14.Πόλεμος και κατοχή


Κεφάλαιο Δέκατο Τέταρτο

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΗ

Η Σαγιάδα στον πόλεμο του ‘40

Η εμπερία ενός πεντάχρονου

Είκοσι οκτώ Οκτώβρη 1940 το πρωί. Όρθιος στο σκαλί του σπιτιού μου άκουσα ξαφνικά τους μεγάλους να ξεφωνίζουν αλαφιασμένοι: Πόλεμος-πόλεμος!!! Ντουφεκιές ακούγονται. ΄Ερχονται οι Ιταλοί! Έμεινα κοκαλωμένος με τη φέτα το ψωμί και το μανούρι  μισοδαγκωμένα στο χέρι. Ήμουν μόλις πέντε χρόνων και τις λέξεις αυτές τις άκουγα για πρώτη φορά, μα κατάλαβα αμέσως ότι κάτι τρομερό σημαίνουν.

Συγκλονιστικές για όλους στιγμές

Ήταν συγκλονιστικές για όλους, μικρούς και μεγάλους, οι στιγμές εκείνου του πρωινού στις 28 τ΄ Οχτώβρη. Οι κρότοι από τους πυροβολισμούς, ο τόνος της φωνής των μεγάλων και τ’ αλαφιασμένα τους πρόσωπα, η γενική αναστάτωση και η έντονη ανησυχία όλων, οι σπασμωδικές κινήσεις και οι λαχτάρες των γυναικών, δεν άφηναν καμιά αμφιβολία πως κάτι το πολύ συνταρακτικό συνέβαινε. Είχαν ξεκινήσει οι περισσότεροι από νωρίς για τον κάμπο, όπως κάθε μέρα, και γυρίζανε τώρα κατατρομαγμένοι. Όσο κι αν οι φήμες έδιναν και έπαιρναν για συγκέντρωση ιταλικών στρατευμάτων στα σύνορα και για επίθεση του Μουσολίνι εναντίον της Ελλάδας, όσο κι αν τους έζωναν τα φίδια κάθε φορά που κάποιοι από το χωριό καλούνταν στο στρατό, μεμονωμένα με βάση το αρχικό γράμμα του επωνύμου τους, για να μην προκαλούμε με επιστρατεύσεις, τώρα που είχε φτάσει αυτή η ώρα, την οποία όλοι περίμεναν και όλοι την απεύχονταν, ξαφνιάστηκαν. Τους φαινόταν πως ζούνε ένα κακό όνειρο, έναν εφιάλτη.

 Η ελληνική κυβέρνηση κήρυξε γενική επιστράτευση την ίδια ημέρα της εισβολής. Επιστρατεύθηκαν τελικά περί τους ογδόντα με ογδόντα πέντε Σαγιαδινοί , αφού καλέσανε και μεγάλες ηλικίες, παλαίμαχους της Μ. Ασίας, οικογενειάρχες. Μόνο που αυτούς, δεν τους στείλανε στο μέτωπο, τους κρατήσανε στα μετόπισθεν. Ευτυχώς κανένας από τους επιστρατευθέντες δε σκοτώθηκε. Τραυματίστηκε μόνο ο Λάζο Τάσης και αρρώστησε από κρυοπαγήματα ο Δημ. Σκέντος (Μήτση Μποτίλιος).

 

Μουσουλμάνοι Τσάμηδες οι πρώτοι εισβολείς

Οι πυροβολισμοί που ακούστηκαν πολύ κοντά στο χωριό ήταν αυτοί που αντάλλαξαν οι Έλληνες στρατιώτες των φυλακίων με τους μουσουλμάνους Τσάμηδες ατάκτους, οι οποίοι υπό τον Χουσεΐν Χαρουλά από την Κονίσπολη είχαν σπεύσει να μπουν μπροστά από τα ιταλικά στρατεύματα κατά την επέλασή τους εναντίον της Ελλάδας . Αυτοί μπήκαν στο χωριό με μάνλιχερ και γκράδες, σταυρωτά φυσεκλίκια, θρασείς και απειλητικοί. Ο Χουσεΐν έφερε στολή Ιταλού αξιωματικού. Οι λιγοστοί στρατιώτες που παραφύλαγαν το δρόμο Κονίσπολη-Σαγιάδα , από όπου ήρθαν οι πρώτες ορδές μουσουλμάνων Τσάμηδων, κατά τη μαρτυρία των Σαγιαδινών, αντιστάθηκαν για λίγο και μετά τα εγκατέλειψαν. Οπισθοχώρησαν πέραν του Καλαμά με όλη τη διμοιρία, η οποία είχε έδρα τη Λιόψη με το λοχία Αλληγιάννη από το Βαβούρι. Έπρεπε να αναμείνουν ενισχύσεις. Κατάπληκτοι οι Σαγιαδινοί έβλεπαν τώρα να εισέρχονται στο χωριό ορδές συμπατριωτών τους μουσουλμάνων. Μερικούς τους γνωρίζανε καλά. Κάποιος μάλιστα ήταν την προηγούμενη μέρα στο παζάρι που γινόταν κάθε Κυριακή στη Σαγιάδα . Ο Σκέντος τόλμησε να τους πει: «Τι δουλειά έχετε εδώ στο χωριό; Πηγαίνετε να τα βάλετε με το στρατό!». Ένας απ΄αυτούς άρπαξε το πηλήκιο του Κώστα Ρεντζέλου, που ήταν μαθητής του οικοτροφείου Φιλιατών και έτυχε να βρίσκεται στο χωριό, ξεκόλλησε το εθνόσημο και το κατάστρεψε συντρίβοντάς το με τις πρόκες των αρβυλών του. Το περιστατικό αφηγήθηκε ο ίδιος ο Κ. Ρεντζέλος και δείχνει το μίσος και την προκλητικότητά τους. Ήταν επίσης μαζί τους και ο Γιακούπης από το γειτονικό μουσουλμανοχώρι, τη Λιόψη. Αυτός ήταν ορκισμένος να εκδικηθεί τους ΄Ελληνες και όχι αναιτίως, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν τότε. Η κόρη του είχε συνάψει κρυφά δεσμό με τον ΄Ελληνα ανθυπολοχαγό της διμοιρίας και βρέθηκε έγκυος. Ο πατέρας της, ο Γιακούπης, έγινε θηρίο. Τα ήθη της εποχής ήταν αμείλικτα. Την έσφαξε, πέταξε το σώμα της στον παρακείμενο του χωριού λάκκο και κατέφυγε στην Αλβανία αντάρτης, με σκοπό να εκδικηθεί.

 

