουραστική η δουλειά του αργαλειού, γι΄ αυτό έλεγαν:

Το κέντημα είναι γλέντημα, η ρόκα είναι σεργιάνι κι ο έρημος ο αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη.

Περιττό βέβαια να πούμε ότι πολλές από τις παραδοσιακές ενδυμασίες, τις οποίες αναφέραμε, δε μας είναι εντελώς άγνωστες, γιατί παρόμοιες φορούν και σήμερα στις εθνικές μας γιορτές οι μαθητές των σχολείων καθώς και οι τσολιάδες στις τιμητικές φρουρές.

Λεπτομερείς περιγραφές παραδοσιακών ενδυμασιών κάνει ο Θ. Φώτσης και ο Α. Μαμόπουλος: 

Τα πιτούρια (ή ποτούρια) ήταν παντελόνια φαρδιά στους μηρούς, φουσκωτά, μπόλικα που στένευαν όσο κατέβαιναν και κούμπωναν λίγο κάτω από τα γόνατα. Στη μέση έκαναν σούρα και δένονταν

με βρακοζώνα . Τα τσερέπια (ή τσουράπια) ήταν πλήρεις κάλτσες με πατούσα. Οι κάλτσες σταματούσαν στον αστράγαλο, όπως λέει και ο Αναστασιάδης. Αλλού αυτά τα λέγανε καλτσούνια και ήταν βαμβακερά ή πλεκτά. Στο υπόλοιπο πόδι φοριόνταν οι πατούνες. «Το ρουτί ήταν πουκάμισο χασεδένιο από πάνω μέχρι κάτω κοντά στους αστράγαλους με μανίκια στενά κουμπωμένα στους καρπούς των χεριών, ανοιχτό στο στήθος, όπου κουμπώνεται» . Η ποδιά ήταν και αυτή υφαντή με μάλλινο χρωματιστό νήμα, αλλά αργότερα την έφτιαχναν μεγαλύτερη και το ύφασμα ήταν ρετσίνα ή κατιφέ.

Στη Σαγιάδα φορούσαν και το ντουλαμά, που ήταν μάλλινος, κοντός χωρίς κουμπάκια με μανίκια κανονικά, λέει η Χόρη σύζ. του Ντίνου Αντωνάδου. Αλλού διαβάζουμε πως πρόκειται για επενδύτη με τα μανίκια κρεμαστά στην πλάτη και ραμμένα μόνο στο τέλος προς τους καρπούς.

Η Χόρη (Τερψιχόρη) Αντωνάδου μιλάει για τα φαγητά 

Τα φαγιά μας στην παλιά Σαγιάδα ήταν φασολάδα, λάχανα, σπανάκια τσιγαριστά με πιπέρι κόκκινο, λαψάνες, μάλαθρα, πολυτρίχια, μπομπόλια, τραχανάς και μπαζίνα με καλαμποκίσιο αλεύρι, που το έτρωγαν το πρωί και μετά πήγαιναν για δουλειά.

Κρέας δεν έτρωγαν συχνά. Συνήθως έσφαζαν γίδα ή προβατίνα… Το Πάσχα έφερναν οι βλάχοι αρνιά και παίρνανε εκείνοι που δεν είχαν δικά τους. Ψάρια και χέλια έτρωγαν, γιατί ήταν ψαράδες και στο παλιό χωριό τα έφερναν και τα πουλούσαν φτηνά.

Και προσθέτει η Χόρη: «είχανε στο παλιό χωριό όλοι από δύο-τρία γίδια και τα φύλαγε τσομπάνος που πληρώνονταν με το κεφάλι… Τα Χριστούγεννα του τσομπάνου του κάνανε γουζάρα (χριστόψωμο με αυγό ή καρύδια). Το Πάσχα του δίναν λουκούμι και αυγό κόκκινο».

