15.Η αποχώρηση των δυνάμεων κατοχής


Κεφάλαιο Δέκατο Πέμπτο

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΚΑΤΟΧΗΣ

Η απελευθέρωση της Σαγιάδας

Oι Γερμανοί εγκατέλειψαν τη Σαγιάδα το Σεπτέμβρη του 1944. «Στις 22 Σεπτέμβρη το απόγευμα το 16ο Σ.Π. της Χ μεραρχίας που καταδίωκε τους Γερμανούς και Τουρκαλβανούς κατόρθωσε να τους απωθήσει έξω από τα Ελληνοαλβανικά σύνορα και να καταλάβει την πόλη των Φιλιατών μετά της περιοχής της ». Ο Βασίλης Κραψίτης γράφει ότι «η Χ Μεραρχία μετά την κατάληψη της Μενίνας διέταξε την 22-9-1944 γενική εξόρμηση των μονάδων της και το πρωί της ίδιας μέρας το 16ον σύνταγμα πεζικού πρόλαβε την εχθρική φάλαγγα κοντά στα χωριά Σκέφαρι-Σπάρτο– Σμέρτο και έδωσε μάχη… το II τάγμα του εγκαταστάθηκε στη Σαγιάδα .…» Ο δε Νίκος Ζιάγκος αναφέρεται με λεπτομέρεια στις κινήσεις τότε των αντιστασιακών μας ομάδων στην περιοχή μας και στο θάνατο του Σαγιαδινού αντάρτη Δημ. Κέρου .

Φεύγοντας οι Γερμανοί έβαλαν και πάλι κατά της Σαγιάδας με βλήματα πυροβόλου όπλου, λες και ήθελαν έτσι να μας αποχαιρετήσουν. Προφανώς, το έκαναν από φόβο μήπως υπάρχουν στο χωριό αντιστασιακές ομάδες να φύγουν, για να διαβούν αυτοί ανενόχλητοι.

 

Η κατάσταση μετά την απελευθέρωση

Οι πληγές που άφησαν οι δυνάμεις κατοχής στη Σαγιάδα, όπως και στην άλλη Ελλάδα, ήταν μεγάλες. Σπίτια καμένα, χωράφια εγκαταλειμμένα, νοικοκυριά ρημαγμένα, χήρες και ορφανά με τον αβάσταχτο πόνο στην καρδιά και το μεγάλο «γιατί» στο βλέμμα, άνθρωποι λιπόσαρκοι, πεινασμένοι και ρακένδυτοι.

Έμεναν σε πρόχειρα επισκευασμένα ένα-δυο δωμάτια των πυρπολημένων κατοικιών τους, με υλικά απ΄αυτά που είχε αφήσει η φωτιά ή που είχαν αφαιρέσει αρκετοί από τα σπίτια της εγκαταλειμμένης Λιόψης. Η κατάσταση δηλαδή ήταν δραματική. Μόνο οι μαυραγορίτες επιχαίρανε. Ευτυχώς άρχισε να στέλνει ο Ερυθρός Σταυρός τρόφιμα και παλιά μεταχειρισμένα ρούχα και παπούτσια, που φάνηκαν όλα τόσο πολύτιμα στον κόσμο.

 Η ΟΥΝΡΑ επίσης (Βοήθεια του Ο.Η.Ε. και των Αμερικανών) συντέλεσε αρκετά στην αποκατάσταση των ζημιών από τις καταστροφές του πολέμου. Όχι όσο έπρεπε, γιατί τα περισσότερα καρπώνονταν οι επιτήδειοι, οι οποίοι διαχειρίζονταν τη βοήθεια κρατώντας για λογαριασμό τους τη μερίδα του λέοντος.

 Θυμούμαστε όλοι τα κουτιά με το κίτρινο τυρί και τις κονσέρβες με τα φαγητά. Πολλά απ΄αυτά πρώτη φορά τα βλέπαμε και τα γευόμασταν. Μας μοίραζαν και γάλα σκόνη, ως και φασολάδα γλυκιά με ζάχαρη, που δε μας άρεσε αλλά την τρώγαμε από ανάγκη.