 Ιταλικός στρατός κατακλύζει τον κάμπο

Μετά τους άτακτους Μουσουλμάνους, εισέβαλαν και οι Ιταλοί από το φυλάκιο του Αυχένα (το σημερινό Μαυρομάτι). Όπως πληροφορούμαστε από τα αρχεία της Αστυνομίας, ιταλοαλβανικές δυνάμεις είχαν προσβάλει νωρίτερα το φυλάκιο του Αυχένα. Σ΄ αυτό βρίσκονταν ένας λοχίας με οκτώ στρατιώτες καθώς και οι άντρες του ελέγχου διαβατηρίων, ήτοι ένας ενωμοτάρχης με τρεις χωροφύλακες. Οι στρατιώτες του Αυχένα μαζί με πέντε άντρες του Σταθμού Σαγιάδας διάβηκαν τον Καλαμά γύρω στις 10 και 30΄ το πρωί. Δε γίνεται λόγος απ΄αυτούς για τη διμοιρία μας στη Λιόψη στην οποία πρέπει να υπαγόταν και το φυλάκιο Αυχένα. Να υποθέσουμε ότι επρόκειτο για σπασμωδικές ενέργειες χωρίς συντονισμό ή για άτακτη υποχώρηση; Το δεύτερο φαίνεται πιθανότερο.Οι Ιταλοί επισκεύασαν μέσα σε σαράντα οκτώ ώρες τον παλιό δρόμο που ένωνε τη Σαγιάδα (το Σκάλωμα) με το Μαυρομάτι και μεταφέρανε ολόκληρη φάλαγγα, η οποία κατέκλυσε τον κάμπο, αφηγούνται αυτόπτες μάρτυρες χωριανοί. Ήταν το 48ο σύνταγμα της μεραρχίας Φερράρα που μπήκε το απόγευμα της 30ης Οκτωβρίου, υποστηρίζουν. Αυτό δεν είναι ακριβές, γιατί ήταν η μεραρχία Σιέννα. Σύμφωνα με στρατιωτικές πηγές: «Τα ελληνικά τμήματα προκαλύψεως μαχόμενα συμπτύσσονταν προ της ιταλικής πιέσεως. Το βράδυ της 28ης η μεραρχία Φερράρα είχε φθάσει στη γραμμή Δελβινάκη-γέφυρα Μπουραζάνη και η μεραρχία Σιέννα στα υψώματα βορείως Φιλιάτες». Επίσης:«Στις 29 Οκτωβρίου…η μεραρχία Φερράρα έφθασε στη γραμμή Γεροπλάτανος-Σιταριά και η Σιέννα ΒΔ Κεραμίτσα-Βρυσέλα» . Η ίδια πηγή μας πληροφορεί για μια επιχείρηση του πολεμικού μας ναυτικού στα ανοιχτά του όρμου της Σαγιάδας: «Στις 31 Οκτωβρίου τα ελληνικά αντιτορπιλικά Ψαρά και Σπέτσαι, αψηφώντας τον ιταλικό στόλο, εμφανίστηκαν στον όρμο Σαγιάδας και βομβάρδισαν θέσεις ιταλικού πυροβολικού στις περιοχές Κονίσπολης, Άνω και Κάτω Σαγιάδας, Σμέρτο και Φιλιάτες, με αποτέλεσμα την ανατίναξη πυρομαχικών στην Κονίσπολη και Σαγιάδες» . Τους Ιταλούς που κατέκλυσαν τον κάμπο μας τους είδε ένας Σαγιαδινός στρατιώτης, ο Λευτέρης Τσιρογιάννης, ο οποίος εκτελούσε υπηρεσία παρατηρητή από την αντίπερα όχθη του Καλαμά και φώναξε: “Σιούσιαλο Ιταλοί”! Του ΄μεινε αυτό σαν παρατσούκλι. Σ΄όλη του τη ζωή τον φωνάζανε “Σιούσιαλο ”.Οι Ιταλοί φτιάξανε τότε δυο αποθήκες τροφίμων, μία στου Μιχαλέξη, λίγο πιο έξω από το Σκάλωμα και μία στο Σκάλωμα. Κατασκεύασαν ακόμα μία αποθήκη πυρομαχικών στο κτήμα των Τσατσαίων, το Χάνι, στο ενδιάμεσο Ασπροκκλησίου-Σαγιάδας και μία ίδια στο χάνι του Κίτσου Ρεντζέλου, όπου σήμερα βρίσκεται το σπίτι του Μιχάλη Πασιάκου. Έκτοτε οι Σαγιαδινοί με φόβο κατέβαιναν στον κάμπο. Διηγούνται ότι όποιος πλησίαζε τους Ιταλούς υποχρεωνόταν να φωνάξει: “Βίβα Ντούτσε”. Άρχιζαν τα μαύρα χρόνια της κατοχής. Όταν οι Ιταλοί οπισθοχώρησαν πανικόβλητοι, όπως γράφουμε παρακάτω, παράτησαν τις δυο πρώτες αποθήκες γεμάτες. Βρήκαν μέσα οι Σαγιαδινοί άλευρα, ρύζι, γαλέτες, μπαχαρικά και άλλα είδη τροφίμων. Φεύγοντας ανατίναξαν την αποθήκη πυρομαχικών στο Χάνι. Κάηκαν τότε και τα μελίσσια που είχαν εκεί οι ιδιοκτήτες του κτήματος. Τα πυρομαχικά (σφαίρες διάφορες, χειροβομβίδες, βλήματα όλμων και άλλα) σκορπίσανε γύρω, άλλα μαυρισμένα και μισολιωμένα και άλλα καθαρά και άθικτα. Τα βρίσκαμε για πολύ καιρό θαμμένα στο χώμα αλλά και στην επιφάνεια. Είναι θαύμα που δε θρηνήσαμε θύματα. Εντωμεταξύ, οι Ιταλοί από την πρώτη μέρα προσπάθησαν να γεφυρώσουν το ποτάμι με πρόχειρα μέσα και να συνεχίσουν την προέλαση. Γκρέμισαν ένα οίκημα των Ρεντζελέων και πήρανε τις γρεντές (δοκάρια), για να ζεύξουν το ποτάμι. Κατά το Λ. Μπλαβέρη  οι Ιταλοί επιχείρησαν να διαβούν τον κάτω ρου του Καλαμά, στη Σκουπίτσα κάτω από το χωριό Καστρί, αλλά τα καταιγιστικά πυρά των δικών μας ανέκοψαν την προέλασή τους. Τους καθυστέρησαν επί δυο-τρεις μέρες. Τελικά κατάφεραν να τον διαβούν και να φτάσουν ως την Παραμυθιά και το Μαργαρίτι . Πιο πέρα δεν πήγαν, όπως και στ’ άλλα μέτωπα, που δεν μπόρεσαν να προελάσουν παρά ελάχιστα χιλιόμετρα στο ελληνικό έδαφος. Τα ελληνικά στρατεύματα τους πήρανε φαλάγγι παντού. Και αντί να βρεθούν αυτοί στην Αθήνα σε μια εβδομάδα, όπως κόμπαζε ο Μουσολίνι, βρεθήκανε τα δικά μας στρατεύματα στη Βόρεια ΄Ηπειρο και στην Αλβανία. Γράψανε την εποποιία του 1940, που κατέπληξε τα έθνη.

 

Οι Ιταλοί οπισθοχωρούν και βομβαρδίζουν το χωριό

΄Ετσι οι Ιταλοί οπισθοχώρησαν και ξαναδιάβηκαν τον Καλαμά στις 22\11  ηττημένοι και καταπτοημένοι. Πίσω τους ακολουθούσαν νικητές οι έλληνες μαχητές. Πρώτοι Έλληνες στρατιώτες που μπήκαν στο χωριό ήταν οι Σαγιαδινοί Παύλος Μάντος και Πούλιος (Σπύρος) Παπαδημητρίου, οι οποίοι ήταν στο ιππικό. Οι κάτοικοι τους δέχτηκαν με χαρά και ανακούφιση. Οι γυναίκες ξεφούρνιζαν ψωμί και το πήγαιναν αχνιστό στους φαντάρους μας. Η χαρά όμως δεν κράτησε πολύ, γιατί οι Ιταλοί βομβάρδισαν τη Σαγιάδα. Με τους βομβαρδισμούς αυτούς επεδίωξαν, προφανώς, να ανακόψουν την προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων και τον εφοδιασμό τους με τρόφιμα και πυρομαχικά. Οι κάτοικοι όλοι πανικόβλητοι τρέξανε να ζητήσουν καταφύγιο σε γράβες (σπηλιές) και σε υπόγεια κατοικιών, τους κουμπέδες. Πέρασαν εκεί στριμωγμένοι τραγικές ημέρες και νύχτες, γεμάτες τρόμο και λαχτάρα.

 Οι Σαγιαδινοί κλάψανε νεκρούς συγχωριανούς τους: το Γιώργο Σκέντο, την Ελένη και την Αικατερίνη Σκέντου, τον Πέτρο Μέντη, τη γυναίκα του γιατρού Καίτη Μπεσμπέα, τη μητέρα του Κώτσια Λούκα, τη γυναίκα του (Ουρανία Λούκα-Φείδη) και το παιδί του Γιώργο (έπεσε βόμβα στο σπίτι και ξεκλήρισε όλη την οικογένεια εκτός από τον Κώτσια που έλειπε), τη μάνα του Κ. Κέρου  και το μικρό Αντώνιο Αντωνίου. Αντίκρισαν σπίτια, όπως τα Τσογκαίικα, μισογκρεμισμένα, δέντρα και θάμνους ξεριζωμένους.

 

Η Γερμανική επίθεση στη χώρα μας

 Αλλά ήρθε σε λίγο άλλο μεγαλύτερο κακό, η επίθεση της Γερμανίας εναντίον της χώρας μας. Η πανίσχυρη γερμανική στρατιά, την οποία είχαν φοβηθεί μεγάλες χώρες, όπως η Γαλλία που δεν μπόρεσε να την αντιμετωπίσει και υπέκυψε, επιτίθεται τώρα και στη χώρα μας από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Τι μπορούσαν να κάνουν οι Έλληνες; Αντισταθήκανε βέβαια, με γενναιότητα. Κρατήσανε τη γερμανική στρατιά στα οχυρά του Ρούπελ μερικές μέρες. Ο ίδιος ο Χίτλερ εξέφρασε το θαυμασμό του γι΄ αυτό. Ήταν όμως αναπόφευκτο να υποκύψουν.

Μπαίνουμε στον πειρασμό, υπερβαίνοντας το θέμα μας, να αναφερθούμε στο ηρωικό παράδειγμα ενός ταγματάρχη του πυροβολικού, του Βέρση. Διατάχθηκε από τους προελαύνοντες Γερμανούς να παραδώσει τα πυροβόλα και τους άντρες του. Εκείνος τους παράταξε μπροστά από τα πυροβόλα, έψαλλαν αυτός και οι άνδρες του τον Εθνικό Ύμνο και εν συνεχεία αυτοκτόνησε μπροστά στους εμβρόντητους κατακτητές, για να μη γίνει μάρτυρας της ατιμώσεως των όπλων που του είχε εμπιστευτεί η πατρίδα, παραδίδοντάς τα .

Δυστυχώς, παρά τον ηρωισμό των Ελλήνων στρατιωτών, η γερμανική στρατιά σάρωσε τη χώρα. Γίνεται η συνθηκολόγηση με το στρατηγό Τσολάκογλου με τις ευλογίες του μητροπολίτη Σπυρίδωνος και αρχίζει η μεγάλη δοκιμασία της ιταλογερμανικής κατοχής.