 

Οι δραστηριότητες της κοινότητας

Από τις δραστηριότητες της Κοινότητας συνάγονται συμπεράσματα για τη ζωή των κατοίκων, γι΄αυτό και παραθέτουμε αποσπάσματα από τα πρακτικά της, με κάποιες δικές μας διακριτές παρεμβάσεις. Πράξη 76\1940

 Συγκρότηση υπηρεσιών της κοινότητας

1.            Διοικητικών υπηρεσιών

2.            Υγειονομική υπηρεσία

3.            Ειδικαί υπηρεσίαι

(Ακολουθεί ο καθορισμός των αρμοδιοτήτων εκάστης υπηρεσίας, τον οποίο παραλείπουμε).

Ψηφίζει τον οργανισμό της εσωτερικής υπηρεσίας της κοινότητος 1940-41 «εν ω περιλαμβάνονται αι θέσεις, οι μισθοί και τα προσόντα των κοινοτικών υπαλλήλων ως και ο τρόπος προσλήψεως αυτών».

Αφού αναγράφεται ότι τα έσοδα ανέρχονται σε «άνω των 100.000 δραχμών», καθορίζονται οι μισθοί των υπαλλήλων της ως εξής:

1              Του γραμματέα μηνιαία αντιμισθία δραχμάς     1200

2              Του ειδικού ληξιάρχου //            //             160

3              Του κλητήρα      //            //             240

Καθορίζεται η μηνιαία αντιμισθία του ιατρού εις 2.500 δραχμάς και διορίζεται ως κοινοτικός γεωπόνος ο απόφοιτος κατωτέρας Γεωπ. Σχολής Βασίλειος Τσόγκας, αλλά σημειώνεται ότι «η μηνιαία αντιμισθία του δεν καθωρίσθη εισέτι». (Σε πράξη επομένων ετών ορίζεται η μηνιαία αμοιβή γεωπόνου σε 500 δραχμές).

Πράξη 77 της 18-8-1940

(Αναγράφεται ότι): Το ποσό φόρων από προϊόντα γαλακτοκομίας και ζωοκομίας του οικον. έτους 1940-41 βάσει των συνταχθέντων πινάκων των υποχρέων ανέρχεται εις δραχμάς 25.746,75.

181

Ακολουθεί πίνακας με τη φορολογία που επέβαλε η κοινότητα με την αριθ.8/1939 πράξη της στα προϊόντα γαλακτοκομίας και ζωοκομίας:

Α΄ τυρός              Δρχ.

Εν άλμη φέτα τουλουμοτύριον κατ΄ οκάν δραχμάς         0,64

Κεφαλοτύρι κοινού μηζύθρας και καπνιστή κατ΄οκάν δραχ.      1,40

Κασέρι κασκαβ…             1,02

Μανούρι             3,20

Τυρός εγχώριος κατωτάτης ποιότητος ….γκίζα   0,19

Βούτυρο οικιακής χρήσις λειωμένο         2,30

Βούτυρον άλειωτο          1,15

Καϋμάκι ή ανθόγαλα    4,60

Γάλα νωπόν       0,25

Γιαούρτι              0,25

Επί των αμνών και εριφίων κατά κεφαλήν          3

(Με την ευκαιρία σημειώνουμε ότι, όπως προκύπτει από πρακτικά συνταχθέντα αμέσως μετά τον πόλεμο, οι τιμές προϊόντων και οι αμοιβές των εργαζομένων είναι ακριβώς οι ίδιες των προπολεμικών).

Ο Ι. Πέγκας  μας δίνει την ισοτιμία της δραχμής με το ναπολεόνι και τη χρυσή λίρα και την αγοραστική τους αξία:

1 ναπολεόνι Γαλλίας το 1917 είχε             20 δραχμές

1 χρυσή λίρα Αγγλίας    25 δραχμές

Με 1 ναπολεόνι αγόραζες           4 οκάδες καλαμπόκι

Με 1 χρυσή λίρα Αγγλίας αγόραζες        5                     »

(δηλ.1 οκά=5 δραχ.)

Αυτά συνέβαιναν στη Σαγιάδα στις παραμονές του Ελληνοϊταλικού πολέμου.