 Εκείνο που προείχε ήταν να μη χαθούν άλλες ψυχές από την πείνα και τη γύμνια . Κατά τα άλλα, έπρεπε να αρχίσουμε σε όλα από την αρχή. Να δώσουμε αγώνα σκληρό και επίπονο, για να φτιάξουμε τα χαλάσματα και να στήσουμε καινούριο νοικοκυριό. Έλα όμως που ήρθαν αμέσως μετά άλλες μαύρες μέρες, τις οποίες προκαλέσαμε τώρα εμείς οι ίδιοι, με τη “συμπαράσταση” βέβαια και των μεγάλων συμμάχων μας. Γι΄ αυτές τις μέρες θα μιλήσουμε στο μεθεπόμενο κεφάλαιο.

Ένα επεισόδιο στο φυλάκιο Λυκογιάννη (από εμπειρία του γράφοντος)

 

Θα ανοίξουμε μια παρένθεση εδώ για να αναφερθούμε σε ένα επεισόδιο με τους στρατιώτες μας του φυλακίου Λυκογιάννη και τους Αλβανούς του αντίστοιχου φυλακίου τους, όπως το έζησα ο ίδιος.

 Στρατιώτες του ελληνικού φυλακίου  εισέβαλαν στο αλβανικό έδαφος και αρπάξανε δυο βόδια, για να τα φάνε ή να τα πουλήσουν (σκότωσαν, λένε, και τον ιδιοκτήτη τους). Οι Αλβανοί στρατιώτες που τους αντιλήφθηκαν επιτέθηκαν με σφοδρότητα και οι δικοί μας τράπηκαν σε φυγή. Στο χωριό ακούσανε τους απανωτούς πυροβολισμούς και τρομάξανε. Όταν δε είδαν τους στρατιώτες μας να κατεβαίνουν τρέχοντας, οι κάτοικοι πανικοβλήθηκαν. Φαντάστηκαν πως οι Αλβανοί θα μπούνε μέσα στο χωριό και αλίμονό τους! Ευτυχώς δεν έγινε κάτι τέτοιο. Σταματήσανε λίγο πιο πάνω. Οι δικοί μας πιάσανε θέσεις στο διπλανό λόφο, νοτιοανατολικά του χωριού, το Βούνο. Είπαν πως τους είχαν εξαντληθεί τα πυρομαχικά.

Σε λίγες ώρες έφθασαν στο χωριό πυρομαχικά φορτωμένα στη φοράδα του πατέρα μου. Την είχαν επιτάξει γι΄αυτό το σκοπό. Έπρεπε να πάνε τα πυρομαχικά στους στρατιώτες μας στο Βούνο. Οι μεγάλοι φοβούνταν, προφανώς. Βρήκαν λοιπόν εμένα, που είχα οικειότητα με το ζώο, να το οδηγήσω εκεί φορτωμένο. Σου λένε, ένα τόσο δα παιδάκι δε θα το χτυπήσουν οι Αλβανοί. Δε θα υποψιαστούν καν ότι μετέφερε πυρομαχικά. Αναρωτιέμαι και τώρα πώς έδωσε ο πατέρας μου τη συγκατάθεσή του! Τον έπεισαν, ως φαίνεται, ότι δε διέτρεχα κίνδυνο εκτός και αν δε ρωτήθηκε καν.

Ξεκίνησα, λοιπόν, τραβώντας τη φοράδα από το καπίστρι και σε όλο το δρόμο η καρδιά μου έτρεμε, ιδιαίτερα όσο απομακρυνόμουν από το χωριό και πλησίαζα στο λόφο. Έφτασα μετά από κανένα εικοσάλεπτο στο σημείο που μου είχαν υποδείξει. Ήταν μια στρούγκα εκεί . Είδα πέντε-έξι στρατιώτες ταμπουρωμένους μέσα και γύρω απ΄αυτήν. Τράβηξαν το ζώο στη στρούγκα, ξεφόρτωσαν, γέμισαν τις φυσιγγιοθήκες τους και καθώς απομακρυνόμουν με τη φοράδα, είδα τον επικεφαλής βαθμοφόρο να ανεβαίνει σκυφτά με προφύλαξη προς το φυλάκιο. Οι φαντάροι αραιωμένοι τον ακολούθησαν. Επανήλθαν χωρίς ενόχληση στο φυλάκιο και έληξε το επεισόδιο. 