 

Η Ιταλογερμανική κατοχή

 Οι Ιταλοί, έχοντας πια τη στήριξη των συμμάχων τους Γερμανών, επιστρέφουν στα ελληνικά εδάφη. Αυτή τη φορά ανεβαίνουν στο χωριό και εγκαθίστανται στο σχολείο, στο σπίτι του Γιώργου Τρουμπάτα και ψηλά στου Σούλιου, όπου στήνουν το παρατηρητήριό τους. Κάτω από του Σούλιου χάσκει ο γκρεμός του Μπούρμπουλα. Αποκεί κατρακύλησε ένας Ιταλός και τον μαζέψανε σε κουβέρτα. Απίθανο να έζησε.

Οι Ιταλοί έμειναν στο χωριό ως την άνοιξη του 1943 . Ο φρουρός τους στεκόταν σε ξύλινο βάθρο στην άκρη του δρόμου, δίπλα στο σχολείο, και κάθε φορά που περνούσε κάποιος και χαιρετούσε φασιστικά (με το χέρι τεταμένο), εκείνος ανταπέδιδε το χαιρετισμό με το όπλο «παρουσιάστε» και χτύπημα των ποδιών στις σανίδες. Τα μικρά το διασκεδάζαμε. Περνούσαμε και ξαναπερνούσαμε μπροστά του για να τον βλέπουμε να μας χαιρετά. Αποκτήσαμε θάρρος και τους πλησιάζαμε. Μας προσφέρανε κονσέρβες, γαλέτες, ψωμί αφράτο άσπρο, που πρώτη φορά βλέπαμε τότε, και εμείς τους δίναμε αβγά, σύκα ή γάλα.

Παρότι οι Ιταλοί δε φέρνονταν σκληρά, ο κόσμος έπαυσε να κυκλοφορεί και να εργάζεται ελεύθερα. Ζούσε πάντα με το φόβο και πεινούσε.

Ιδιαίτερα στις πόλεις η κατάσταση ήταν τραγική, πέθανε πολύς κόσμος. Ο στρατός κατοχής απομυζούσε και το μικρό εθνικό μας εισόδημα.

Και στην ύπαιθρο η κατάσταση δεν ήταν πολύ καλύτερη. Ιδιαίτερα αυτών που δεν είχαν ζώα. Πέρασαν φοβερή πείνα. Όταν ήταν η εποχή των φρούτων, κάτι βρίσκανε να γεμίσουν το στομάχι τους. Τον άλλο καιρό τη βγάζανε με λαψάνες και μάλαθρα. Τα περισσότερα γεύματα όλων ήταν από τέτοια είδη του χόρτου, τα οποία αφθονούσαν στα χωράφια μας. Όταν ξεραίνονταν αυτά, έτρωγαν μπαζίνα , ζεματιστή μπομπάτσα , πληγούρι και καμιά φασολάδα που κι αυτή με δυσκολία την εξοικονομούσαν.

Θυμάμαι και τρελαίνουμαι, και τώρα ακόμη, τη σκηνή με ένα γειτονόπουλο, να απλώνει το αριστερό χεράκι του και με το δεξί να δείχνει τη μισή του παλάμη και να λέει: “μου είπε ο πατέρας μου να μου δώσετε τόσο ψωμάκι”. Η κατάσταση αυτών που έτρεφαν ζώα ήταν κάπως καλύτερη.

Το Σεπτέμβριο του 1943 η Ιταλία άλλαξε στρατόπεδο και τάχθηκε με τους συμμάχους μας. Τη χώρα κατείχαν πλέον μόνο οι Γερμανοί και τους Ιταλούς τους χάσαμε. Τον έλεγχο της ιταλικής ζώνης κατοχής, στην οποία περιλαμβανόταν και η Ήπειρος, ανέλαβε ο γερμανικός στρατός. Τότε οι Ιταλοί γνώρισαν στο πετσί τους όλη την αγριότητα των μέχρι τότε συμμάχων τους. Στην Κέρκυρα, λένε Σαγιαδινοί, οι Γερμανοί βάλανε τους Ιταλούς αξιωματικούς που τόλμησαν ν΄αντισταθούν μέσα σε τσουβάλια ζωντανούς και τους πετάξανε στη θάλασσα. Τόση ήταν η λύσσα τους κατά των μέχρι τότε συμμάχων τους. Το ίδιο απάνθρωπα φέρθηκαν και στην Κεφαλονιά με αφορμή την αντίσταση που τους πρόβαλαν . “Από μια μεραρχία που αντιστάθηκε ελάχιστοι διεσώθησαν. Οι υπόλοιποι εξετελέσθησαν υπό των Γερμανών”, γράφει ο ιστορικός Γρ. Δάφνης .

Έτσι η περίφημη ιταλική στρατιά, η οποία εξόρμησε να κατακτήσει τον κόσμο και να ξαναφτιάξει την παλιά μεγάλη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, σύμφωνα με τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Μουσολίνι, είχε τραγική κατάληξη, όπως και ο ίδιος ο δικτάτορας. Μετά την ήττα της Γερμανίας αυτός επιχείρησε να διαφύγει στην Ελβετία, αλλά αναγνωρίστηκε από Ιταλούς παρτιζάνους και τουφεκίστηκε στις 28 Απρίλη 1945. Το πτώμα του κρεμάστηκε ανάποδα σε πλατεία του Μιλάνου μαζί με το πτώμα της ερωμένης του Κλάρας Πετάτσι. 

Εντωμεταξύ, οι Ιταλοί είχαν οδηγήσει ομήρους στην Ιταλία τους Σαγιαδινούς αδελφούς Χάρη και Πούλιο Διαμάντη, το Μιχάλη Τσάτση, τον Πέτρο Τσάμη και το Λεωνίδα Κολοκυθιάρη. Η κατηγορία ήταν ότι είχαν συμπράξει σε ενέργειες κατά των στρατευμάτων τους. Ψιθυρίστηκε ότι τον Κολοκυθιάρη τον συνέλαβαν μετά από καταγγελία, την οποία έκανε άλλος Σαγιαδινός, για να γλιτώσει o ίδιος την ομηρία. Υπήρξαν, πράγματι, τα μαύρα αυτά χρόνια τέτοιες κατηγορίες. Και δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει τίποτε. Δυστυχώς, σε ακραίες καταστάσεις ζωής και θανάτου, το μόνο που μετράει πολλές φορές είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Πάντως, οι συγκεκριμένοι Σαγιαδινοί φαίνεται να οδηγήθηκαν στην ομηρία όλως τυχαία με ασήμαντες αφορμές. 

 

Το κάψιμο του χωριού

Η Σαγιάδα κάηκε από τους Γερμανούς και τους μουσουλμάνους Τσάμηδες στις 23 Αυγούστου του 1943, από απόσπασμα της γερμανικής μεραρχίας «Εντελβάις» με επικεφαλής το λοχαγό Ζήγκφρηντ Ντόντελ, διοικητή του πρώτου τάγματος του 29ου συντάγματος.1 

Οι Γερμανοί ήρθαν στη Θεσπρωτία τον Ιούλιο του 1943 με την κατάρρευση του φασιστικού καθεστώτος στην Ιταλία. Δεν είχαν ανέβει όμως στο χωριό. Είχαν στρατοπεδεύσει στους Φιλιάτες και κατά διαστήματα κατέβαιναν ως την παραλία της Σαγιάδας. Επιχείρησαν να προχωρήσουν και στο αλβανικό έδαφος αλλά αποκρούστηκαν από την τσέτα της Κονίσπολης και επέστρεψαν. Η τσέτα της Κονίσπολης «περιλάμβανε κυρίως μέλη της ελληνικής μειονότητας και μερικούς Αλβανούς Τσάμηδες», γράφει η Ελευθερία Μαντά2. Λίγες μέρες πριν κάψουν το χωριό, μερικοί άνδρες τους ήρθαν ως τη Λιόψη. Ήθελαν, ως φαίνεται, να πάρουν πληροφορίες από τους φίλους τους Λιοψιώτες για τις εστίες αντιστάσεως των παρτιζάνων. Γάζωσαν μάλιστα με τα πολυβόλα τους ένα καραβάνι από βλάχικα μουλάρια πίσω από το Βούνο, επειδή φαντάστηκαν ότι εξυπηρετούσε αντάρτικα σώματα. Οι Βλάχοι πρόλαβαν και το έβαλαν στα πόδια. 

Ένα πρωινό πέσανε στο χωριό βλήματα πυροβόλου όπλου τα οποία προκάλεσαν πανικό. Μετά από λίγο, βλέπουν κάποιοι Σαγιαδινοί γερμανικά αυτοκίνητα να σταματούν χαμηλά στο δρόμο και να ανηφορίζουν στο χωριό ένοπλοι Γερμανοί στρατιώτες. Μια φωνή γεμάτη τρόμο αντηχεί τότε απ΄άκρη σ΄άκρη στο χωριό: «Γερμανοί! έρχονται οι Γερμανοί! ανηφορίζουν από την Κιτέζα!»

Οι πρώτοι έφτασαν γρήγορα, από το μέρος της Λιόψης, στον παρακείμενο λόφο Βούνο! Χαμός στο χωριό! Ξεφωνητά, κλάματα γοερά, τρεξίματα παλαβά πέρα-δώθε. Κάποιοι άρχισαν να φωνάζουν: «Να φύγουμε, ν΄ ανέβουμε στο βουνό. Όλοι στην Αγία Παρασκευή!»