Τα χρόνια του μεσοπολέμου ήταν, μπορούμε να πούμε, μια ανάσα για τη χώρα μας παρά τις εσωτερικές μας ανωμαλίες. Το πρωινό όμως της 28ης Οκτωβρίου του 1940 οι σειρήνες του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, που εμαίνετο ήδη, σήμαναν και για τη χώρα μας. Η σύμμαχος των Γερμανών, Ιταλία μας κήρυξε, εντελώς αναίτια και απρόκλητα, τον πόλεμο. H παραμεθόριος Σαγιάδα δέχτηκε από τις πρώτες ώρες την εισβολή. Ο πόλεμος βρήκε τη χώρα μας κάτω από το δικτατορικό καθεστώς του Ι. Μεταξά.

 

Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου

Ο Μεταξάς ήταν έξυπνος και ικανός αξιωματικός που υπηρέτησε μάλιστα στο Γενικό Επιτελείο Στρατού. Είχε σπουδάσει στη Γερμανία και ήταν πιστός φίλος και θαυμαστής αυτής της χώρας. Φανατικός αντιβενιζελικός, καίτοι είχε συνεργαστεί με το Βενιζέλο, και αποτυχημένος πολιτικός , αφού το κόμμα του είχε εκλέξει την τελευταία φορά εφτά μόνο βουλευτές, επεδίωξε και πέτυχε να κυβερνήσει την Ελλάδα δικτατορικά.

Στις 4 Αυγούστου 1936 ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ του έδωσε την άδεια να εγκαθιδρύσει δικτατορία, αφού προηγουμένως τον είχε προωθήσει στην πρωθυπουργία, χωρίς να συμβουλευθεί τα κόμματα . Το Νοέμβριο ίδρυσε την Εθνική Οργάνωση Νεολαίας (Ε.Ο.Ν.) με επίτιμο πρόεδρό της το διάδοχο Παύλο. Αυτή απλώθηκε σε όλες τις πόλεις και τα χωριά της Ελλάδας. Έγιναν υποχρεωτικά μέλη της όλοι οι νέοι. Οι μικροί της Ε.Ο.Ν. ονομάστηκαν “σκαπανείς”και οι μεγαλύτεροι “φαλαγγίτες.” Φορούσαν μπλε στολή, δίκοχο και χαιρετούσαν φασιστικά, με τεταμένο το χέρι μπροστά. Έκαναν τακτικά συγκεντρώσεις με ομιλίες, ασκήσεις διάφορες, τραγούδια και άλλα τέτοια.

 Ο Νικ. Κόρος απουσίασε, λέει, από δυο συγκεντρώσεις. Τον κάλεσε ο διοικητής της χωροφυλακής στους Φιλιάτες και του έτριξε τα δόντια. Έτσι, δεν ξανατόλμησε να απουσιάσει. Σαν καλός φαλαγγίτης έκλεινε το μαγαζί του και έσπευδε να πάρει μέρος στις συγκεντρώσεις. Πριν απ΄όλα ήταν το χρέος προς το καθεστώς.

Στα σχολεία ολόκληρη η τετάρτη ημέρα της εβδομάδας έπρεπε να αφιερώνεται σε σχηματισμούς της Ε.Ο.Ν. Ο Σπύρος Αλεξίου, δεκάχρονο παιδί τότε, καθώς και ο Γρηγόρης Τσόγκας ήταν σκαπανείς και θυμούνται αυτούς τους σχηματισμούς. Περιγράφουν τις στολές και τις εκδηλώσεις. «Βγαίναμε, λένε, έξω από το χωριό στη Βίγλα, κάναμε και σκοποβολή εκεί με ντουφέκια που έμοιαζαν με αεροβόλα». Τραγουδούσαμε διάφορα τραγούδια, όπως το παρακάτω:

-Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα;, Γιατί λάμπει ο ήλιος έτσι, γιατί φέγγει έτσι η μέρα; -Γιατί σαν αυτή, παιδί μου, την ημέρα τη χρυσή που τη χαίρεσαι κι εσύ, στέρεψε το μαύρο δάκρυ κλείσανε πολλές πληγές, αψηλώσανε τα στάχυα κι ένα γύρω έλατα, βράχια εγινήκαν ανθοβούνια και χρυσοπηγές.