Εδώ αξίζει να σημειώσουμε πόσο είχε επηρεάσει τα παιδιά το κλίμα του πολέμου που ζούσαμε επί τέσσερα συνεχή χρόνια. Κάναμε τον πόλεμο παιγνίδι. Είχαμε χωριστεί σε δυο παρατάξεις. Ανάλογα με το πού έμενε ο καθένας ανήκε στην ομάδα της Παζάρας ή της Λαγκάδας. Σ΄αυτούς τους δύο μεγάλους συνοικισμούς χώριζε το χωριό ο λάκκος του Τσόγκα, όπως ήδη σημειώσαμε. Παίζαμε ένα πολύ επικίνδυνο πετροπόλεμο. Χτυπιούμαστε με μανία, είχαμε αιχμαλώτους και τραυματίες, ευτυχώς ελαφρά. Πώς δεν υπήρξαν και νεκροί, είναι να απορεί κανένας. Διαφεύγαμε της προσοχής των γονέων μας, που βρίσκονταν στον κάμπο ή στο κοπάδι. Όταν φυσικά μας έβλεπαν, μας μαλώνανε άγρια, αλλά πού εμείς να σταματήσουμε! Έτσι μόνο ξέραμε να δείχνουμε μεγάλοι. Και σε άλλα χωριά έκαναν τα παιδιά το ίδιο. 

Σε τι βαθμό, αλήθεια, επηρεάζει τα παιδιά η εκάστοτε κατάσταση και συμπεριφορά των μεγάλων! 

 

Επιτέλους, ξανά στο σχολείο! 

Όλη σχεδόν την περίοδο της κατοχής το σχολείο μας είχε κλείσει. Λειτούργησε μόνο κάποιους μήνες με την Σαγιαδινή νηπιαγωγό Ευφροσύνη Μάντου (την κυρία Τσίνα) , τον Φιλιαταίο δάσκαλο Δημήτριο Λέντζαρη, τη Σοφία Κάσκαρη Τάση και την Ευγενία Ηλιάδη. Το διδακτήριο και ολόκληρο σχεδόν το χωριό το καταβρόχθισε η φωτιά που έβαλαν οι Γερμανοτσάμηδες, όπως είπαμε. Όσα παιδιά που ήταν να φοιτήσουν τότε κινδύνευαν να μείνουν αναλφάβητα. Οι γονείς μας το είχαν μεγάλο καημό αυτό. «Τι θα γίνει με τα παιδιά μας; θα μείνουν “γκαβά”!( αγράμματα)», έλεγαν με απόγνωση! 

Το σχολείο εδέησε να ανοίξει τον επόμενο χρόνο από την αποχώρηση των Γερμανών. Για διδακτήριο είχαμε το ναό του Αγίου Δημητρίου, ο οποίος βρισκόταν στα ανατολικά του χωριού και είχε γλιτώσει από τις φλόγες . Με πρόχειρα κατασκευασμένα στο χωριό θρανία και πάγκους για καθίσματα, βιβλία (ένα βιβλίο ιστορίας για κάθε έξι μαθητές, όπως θυμάται ο Νώντας του Τσάτση), τετράδια, πλάκες και 

μολύβια ίσα-ίσα τα κουτσοβολεύαμε. Οι γονείς μας ένιωσαν μεγάλη ανακούφιση, γιατί επιτέλους κάτι γινόταν.

Δάσκαλος ήρθε ο βορειοηπειρώτης Ι. Κάλλης, φυγάδας για πολιτικούς λόγους από την ιδιαίτερη πατρίδα του, αντάρτης του Ζέρβα.