Αρπάζει τότε ο καθένας ό,τι μπορεί, λίγο ψωμί, μια κουβέρτα και οι μικρομάνες με το μωρό στην αγκαλιά και τα μεγαλύτερα από το χέρι τρέχουν να σωθούν! Έβλεπες πρόσωπα παραμορφωμένα από το φόβο και τη λαχτάρα ν΄ανεβαίνουν την απότομη σα μαχαίρι και γεμάτη με πέτρες και αγκαθερούς θάμνους ανηφόρα για το βράχο της Αγίας Παρασκευής. Εκεί σ΄ένα βαθούλωμα του βράχου ήταν η εικόνα της Αγίας Παρασκευής και πήγαιναν οι γυναίκες την ημέρα της γιορτής της να ανάψουν το καντήλι και κανα κεράκι. Σ’ Αυτήν προσπάθησαν να καταφύγουν πολλοί Σαγιαδινοί ζητώντας την προστασία Της.

Οι Γερμανοί βλέπουν κόσμο ν’ανηφορίζει και αρχίζουν να βάλλουν με τα πολυβόλα και όλμους. Σύγχυση, τρομάρα και πανικός επικράτησε στον κόσμο, ο οποίος συνέχιζε ν’ανεβαίνει με μισή ψυχή τραβώντας τα παιδιά, που είχαν αποκάμει και τσίριζαν μ’ αναφιλητά. Τα πολυβόλα κροτάλιζαν και βλήματα όλμων έσκαγαν και οι φλόγες ανυψώνονταν φοβερές. Σκοτώθηκε ο Πέτρος Αντωνάδος και τραυματίστηκαν τρεις, ο Βασίλης Μάστορας, ο Τέλης Αντωνίου και ο Πούλιος Κολοκυθιάρης.

Οι Γερμανοί πρόλαβαν τους περισσότερους και τους κατέβασαν στις παρυφές του χωριού, τους μαζέψανε σ’ένα ανοιχτό μέρος, το Γκρεμύ-θι και τους στήσανε μπροστά σ’ένα πολυβόλο που έκανε το αίμα τους να παγώσει. Τους ερεύνησαν εξονυχιστικά, αλλά δε βρήκαν τίποτε το ύποπτο για αντιστασιακή δράση και δεν τους πείραξαν. Είπανε ότι βοήθησε σ’αυτό και ο Γιώργος Τρουμπάτας, ο οποίος ήταν πρόεδρος της κοινότητας μιλώντας τους στα ιταλικά. Από μια αφήγηση της κόρης του Ευφροσύνης Τρουμπάτα προκύπτει ότι επιχείρησε πράγματι να τους μιλήσει στην ιταλική, αλλά πως κανείς δε γνώριζε τη γλώσσα. Πάντως το κακό αποφεύχθηκε. Ευτυχώς, γιατί σε πολλές άλλες περιπτώσεις, όπως στο Κομμένο Άρτας και τη Μουσιωτίτσα και Λιγκιάδες Ιωαννίνων, για να περιοριστούμε σε χωριά της Ηπείρου, προέβησαν και σε μαζικές εκτελέσεις αμάχων.

Στο βιβλίο του Β. Κραψίτη “Οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες” αναφέρονται πολλές περιπτώσεις εκτελέσεων από τους κατακτητές. Και ο Ν. Χάμοντ στο βιβλίο του “Με τους αντάρτες” μιλάει για τα σκληρά αντίποινα των Γερμανών κατά των Ελλήνων. Είναι εξάλλου γνωστή η γερμανική εντολή να εκτελούνται δέκα Έλληνες για κάθε Γερμανό ο οποίος θα σκοτώνεται ή θα τραυματίζεται.

Μερικοί προλάβαμε να τρυπώσουμε κάτω από το βράχο της Αγίας Παρασκευής, ανάμεσα στους θάμνους, και γλιτώσαμε την τρομερή δοκιμασία των άλλων, γιατί δεν μας είδαν οι Γερμανοί να μας κατεβάσουν. Θυμάμαι ωστόσο πως και η δική μας δοκιμασία δεν ήταν καθόλου μικρή.

Στο χωριό βρεθήκαμε την ημέρα εκείνη από την οικογένειά μου, μόνο εγώ με τη μεγαλύτερη από τις αδελφές μου και τη γιαγιά μας. Οι άλλοι είχαν καταφύγει από τις προηγούμενες μέρες στο Πλαίσιο. Περάσαμε έτσι και εμείς το μεγάλο εφιάλτη. Έτρεμε το φυλλοκάρδι μας ξαπλωμένοι κάτω από το βράχο με τη γιαγιά γερμένη πάνω μας. Η καημένη με αυτό τον τρόπο, ήθελε να μας προστατέψει από τις σφαίρες που σφυρίζανε απειλητικά, καθώς περνούσαν λίγο πάνω από το κεφάλι μας ανάμεσα στους ψηλούς θάμνους.

Τους Γερμανούς ακολουθούσαν μουσουλμάνοι Τσάμηδες, οι οποίοι άρχισαν να μπαίνουν στα σπίτια, να λεηλατούν και να βάζουν φωτιά, πρόθυμα -όπως πάντα- και πειθήνια όργανα των κατακτητών. Ντουμάνιασε ο τόπος από τις φωτιές και τους καπνούς. Κάηκαν όλα σχεδόν τα σπίτια του χωριού. Μερικοί παράτολμοι, μόλις είδαν τους Γερμανούς ν΄ απομακρύνονται, κατέβηκαν να σβήσουν τις φλόγες που καταβρόχθιζαν το σπίτι και το νοικοκυριό τους. Ένας απ΄ αυτούς ήταν και ο Παύλος Ρεντζέλος (ο παλαίμαχος της Μ. Ασίας), του οποίου το σπίτι βρισκόταν στις παρυφές του χωριού και κατόρθωσε να το σώσει. Προφανώς, μόλις είχαν αρχίσει να μεταδίδονται οι φλόγες στο σπίτι του. Σ΄αυτό κουρνιάσαμε αρκετοί Σαγιαδινοί, όταν αργά τη νύχτα το μεγάλο κακό πήρε τέλος. Οι επιδρομείς, Γερμανοί και Μωαμεθανοί «συμπατριώτες» μας, αποχώρησαν και ξεθαρρέψαμε.

Την άλλη μέρα το πρωί αντικρίσαμε οι Σαγιαδινοί τα σπίτια μας με ό,τι είχαν μέσα να έχουν γίνει όλα στάχτη. Ήταν η επομένη της αποφράδας για το χωριό μέρας της 23ης Αυγούστου του 1943, η πιο μαύρη για μας ημέρα. Χάσαμε τα σπίτια μας και τα νοικοκυριά μας και μείναμε άστεγοι, γυμνοί και πεινασμένοι, να περιφερόμαστε σε πανωχώρια επαιτώντας ένα κομμάτι ψωμί και κανένα παλιόρουχο. Γιατί, όπως ήταν επόμενο, μετά από την τρομάρα που πήραμε, εγκαταλείψαμε οι πλείστοι το χωριό και γυρνούσαμε σε βορεινότερα χωριά, δικά μας ή αλβανικά.

Την ίδια μοίρα βέβαια είχαν και πολλά άλλα χωριά μας σ΄ όλη τη χώρα. Ο Άγγλος Ν. Χάμοντ, που είχε έρθει στη χώρα μας το 1943-1944, για να βοηθήσει την ελληνική αντίσταση, γράφει στο βιβλίο που αναφέραμε προηγομένως, ότι κάθε φορά που οι Γερμανοί καταλάμβαναν ένα εγκαταλειμμένο χωριό, το έκαιγαν. Έβλεπαν τους καπνούς να ανεβαίνουν από τα καιγόμενα σπίτια του. Στοίχιζε ακριβά κάθε αντιστασιακή ενέργεια. Δεν ήταν δυνατόν να ξεφύγει απ΄αυτή τη μοίρα η ακριτική Σαγιάδα, η οποία είχε δίπλα και τους μουσουλμάνους Τσάμηδες να καιροφυλακτούν.

“Τα σιοκόλια έβαζαν φωτιά με την τζουφλέγκα στο χέρι”, λέει η Βήτω του Πασιάκου, μητέρα του Μιχάλη. Πολλοί Σαγιαδινοί βλέπανε τους μωαμεθανούς συμπατριώτες να λεηλατούν τα σπίτια τους και μετά να βάζουν φωτιά. Φόρτωναν με τη λεία τα ζώα και αναχωρούσαν για τα χωριά τους. Ήταν κυρίως από τα διπλανά μουσουλμανικά χωριά, τη Λιόψη και το Σμέρτο. Ένας γέρος Λιοψιώτης, ο Ισούφη Σέρος, που έβλεπε τους συγχωριανούς τους να επιστρέφουν περιχαρείς, φορτωμένοι με τα λάφυρα της λεηλασίας, τους είπε σείοντας περίλυπος το κεφάλι του: «άμυαλοι! σήμερα καίγεται η Σαγιάδα, αύριο θα δείτε να καίγεται η Λιόψη». Μήπως δε μίλησε σοφά; Η Λιόψη τον επόμενο χρόνο εγκαταλείφτηκε από τους κατοίκους της και μεταβλήθηκε σε ερείπια.