Η μέρα η χρυσή ήταν η 4η Αυγούστου που γιορταζόταν στις πόλεις και τα χωριά με παρελάσεις και φαγοπότι. Στην παλιά Σαγιάδα φαλαγγάρχης ήταν ο Γιώργος Κιτσώνης. Στελέχη της ήταν ο Ηλίας Μάικας,  ο Κώτσια Παππάς κ.ά.

Την επέτειο της 4ης Αυγούστου πήγαιναν στην Αθήνα εκπρόσωποι απ΄ όλα τα χωριά και τις πόλεις για τη μεγάλη γιορτή. Σε μια απ΄αυτές, τη Σαγιάδα εκπροσώπησαν ο αρχηγός της Ε.Ο.Ν. Γ. Κιτσώνης και ο Κώτσια Παππάς. Γύρισαν με τρομερό κοιλόπονο. Είχαν πάθει τροφική δηλητηρίαση από το φαγοπότι της Αθήνας. Κόντεψαν να πεθάνουν, λέει ο αφηγητής μας Γιώργος Γιάτσες. Είπαν πως είχαν βάλει στα καζάνια δηλητήριο οι κομμουνιστές. Ο Αλεξίου λέει πως πήγαινε στην Αθήνα για τη γιορτή και ο πατέρας του, ο οποίος ήταν πρόεδρος των βαρκάρηδων που ξεφόρτωναν τα αγκυροβολημένα έξω από το λιμάνι καράβια. Σε πολλά πρακτικά της κοινότητας αναγράφονται δαπάνες για τον εορτασμό της 4ης Αυγούστου και για τις εκδηλώσεις της Ε.Ο.Ν.

Σαγιάδας. Στο υπάριθ. 23/25-2-1940 πρακτικό αναγράφεται δαπάνη 203 δραχ. για την προμήθεια βιβλίου με τις ομιλίες του Ι. Μεταξά σε εκτέλεση εντολής της Νομαρχίας.

Με όλα αυτά επεδίωξε ο Μεταξάς να ιδρύσει στην Ελλάδα φασιστικό κόμμα, αλλά τον πρόλαβε ο πόλεμος. Εντωμεταξύ, το κράτος έγινε καθαρά αστυνομικό και καταδίωξε απηνώς τους κομμουνιστές, όπως και κάθε αντιστασιακή κίνηση. Ο αστυνομικός διευθυντής Μανιαδάκης με το ρετσινόλαδο κατέστη το φόβητρο όλων. Στα χωριά έτρεμαν όλοι το χωροφύλακα. Δεν τολμούσε κανένας να παραβεί τις εντολές του.

 Ο Χρίστος Τσαμαδός αναφέρεται σε μια περίπτωση με τη χήρα μητέρα του. Είχε νοικιάσει το ισόγειο δωμάτιό της στο δάσκαλο του χωριού. Πήγε εκεί ο χωροφύλακας με τον πρόεδρο και αξίωσαν να μεταβεί την επομένη στην Εφορία και να πληρώσει το φόρο για να μην υποστεί τις βαριές συνέπειες του Νόμου. Ο Γεράσιμος Τρουμπάτας θυμάται το φόβο που προκαλούσε ο χωροφύλακας, ιδιαίτερα όταν συνοδευόταν και από τον εισπράκτορα. Οι περισσότεροι δεν είχαν να πληρώσουν και έτρεχαν να κρυφτούν. Μπορούσαν να πάνε και φυλακή, λέει ο αφηγητής.