 Ταυτόχρονα σχεδόν έφτασε και η παλιά μας δασκάλα, η Πρεβεζάνα Σοφία Κάσκαρη, η οποία είχε παντρευτεί το Σαγιαδινό Λάζαρο Τάση. Ο Βορειοηπειρώτης δάσκαλος ξεχώριζε για τις γνώσεις του αλλά και για την έπαρση και την υπερβολική του αυστηρότητα.

 Με λύπη μου θα προσθέσω εδώ πως ο δάσκαλος αυτός, στην προσπάθειά του να μας μάθει όσο γινόταν περισσότερα, (είχε, αλήθεια, άρτια γραμματική μόρφωση) δε φειδόταν καθόλου της βέργας και του χαστουκιού. Ήταν μεγαλόσωμος με πολύ βαρύ χέρι και έφτανε σε ακρότητες. Αναφέρω τρεις μόνο περιπτώσεις. Ο δάσκαλος είχε αναρτήσει τα γράμματα του αλφαβήτου, καλλιγραφικά γραμμένα, ψηλά στον τοίχο και μας καλούσε να τα αναγνωρίσουμε. Ένας συμμαθητής μου μπέρδεψε τα γράμματα ζ και ξ. Θυμωμένος ο δάσκαλος άρχισε να δίνει ξυλιές στα χέρια του μαθητή μετρώντας τες, ώσπου έπεσε κάτω λυπόθυμος (είχε μετρήσει περισσότερες από σαράντα ξυλιές). Άλλον σε άλλη τάξη, τον έδεσε με σύρμα από τη μέση και τον κρέμασε από τη γρεντά. Και ένα τρίτο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ότι μας υποχρέωνε, καθόλη τη διάρκεια που διαβάζαμε το μάθημα, να κρατάμε ανοιχτή την παλάμη, για να ρίχνει σε κάθε μας λάθος και μια βιτσιά! Τον επαινούν μερικοί στο χωριό. Αφήνω τον αναγνώστη μου να κρίνει. Εγώ, ευτυχώς, είχα τον περισσότερο καιρό τη δασκάλα Σοφία Κάσκαρη. Το μόνο που δοκίμασα απ΄αυτόν ήταν κάποια απανωτά χαστούκια, που μου άναψαν το πρόσωπο και με εξόργισαν, αλλά μπροστά στων άλλων τα παθήματα το δικό μου δεν ήταν τίποτα.

Η κατάταξη σε τάξεις έγινε με κάποια υποτυπώδη εξέταση, στην οποία μας υπέβαλε ο δάσκαλος. Εγώ κατατάχθηκα στη δευτέρα τάξη, παρόλο που δεν είχα φοιτήσει στην πρώτη. Είχα καταφέρει να κουτσοδιαβάζω από βιβλία του μακαρίτη αδελφού του πατέρα μου, του οποίου έφερα το όνομα (πέθανε από φυματίωση λίγο μετά την αποστράτευσή του). Έχει μείνει έντονα στη μνήμη μου μια απαίσια ζωγραφιά φάντασμα σ΄ ένα από αυτά. Αν θυμάμαι καλά, παρίστανε τη γρίπη, η οποία είχε καταστεί το φόβητρο στα χρόνια του μεσοπόλεμου.

Τις τάξεις στην αρχή τις περάσαμε, οι περισσότεροι, δυο μαζί σ΄ένα χρόνο. Έτσι εγώ π.χ. έφτασα τον πρώτο χρόνο από τη δευτέρα στην τετάρτη τάξη. Το δεύτερο χρόνο φοιτήσαμε κανονικά αλλά τον επόμενο διακόψαμε. Το Γενάρη του 1948 ξεσπιτωθήκαμε πάλι. Γι΄αυτό το ξεσπίτωμα θα μιλήσουμε παρακάτω. Θα διεξέλθουμε πρώτα με πολλή συντομία το θέμα των αντιστασιακών μας ομάδων και το πολύ θλιβερό κεφάλαιο του εμφύλιου πολέμου.