Τη μοίρα της Σαγιάδας είχε μετά από λίγες μέρες και το γειτονικό Πλαίσιο, παρά την προσπάθεια που κατέβαλαν οι κάτοικοί του να γλιτώσουν. Βγήκαν με λουκούμια να μιλήσουν στους εισερχόμενους στο χωριό κατακτητές, για να τους καλοπιάσουν και να μη τους κάψουν αλλά μάταια.

Αυτά συνέβησαν με το κάψιμο της Σαγιάδας τότε. Θα πρέπει να τα μάθουν αυτά, αν δεν τα ξέρουν, οι απόγονοι των άλλοτε «συμπατριωτών μας» Τσάμηδων, οι οποίοι κόπτονται σήμερα για τις περιουσίες τους στην Ελλάδα. Tα σπίτια μας και τα νοικοκυριά μας θα μας τα πληρώσουν;

Και μια αναγκαία παρένθεση εδώ, για τη συμπεριφορά αργότερα της ελληνικής πολιτείας, που προκαλεί οργή και αγανάκτηση. Πήρε την όποια γερμανική αποζημίωση, για να την καρπωθούν οι επιτήδειοι. Η Σαγιάδα υπήρξε αρχοντοχώρι με σπίτια παλάτια πολλά, όπως ειπώθηκε. Αντ΄αυτών, μετά το 1950, φτιάξανε, για να στεγαστούν 48 οικογένειες, μόνο δώδεκα “πυρήνες”, όπως τους είπαν, της κακής ώρας. Έδωσαν δε στους υπολοίπους κάτι μικροβοηθήματα. Θα επανέλθουμε στο θέμα αυτό.

 

Οι «συμπατριώτες» μας μουσουλμάνοι Τσάμηδες

Είναι ανάγκη να μιλήσουμε διεξοδικότερα για τους «συμπατριώτες» μας μουσουλμάνους Τσάμηδες, τους «Τούρκους», όπως τους λέγαμε στη Θεσπρωτία.

Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας κατάγονται από χριστιανούς που εξισλαμίσθηκαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Οι ασπαζόμενοι την μωαμεθανική θρησκεία θεωρούνταν από τους χριστιανούς Τούρκοι. Και ένιωθαν Τούρκοι, όπως συνέβαινε και με τους πιστούς στο Ισλάμ Αλβανούς . Μερικοί, μάλιστα, ισχυρίζονται ότι έπρεπε να ανταλλαγούν το 1922 με Έλληνες που κατοικούσαν στην Τουρκία.

Στις πιο πολλές περιπτώσεις «τούρκεψαν» με τη βία. Άλλοι όμως «τούρκεψαν» με τη θέλησή τους, για να έχουν την εύνοια της τουρκικής διοίκησης. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι εξισλαμισθέντες είχαν ιδιαίτερα προνόμια και ευνοϊκότερη μεταχείριση σε σχέση με τους χριστιανούς συμπατριώτες τους. Έτσι εξηγείται η ύπαρξη των αγάδων της Τσαμουριάς, οι οποίοι έγιναν τσιφλικάδες και εξακολουθούσαν να κρατούν μέχρι το 1944 τα καλύτερα και παραγωγικότερα κτήματα, με τους Έλληνες να δουλεύουν σ΄αυτά, όπως οι δουλοπάροικοι.

 Κατάλοιπα της χριστιανικής προέλευσης των μουσουλμάνων Τσάμηδων υπήρξε η φανερή ή κρυφή πίστη στους αγίους μας, ιδιαίτερα στον Άγιο Γεώργιο και τον προφήτη Ηλία, καθώς και η εμμονή τους στη χριστιανική παράδοση να παντρεύονται μια γυναίκα. Σε μερικά μάλιστα χωριά υπήρχαν, ακόμα την περίοδο της κατοχής, συγγένειες μεταξύ μουσουλμάνων Τσάμηδων και χριστιανών.

 Υποστηρίζεται ότι οι Τσάμηδες ήταν εξισλαμισθέντες Έλληνες με επίκτητη αλβανική συνείδηση . Αναμφισβήτητα, υπήρχαν εξισλαμισθέντες Έλληνες στην Ήπειρο και στη Θεσπρωτία, επώνυμοι και μη. Ο Γεράσιμος Τρουμπάτας είχε ακουστά ότι ο παππούς του Τεφίκ Χασάν από τη Λιόψη καταγόταν από τους χριστιανούς του Πλαισίου. Το 1580 αστυνόμος της Παραμυθιάς ο Αλή μπέης ήταν Έλληνας εξωμότης από τη Βίτσα Ζαγορίου . Έλληνες εξωμότες υπήρξαν από πολλά χριστιανικά χωριά της περιοχής. Ήταν όμως όλοι οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες εξισλαμισθέντες Έλληνες; Είναι μια άποψη που υποστηρίζεται από κάποιους.

Ο πολύ γνωστός θεσπρωτός συγγραφέας Βασίλης Κραψίτης γράφει ότι «οι Τσάμηδες δεν ήταν Αλβανοί, γιατί στη Θεσπρωτία ουδέποτε ήρθαν να εγκατασταθούν μόνιμα Αλβανοί από την ιστορικά παραδεχτή Αλβανία, ακόμα δε και από την Κεντρική ή Νότια περιοχή» . Αυτό φαίνεται να πιστεύουν και άλλοι συγγραφείς μας. Το 14ο αιώνα, όμως, ήρθαν από την Αλβανία γεωργοί και κτηνοτρόφοι και εγκαταστάθηκαν σε πολλά μέρη της χώρας μας και στη Θεσπρωτία προφανώς . Είναι οι Αρβανίτες της Ελλάδας. Ποιο ήταν το εθνικό τους φρόνημα; Όσον αφορά στους Αλβανούς, φαίνεται ότι δεν είχαν αναπτύξει την εθνική συνείδηση μέχρι και τα νεότερα ακόμη χρόνια .

Ο Αθ.Ψαλίδας έγραφε, στις αρχές του 19ου αιώνα, ότι οι Αρβανίτες της Τσαμουριάς διακρίνονταν σε Αρβανίτες χριστιανούς και σε Αρβανίτες μωαμεθανούς. Τους Αρβανίτες μωαμεθανούς αποκαλεί Τούρκους και τους ξεχωρίζει από τους Αρβανίτες χριστιανούς . Οι Αρβανίτες χριστιανοί είναι αυτοί που μιλούσαν την αρβανίτικη γλώσσα αλλά δεν εξισλαμίσθηκαν. Παρέμειναν πιστοί στη χριστιανική θρησκεία και πήραν ενεργό μέρος στους αγώνες του Έθνους μας. Απέδειξαν έτσι, κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, ότι ένιωθαν Έλληνες, ότι είχαν διαμορφώσει ελληνική εθνική συνείδηση . Από τους αλβανόφωνους χριστιανούς κατοίκους των χωριών Μουρσί και Σούβλιαση ήταν οι Τσαμαδός, Κατσέλης και Τσούτσης, που αγωνίστηκαν το 1912-13 μαζί με τον Γρηγόρη Τσόγκα για την απελευθέρωση της Ηπείρου.

Η Ελευθερία Μαντά γράφει ότι «οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες ήταν ένας αλβανόφωνος μουσουλμανικός πληθυσμός που σύμφωνα με αλβανικές πηγές ανερχόταν σε 23 με 24000 και συγκεντρωμένος κυρίως στις επαρχίες Θυάμιδος (Φιλιατών), Παραμυθίας και Μαργαριτίου του νεοσύστατου νομού Θεσπρωτίας . Η συμβίωσή τους με το χριστιανικό στοιχείο της περιοχής ήταν ανέκαθεν προβληματική», λέει η ίδια. «Αιτία γι΄αυτό ήταν η θρησκεία, το πολιτιστικό επίπεδο, οι κτηματικές διαφορές, αλλά και η μεροληπτική στάση του ελληνικού κράτους, ιδιαίτερα του Μεταξικού καθεστώτος».

Όντως, οι σχέσεις μεταξύ των δύο θρησκευτικών κοινοτήτων ήταν προβληματικές και πολλές φορές εχθρικές. Ο Ν. Σκέντος, μιλώντας για το πανηγύρι στο Γηρομέρι, δεν παραλείπει να πει ότι έρχονταν και Τούρκοι  αλλά όχι μουσουλμάνοι της Θεσπρωτίας. «Αυτοί ήταν εγκληματίες και μας χώριζε μίσος». Και ο Κραψίτης γράφει ότι οι νεοφώτιστοι αυτοί μουσουλμάνοι μισούσαν και κατεδίωκαν τους συμπατριώτες τους που είχαν παραμείνει χριστιανοί. Και όταν οι Ιταλοί και οι Γερμανοί κατέλαβαν τα χώρα μας πολλοί από αυτούς τάχθηκαν με το μέρος τους και εναντίον της χώρας (Ε. Μαντά σ.133, 138)

Κατά τη διάρκεια του πολέμου  1940-44 και της κατοχής, τάχθηκαν πολλοί από αυτούς με το μέρος των κατακτητών,  Ιταλών και Γερμανών. 