Ο Νικόλας Σκέντος, πρόεδρος της κοινότητας, τόλμησε να πει στον Γενικό Διοικητή της Ηπείρου, σε μια επίσκεψή του στη Σαγιάδα, πως θεωρεί άδικο να κάνουν πάμπτωχοι άνθρωποι την ίδια προσωπική εργασία με τους μεγαλοκτηματίες. Ανέφερε μάλιστα ο Σκέντος και μια οικογένεια που, με περιουσία μόλις ενός στρέμματος γης έπρεπε να κάνει προσωπική εργασία 60 ημερομισθίων, γιατί είχε τέσσερα ενήλικα άρρενα μέλη της. (Ήταν τότε που βάλανε αγγαρεία 15 ημερών στον κάθε άντρα για την κατασκευή της μεγάλης ντάπιας στα αμπέλια, λέει ο Χρ.Τσαμαδός). Άστραψε και βρόντηξε ο κ. Γεν Διοικητής! «Ποιος σου είπε, πρόεδρε, πως μπορείς εσύ να κάνεις παρατηρήσεις και υποδείξεις στην κυβέρνησή μας;» Απευθυνόμενος δε με οργή στους κατοίκους του χωριού λέει: «από σήμερα παύει να είναι πρόεδρός σας ο κύριος αυτός και δε θα τον υπακούτε σε τίποτε». Κοκάλωσαν όλοι και περισσότερο απ΄όλους, όπως καταλαβαίνετε, ο πρόεδρος. Το λιγότερο που τον ανέμενε ήταν η εξορία στη Μακρόνησο. Ο τελώνης της Σαγιάδας Βελιανίτης τον έπεισε να συντάξουν μαζί την απολογία του, στην οποία ο Σκέντος, ένας αγέρωχος αγωνιστής του Μικρασιατικού μετώπου, αναιρούσε όσα είπε και ζητούσε ταπεινά συγνώμη. Έτσι, γλίτωσε, όχι το προεδριλίκι φυσικά , αλλά τη μεγάλη περιπέτεια της εξορίας. Κανείς δεν μπορούσε να κάνει υποδείξεις σ΄ένα καθεστώς, το οποίο διηύθυνε ο “Εθνικός Κυβερνήτης” Ι. Μεταξάς που ήταν «αλάθητος» (!).

Το μεταξικό καθεστώς έδωσε αφορμή να αναζωπυρωθούν παλιές εχθρότητες και να δημιουργηθούν νέες μεταξύ του μουσουλμανικού στοιχείου και των Χριστιανών της Θεσπρωτίας με το άστοχο μέτρο της εκτόπισης των πιο επιφανών Μουσουλμάνων Τσάμηδων. Οι δικτάτορες ζουν με το φόβο των εξεγέρσεων και υποπτεύονται τους πάντες, γι΄αυτό σπείρουν τον τρόμο στο λαό. Ο χωροφύλακας και ο χαφιές αποτελούν τα κατ΄εξοχήν στηρίγματά τους.

Είναι αλήθεια πως ο Μεταξάς πήρε μερικά φιλολαϊκά μέτρα, όπως είναι η καθιέρωση του οκταώρου, η ίδρυση του Ι. Κ.Α. κ.ά. Πάντα όμως έκανε αυτά με αποκλειστικό σκοπό να λαμπρύνει έτι περαιτέρω το φωτοστέφανο του μεγάλου ηγέτη και να επιβάλει το μεγαλόπνοο σχέδιό του για τον περίφημο “Τρίτο Ελληνικό Πολιτισμό”. Στον οικονομικό τομέα “επί Μεταξά υπονομεύτηκε το ασφαλιστικό σύστημα με τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού από τα ασφαλιστικά ταμεία”, διαβάζουμε στα Ιστορικά της εφημ. «Ελευθεροτυπία» .Σοφά ειπώθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κ. Στεφανόπουλο, πως ό,τι καλό να κάμει μια δικτατορία ποτέ αυτό δεν αντισταθμίζεται με το κακό που κάνει στερώντας την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του λαού . Το καθεστώς αυτό του Μεταξά είχε την εξαιρετική τύχη να εξαγνιστεί με το ΟΧΙ της 28ης Οκτώβρη 1940.