 «Οι ομάδες αυτών των ενόπλων Τσάμηδων συνοδεύουν τον ιταλικό στρατό και εισέρχονται στις πόλεις της Θεσπρωτίας ως ελευθερωτές», γράφει η Μαντά (ό.π. σελ. 134) και οι μουσουλμάνοι πανηγυρίζουν. «Οι Φιλιάτες , η Ηγουμενίτσα, ο Μούρτος πυρπολούνται από τα σώματα των ατάκτων, χωριά λεηλατούνται, οικίες απογυμνώνονται, καταστήματα λεηλατούνται και καταγράφονται οι πρώτες δολοφονίες

Όταν όμως τα ελληνικά στρατεύματα ανακατέλαβαν τα εδάφη της Θεσπρωτίας , το Νοέμβρη του 1940, πολλοί από τους Αλβανοτσάμηδες της περιοχής συνελήφθησαν και εκτοπίστηκαν, κάποιοι δε από αυτούς, ελάχιστοι που βαρύνονταν για ένοπλη δράση, τουφεκίστηκαν.

«Φαίνεται ότι και από την πλευρά των Ελλήνων κατοίκων των χωριών που είχαν υποστεί τις συνέπειες της πρώτης «κατακτητικής» διάθεσης των Αλβανοτσάμηδων δεν έλειψαν οι πράξεις αντεκδίκησης, ενώ υπάρχουν πληροφορίες για μεμονωμένες δολοφονίες ή εξαφανίσεις υπόπτων.» Τον Απρίλη του 1941 εισβάλλουν στη χώρα μας Γερμανοί και οι Ιταλοί επιστρέφουν και εγκαθίστανται στην ήπειρο. Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες πανηγυρίζουν ξανά, αναρτούν την αλβανική σημαία στα δημόσια κτίρια, προβαίνουν σε βιαιοπραγίες κατά των χριστιανών της Θεσπρωτίας, δημιουργούν δραματικές συνθήκες για τον ελληνικό πληθυσμό. Στους επικεφαλής των κινήσεων αυτών συμμετέχει και ο Λιοψιώτης Αχμέτ Τσαπούνι.

  Ιδρύεται τότε και φασιστικό κόμμα Θεσπρωτίας με επιτροπέςσυμβούλια (këshillia), που ουσιαστικά αντικαθιστούν την  ελληνική διοίκηση. 

Σε κύριες γραμμές, αυτά που γράφει η Μαντά συμφωνούν με τις εμπειρίες των Ελλήνων της Θεσπρωτίας της ίδιας περιόδου. Κορυφαία στελέχη τους συνεργάζονταν από την αρχή με τους κατακτητές και συχνά προέβαιναν σε ψευδείς καταγγελίες κατά των Χριστιανών. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό με έναν από τους εξέχοντες κατοίκους της Λιόψης, τον Αχμέτ Τσαπούνι1. Αυτός κατάφερε να υφαρπάσει μια επιστολή Σαγιαδινών προς τους αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ., που μιλούσε για 13 όπλα τα οποία είχε το χωριό, και έσπευσε να την παραδώσει στους Ιταλούς. Η ιταλική αρχή στους Φιλιάτες κάλεσε τους Σαγιαδινούς να πάνε να δώσουν εξηγήσεις και να παραδώσουν τον οπλισμό, τον οποίο ανέβαζαν στα 130 ντουφέκια. Ο πανούργος αυτός μωαμεθανός Τσάμης είχε επιπλέον παραποιήσει το έγγραφο και το 13 το έκανε 130. Πήγαν τότε στους Φιλιάτες οι παπα-Σπύρος, Νικόλας Σκέντος, Ηλίας Αλεξίου και Βασίλης Ντούκας (οι τότε προεστοί του χωριού). Εξήγησαν στους Ιταλούς ότι δεν υπάρχει στο χωριό ο οπλισμός αυτός και εγγυόνταν πως δε σκοπεύουν να προβούν σε κανενός είδους εχθρική ενέργεια εναντίον τους. Καταρχάς οι Ιταλοί δεν πείστηκαν και αξίωναν να παραδοθούν τα 130 ντουφέκια. Κράτησαν μάλιστα και τους ίδιους ομήρους, εκτός από τον παπά που γύρισε στο χωριό με δάκρυα στα μάτια. Τελικά όμως οι όμηροι τους έπεισαν με τη βοήθεια και του φαρμακοποιού στους Φιλιάτες, Μιλτιάδη Φραγκίσκου (είχε σπουδάσει στην Ιταλία) και αφέθηκαν ελεύθεροι. Όταν όμως οι συμπατριώτες του Τσαπούνι Λιοψιώτες επανέλαβαν όμοια καταγγελία για όπλα των Σαγιαδινών στους Γερμανούς το ’43, το χωριό την πλήρωσε πολύ ακριβά. Το κάψανε όπως είδαμε.

Κακοποιά στοιχεία κυκλοφορούσαν ένοπλα με την ανοχή των κατακτητών, καθ’όλη τη διάρκεια της κατοχής και προέβαιναν σε βιαιοπραγίες κατά των Ελλήνων. Έτσι σκότωσαν, μέσα στο χωράφι του, τον Κώστα Λούκα, που, για δες περίπτωση!.

Στο δρόμο για τη Σκέφαρη παραφύλαγαν Τσάμηδες έτοιμοι να επιτεθούν στους Χριστιανούς που πήγαιναν να αλέσουν τα γεννήματά τους στους μύλους της, λέει ο Γεράσιμος Τρουμπάτας. Γι΄αυτό οι Σαγιαδινοί έστελναν στους μύλους το μουσουλμάνο Μουράτ, ο οποίος ήταν φτωχός Λιοψιώτης πολύ καλός. Έκανε χρόνια τσομπάνος του Πέτρου Τσόγκα.

Ο ίδιος θυμάται όταν, κάποια φορά που τόλμησε να πάει μόνος του στους μύλους, συνάντησε εκεί το Μουράτ με το γιό του. Ο Μουράτ του έδωσε το γιό του και τον συνόδεψε στην επιστροφή, μέχρι λίγο έξω από τη Σαγιάδα, για να αποτρέψει τυχόν επίθεση Τσάμηδων.

Ζούσαν λοιπόν οι Θεσπρωτοί με το φόβο των «συμπατριωτών» τους αυτών. Έτσι, οι Σαγιαδινοί αναγκάστηκαν να αναθέσουν την προστασία τους σε δυο Λιοψιώτες, τον Τζελάλ Τσαπούνι και τον Τζέλιο Λιμάζι. Θεώρησαν προφανώς αυτό ως τη μόνη ελπίδα για να περιορίσουν τη δράση των κακοποιών μουσουλμανικών στοιχείων.Αυτό έκαναν και άλλα ελληνικά χριστιανικά χωριά μας, όπως μας λένε ιστορικοί.

 

Οι ευθύνες για τη μη αρμονική συμβίωση

Ο Γ. Μαργαρίτης γράφει ότι «μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας οι μειονότητες που έμειναν στην Ελλάδα αντιμετωπίστηκαν με πολλή εχθρότητα, τόσο από την κοινωνία όσο και από το κράτος». Αναφέρεται συγκεκριμένα σε εκτοπίσεις και σε απαλλοτριώσεις κτημάτων των αγάδων και τονίζει ότι «κύμα εχθρότητας περιέβαλλε τους Τσάμηδες… από τους χριστιανούς γείτονές τους». «Για τους χριστιανούς», γράφει, «οι Τσάμηδες ήσαν πλέον ξένοι1».

Τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο απλά. Δε θα συνέβαινε αυτό και δε θα θεωρούνταν ξένοι οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες χωρίς και τη δική τους μόνιμη εχθρική στάση και συμπεριφορά, όπως σαφώς προκύπτει από τα παραπάνω. Μιλήσαμε για τις ευθύνες του μεταξικού καθεστώτος να εκτοπίσει τους επικεφαλής των Τσάμηδων. ΄Ηταν όμως αρκετή η αιτία αυτή να εξάψει τόσο μίσος; Οι δικτάτορες φέρονται συχνά σκληρά και απάνθρωπα, οι πολίτες όμως δεν μισούν γι’ αυτό τι χώρα τους αλλά τους ίδιους τους δικτάτορες. 

Κάποιες απαλλοτριώσεις κτημάτων μουσουλμάνων τσιφλικάδων, που έγιναν το 1923 και μετά, δικαιολογούνται αν σκεφτούμε την τεράστια πίεση του ελληνικού κράτους να απορροφήσει το ενάμισι εκατομμύριο των προσφύγων της Μ. Ασίας. Παρόλα αυτά, είπαμε ότι οι αγάδες της Τσαμουριάς εξακολουθούσαν να κρατούν, μέχρι και το 1944, τα μεγαλύτερα και παραγωγικότερα κτήματα.

Η Ελευθ. Μαντά μιλάει για το χάος που επικράτησε με την υποχώρηση των Γερμανών στη Θεσπρωτία και τη μαζική εκδίωξη των Τσάμηδων στην Αλβανία. Οφείλουμε να το ομολογήσουμε ότι έγιναν τότε σε βάρος τους σοβαρές βιαιοπραγίες. Ο πόλεμος εκτραχύνει δυστυχώς τη συμπεριφορά των ανθρώπων και ξυπνά τα πιο άγρια ένστικτά τους. Ήταν και τα αισθήματα αντεκδίκησης που κορύφωναν το μίσος. Κάποιοι δε θέλουν να θυμούνται σήμερα και να μιλούν για τα θλιβερά εκείνα γεγονότα που έζησαν τότε.

Η βεντέτα μεταξύ των μουσουλμάνων Τσάμηδων και των Ελλήνων της Θεσπρωτίας δεν μπορούσε να συνεχίζεται επ’άπειρο. Δυστυχώς, η απομάκρυνση του μουσουλμανικού στοιχείου από τη Θεσπρωτία το 1944 με την αποχώρηση των Γερμανών απέμενε η μόνη διέξοδος1. Τάχθηκαν επανειλημμένα με το μέρος των κατακτητών, είτε αυτοί λέγονταν Τούρκοι, Αλβανοί, Ιταλοί ή Γερμανοί και γι’αυτό θεωρήθηκαν από τους Έλληνες ξένοι.

Σίγουρα, μεταξύ των απομακρυθέντων Τσάμηδων υπήρξαν και οι αθώοι που πλήρωσαν. Η ευθύνη γι’αυτό βαρύνει τους επικεφαλής τους, οι οποίοι δεν έχαναν ευκαιρία να βιαιοπραγούν και να ξεσηκώνουν το μουσουλμανικό πληθυσμό εναντίον των χριστιανών συμπατριωτών τους. Ακόμη και να μη συνεργάστηκαν ενεργά στο πλευρό των δυνάμεων κατοχής, «τους υποδέχτηκαν όμως με ελπίδα και προσδοκίες για την πραγματοποίηση υποσχέσεων που επί δεκαετίες καλλιεργούνταν, επωφελήθηκαν από την παρουσία τους και παρείχαν έμμεσα υποστήριξη με οδηγούς συνδέσμους, πληροφοριοδότες κ.λ.π» (Ε. Μαντά ό.π. σ. 155)

Ο ισχυρισμός τους ότι αριθμούν σήμερα 250 χιλιάδες «γιατί είναι καρπερή ράτσα»(!) και ότι πρέπει να γίνει δική τους όλη η Θεσπρωτία και ως την Πρέβεζα, δεν έχει θέση, ούτε βέβαια οι ανατινάξεις πυλώνων της Δ.Ε.Η., όπως αυτές στη Σαγιάδα και στην Παραμυθιά. Αυτά με τους άλλοτε συμπατριώτες μας μουσουλμάνους και επανερχόμαστε στο κυρίως θέμα μας.

 

Τα μετά το κάψιμο

Οι Γερμανοί επανήλθαν στο χωριό είκοσι περίπου ημέρες μετά το κάψιμο και εγκαταστάθηκαν στο σπίτι των Αντωναίων και τα Μανταίικα. Από εκεί εξορμούσαν εναντίον των ελληνικών και αλβανικών αντιστασιακών ομάδων της περιοχής. Ήταν συχνές οι συμπλοκές με τις αντιστασιακές αυτές οργανώσεις.

Σε μια τέτοια περίπτωση, που επέστρεφαν στο χωριό εξοργισμένοι, σκότωσαν το Γεράσιμο Κόρο που βρέθηκε μπροστά τους, χωρίς να τους φταίξει σε τίποτε. Σε όμοιες περιπτώσεις σκότωσαν επίσης το Γεράσιμο Ζώη, τον Πούλιο τ’Αντώνη όπως και την Αλίκη Αντωνάδου, η οποία κρατούσε το μωρό κοριτσάκι της στην αγκαλιά. Αυτή έπεσε νεκρή, ενώ το μωρό κύλησε στο έδαφος, χωρίς να πάθει τίποτε. Το κοριτσάκι αυτό είναι η σημερινή Γεωργία (Γίτσα), σύζυγος Δημήτρη Νάτση. Τραυμάτισαν επίσης και το Βασίλη Παππά (Τζίβα).

Εύλογη η ερώτηση πώς παρέμειναν κάποιοι στο χωριό! Ελάχιστες οικογένειες των οποίων τα σπίτια δεν είχαν καεί το διακινδύνεψαν να παραμείνουν για να μην αφήσουν τα νοικοκυριά τους να ρημάξουν. Μεταξύ αυτών ήταν και εκείνοι που το πλήρωσαν με τη ζωή τους. Άφησαν τις οικογένειές τους στο πένθος και στη δυστυχία.

 Ο Γεράσιμος Κόρος άφησε πίσω τη γυναίκα του με έξι ορφανά παιδάκια. Απλοί πολίτες και ολόκληρα χωριά έπεσαν έτσι θύματα αντιποίνων από τους Γερμανούς στρατιώτες κατοχής.

Άλλοι Σαγιαδινοί που σκοτώθηκαν τότε από τους Γερμανούς ή τους

Τουρκοτσάμηδες ήταν οι Γεράσιμος Ζώης, Σπύρος Αντωνίου, Χρίστος Δούκας, Δημήτρης Κέρος και ο Απόστολος Γιάτσης. Το Σεπτέμβρη του 1943 με τους 49 προκρίτους της Παραμυθιάς εκτελέστηκε και ο Σαγιαδινός Φάνης Φείδης.

Το διάστημα αυτό η Σαγιάδα θρήνησε ακόμα άλλα τέσσερα μέλη της. Στη Σμήνιτση της Β. Ηπείρου συνέλαβαν οι Γερμανοί μαζί με μουσουλμάνους κομιτατζήδες και τέσσερις Σαγιαδινούς,τους Αθανάσιο Διαμάντη, Λάζαρο Αναστασιάδη, Γιάννη Πασιάκο, Ξενοφώντα Κούτη και Γρηγόρη Πασιάκο. (συνολικά ήταν δεκατέσσερις οι συλληφθέντες, όλοι Έλληνες). Τους κλείσανε στο κατώι του σπιτιού του Θεόδ. Γιάννη και τους κάψανε ζωντανούς. Γλίτωσε ο Γρηγόρης Πασιάκος, αδελφός του Γιάννη, που κατόρθωσε να τους ξεφύγει. Να πώς περιγράφει τη δραπέτευσή του και το χαμό των άλλων ο Βασ. Καίσαρης : “…ένας από τους δεκατέσσερις φυλακισμένους κατόρθωσε να φτάσει απαρατήρητος στη μισάνοιχτη πόρτα και ξεγλίστρησε έξω. Βρέθηκε αντιμέτωπος με τον τρίτο φύλακα και σκοπό και μέσα στη σύγχυση και την έκπληξη, σπρώχνει το σκοπό και όταν αυτός έπεσε στο έδαφος, σαλτάρει στον μαντρότοιχο της αυλής του σπιτιού και βρίσκεται ελεύθερος. Οι φρουροί άρχισαν να φωνάζουν, να βλαστημάνε και να πυροβολούν! Παίρνει τον κατήφορο προς το λάκκο της Τσιέλως. Το μέρος δασωμένο με πουρνάρια, πλατάνους και άλλα δέντρα και ήταν αδύνατο να τον δούνε. Πυροβολούσαν αλλά άσκοπα. Φεύγει ο κατάδικος προς το νότο και από δέντρο σε δέντρο, από πέτρα σε πέτρα, φτάνει στη μεγάλη πέτρα, στον Παντελεήμονα, αφού άφησε αριστερά τον Άγιο Μηνά και φτάνει στη Φτέρη και προς τα Αχούρια των Ντακαίων. Οι Τουρκοτσάμηδες, αφού πυροβόλησαν αρκετά δεν αποφάσισαν να τον καταδιώξουν, διότι το μέρος ήταν δασώδες…..Έτσι ο Γρηγόρης Πασιάκος γλίτωσε τη ζωή του και πήγε στο χωριό του τη Σαγιάδα….Δεν συνέβη το ίδιο με τον αδελφό του και με τους υπόλοιπους κρατούμενους. Οι Τουρκαλβανοί άρχισαν να τους μαστιγώνουν, να τους βρίζουν, να τους φοβερίζουν, αφού προηγουμένως τους έδεσαν χειροπόδαρα. Τους βασάνιζαν ώσπου ήρθε η ώρα να φύγουν ο στρατός (ο γερμανικός) και οι τσιέτες και τότε οι Τουρκοτσάμηδες έκαμαν το μακάβριο έργο τους….Μάζεψαν ξύλα και φρύγανα, έκλεισαν καλά τις πόρτες και τα παράθυρα και έβαλαν φωτιά από παντού για να καούν ζωντανοί…κάηκαν ζωντανοί αφού παρακάλεσαν, φώναξαν, έκλαψαν, ικέτευσαν….” Η μακάβρια περιγραφή από τον απλό Σμηνετσιώτη είναι ζωντανή και λεπτομερής και ίδια μ΄αυτήν που διηγούνταν ο μακαρίτης  Γρηγόρης Πασιάκος. Για όσους τυχόν δεν το γνωρίζουν, ο Γρηγόρης είναι ο πατέρας του Μιχάλη Πασιάκου. Συνεχίζουμε με τη Γερμανική κατοχή.

 

Κατοχής συνέχεια

Μετά το κάψιμο και την εγκατάσταση των Γερμανών στο χωριό η κατάσταση έγινε αφόρητη. Ο φόβος, η ανέχεια και η εξαθλίωση έφτασε στο απροχώρητο. Τα κτήματα εγκαταλείφθηκαν παντελώς1 και οι Σαγιαδινοί κατέφυγαν στην Αλβανία και στα άλλα βορεινότερα δικά μας χωριά επαίτες. Όπως και σ΄όλη την Ελλάδα πείνα και δυστυχία έδερνε τον κοσμάκη. Τα κατοχικά χαρτονομίσματα είχαν καταντήσει στρατσόχαρτα. Πρέπει, λέγανε, να πας μ΄ ένα σακούλι χρήματα για να πάρεις λίγες οκάδες καλαμπόκι. Οι αριθμοί που αναγράφονταν στο καθένα χαρτονόμισμα ήταν εξωφρενικοί, εκατομμύρια και δισεκατομμύρια.

Τα χρήματα είχαν ουσιαστικά καταργηθεί. Μόνο οι χρυσές λίρες μετρούσαν αλλά τις είχαν ελάχιστοι, προπαντός οι μαυραγορίτες.

Οι συναλλαγές γίνονταν με ανταλλαγή προϊόντων, “είδος με είδος”, λ.χ. μια οκά λάδι με μια οκά σιτάρι. Έτσι, όπως γράφτηκε κι αλλού, ο πατέρας μου, όταν μας έλειψε το καλαμπόκι, πήγε ένα ζυγούρι σε «αγά» της Λιόψης και πήρε μισό τσουβάλι καλαμπόκι. Πανάκριβο ήταν τότε το καλαμπόκι, που σήμερα το έχουμε μόνο για τα ζώα! Χρωστούσε γι΄αυτό και χάρη στον αγά.

 

« Όλα τα ΄σκιαζε η φοβέρα…»

 Επικρατούσε κατάσταση που δύσκολα περιγράφεται. Η ζωή του ανθρώπου ήταν ένα τίποτα. Ο θάνατος καραδοκούσε κάθε ώρα και στιγμή. Ο κόσμος αφουγκραζόταν με τρόμο κάθε θόρυβο, προπαντός τη νύχτα. Ο Πέτρος Μπέσιος αφηγείται μια τέτοια περίπτωση. Μια νύχτα μας ξύπνησαν πατήματα στην αυλή μας. Ο πατέρας μου φωνάζει τη μητέρα: Λίκα, φέρε μου το ντουφέκι! Ευτυχώς τα βήματα άρχισαν να δείχνουν ότι ο απρόσμενος νυκτερινός επισκέπτης απομακρυνόταν. Το πιθανότερο είναι ότι φοβήθηκε το όπλο.

Η Ευδοκία Κέρου (η Κωτσια-Κέραινα) θυμάται τα χρόνια του πολέμου που πήγαιναν στα χωράφια των αγάδων της Λιόψης. «Για δυο οκάδες καλαμπόκι, λέει, δουλεύαμε από το πρωί ως το βράδυ και με το φόβο στην καρδιά». Μολογάει μια από τις λαχτάρες που πέρασαν»: «Θερίζαμε καλαμπόκι στο χωράφι του αγά στην ακροποταμιά. Βγαίνουν ξαφνικά δυο Τουρκοτσάμηδες. Κάποια από μας ψιθυρίζει: κατεβάστε το μαντίλι να φαίνονται μόνο τα μάτια σας. Αυτοί πλησιάζουν και μας γυροφέρνουν. «Θέλουμε να μας κόψετε μερικά στάχυα», λένε. Με νεύματα παρακινούμε την πιο μεγάλη στην ηλικία να πάει να κόψει. Η λαχτάρα μας ήταν μεγάλη! Έρχεται, ευτυχώς, στην ώρα επάνω ο αγάς και οι κακοποιοί το στρίβουν. Μη ρωτάς τι λαχτάρες τραβούσαμε απ΄αυτούς, λέει! Τρομάζαμε να κατέβουμε στον κάμπο. Μας απειλούσαν λέγοντας ότι ήρθε η μέρα μας». Η «μέρα τους» ήταν οι μαύρες για μας μέρες της κατοχής από τα ιταλογερμανικά στρατεύματα!

 

Μια προσωπική μου εμπειρία

Δεν ξεχνώ ποτέ τη βραδιά που, μικρό παιδί μαζί με τον πατέρα μου, βοσκούσαμε τα πρόβατα λίγο πιο κάτω από το χωριό, στα Παλιάμπελα. Φόβος, ίδιος με ογκόλιθο, πλάκωνε το στήθος μας. Ο πατέρας μου, όσο και να μην ήθελε να το ομολογήσει, δεν ήταν δυνατόν να κρυφτεί. Μας απασχολούσε η σκέψη μην ξεφυτρώσει κανένα “σοκόλη” για να πάρει τα ζώα και μας «καθαρίσει». Μετρούσαμε την ώρα και το λεπτό για να τα μαζέψουμε και να κλειστούμε στο σπίτι. Η αίσθηση πως κάποιον ιδιαίτερο λόγο θα είχε εκείνη τη βραδιά ο πατέρας μου, δε με εγκαταλείπει. Ποιος ξέρει τι διαδίδονταν, γιατί δεν τον είχα δει άλλοτε τόσο ανήσυχο. Οδηγήσαμε τα πρόβατα στο μαντρί, δίπλα στο σπίτι, πολύ νωρίτερα από άλλοτε.

΄Ηταν και Μεγάλη εβδομάδα, Μεγάλη Πέμπτη θυμάμαι. Και έτσι, παρόλο το φόβο, βγήκαμε πάλι από το σπίτι. Απέναντι στα Τσογκαίικα ήταν η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Πήγαμε να παρακολουθήσουμε τα δώδεκα Ευαγγέλια. Τα λόγια του Ευαγγελίου για τα πάθη του Χριστού έκαναν ακόμα πιο έντονα τραγικές τις ώρες εκείνες των δικών μας παθών. Αυτή η βραδιά έχει παγώσει μέσα μου και μένει εκεί αναλλοίωτη, από τα οχτώ μου χρόνια μέχρι και τώρα που γέρασα. «΄Ολα τα ΄σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά!»

Όσοι έζησαν την εποχή εκείνη έχουν να διηγούνται τέτοια περιστατικά. Ο Γρηγόριος Τσόγκας του Θεοδώρου αφηγείται ένα περιστατικό με τις Σαγιαδινές γυναίκες, οι οποίες είχαν πάει στις πηγές του Μαναστηριού, για να πλύνουν κλινοσκεπάσματα. Τις είδαν μουσουλμάνοι από τα γύρω χωριά, που γύριζαν με τα όπλα στον ώμο, και πήγαν να αρπάξουν τα κλινοσκεπάσματα. Παραφύλαγαν όμως άνδρες του χωριού ένοπλοι και τους καταδίωξαν1.

Τον Κώτσια Λούκα, είπαμε, τον σκότωσαν στο χωράφι του τέτοια κακοποιά στοιχεία μουσουλμάνων Τσάμηδων, «τα σοκόλια».

Φόβος λοιπόν και τρόμος τόσο από τους κατακτητές, όσο και από τους συμπατριώτες μας Μουσουλμάνους. Πολλοί θα θυμούνται το θέαμα δυο κρεμασμένων, που αιωρούνταν για μέρες από μια ελιά στο περιβόλι του Παύλου Ρεντζέλου, σ΄αυτό που βρίσκεται στο δρόμο πριν από του Μάικα. Για πολύ καιρό και μετά την απομάκρυνσή τους περνούσαμε αποκεί και τρέμαμε. Η θύμηση της μακάβριας εικόνας των κρεμασμένων πάγωνε το αίμα μας!

 

ΘΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΙΤΑΛΩΝ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΩΝ KΑΤΑΚΤΗΤΩΝ

ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΛΒΑΝΟΤΣΑΜΗΔΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΣΑΓΙΑΔΑ

 

                ΙΤΑΛΟΙ (ΤΣΙΟΦΛΙΚΙ)

                ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΙ ΣΑΓΙΑΔΑΣ (28-11-1940)              ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΓΙΑΤΣΕΣ

                ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΕΝΤΟΣ            

                ΟΥΡΑΝΙΑ ΛΟΥΚΑ              (ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ)

                ΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΛΟΥΚΑΣ        ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΦΕΙΔΗΣ

                ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΛΟΥΚΑ          

                ΕΛΕΝΗ ΣΚΕΝΤΟΥ              (ΣΜΙΝΕΤΣΗ)

                ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΚΕΝΤΟΥ        ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΣΙΑΚΟΣ

                ΠΕΤΡΟΣ ΜΕΝΤΗΣ             ΛΑΖΑΡΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ (ΤΣΙΑΤΣΗΣ)

                ΑΝΤΩΝΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ              ΜΙΧΑΗΛ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

                                ΞΕΝΟΦΩΝ ΚΟΥΤΗΣ

                ΓΕΡΜΑΝΟΙ           

ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΑΓΙΑΔΑ (ΜΕΤΑ ΤΗΝ                  29-8-1943)          ΑΛΒΑΝΟΤΣΑΜΗΔΕΣ

                ΑΛΙΚΗ ΑΝΤΩΝΑΔΟΥ -ΑΝΤΩΝΙΟΥ               

                ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΚΟΡΟΣ         ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΚΑΣ

ΠΕΤΡΟΣ ΑΝΤΩΝΑΔΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΖΩΗΣ

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΟΥΚΑΣ

ΜΙΧΑΗΛ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΣΠΥΡΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