16.Εμφύλιος και συνέπειες


Κεφάλαιο Δέκατο Έκτο

ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ

 Οι αντιστασιακές μας ομάδες

 Κατά τη διάρκεια της κατοχής δημιουργήθηκαν, ως γνωστό, αντάρτικα ελληνικά σώματα, για να χτυπήσουν τους κατακτητές και να βοηθήσουν στην απελευθέρωση της πατρίδας μας. Οι δυο κυριότερες αντιστασιακές μας ομάδες ιδρύθηκαν το Σεπτέμβρη του 1941 και ήταν

 το Ε.Α.Μ. με πρωτεργάτες τους κομμουνιστές και το Ε.Δ.Ε.Σ.1 με επικεφαλής το στρατηγό Ζέρβα.

 Είχαν ανάψει τα αίματα όλων, μικρών και μεγάλων. Ο Πέτρος Μπέσιος θυμάται, πως ο Νικόλας Σκέντος φώναξε μια φορά στον πατέρα του καθώς περνούσε από το σπίτι τους: “Γιώργο, ήρθε η ώρα να πάρουμε και εμείς ξανά τα όπλα!”, και ας ήταν ο ένας κοντά πενηντάρης κι ο άλλος λίγο μικρότερος. Ξεσηκώθηκαν κάποιοι νέοι του χωριού με πρωτοστάτη τον Ηλία Μάικα. Τελικά παρέμειναν στον Ε.Λ.Α.Σ. ο Γεώργιος Κιτσώνης και ο Δημήτριος Κέρος. Στον Ε.Δ.Ε.Σ. πήγαν ο Γεώργιος Τρουμπάτας, οι αδελφοί Χάρης και Πούλιος Διαμάντης και ο Β. Καρακατσίνας (γαμπρός στη Σαγιάδα).

Ο δάσκαλος Δημ . Λέντζαρης γράφει στην ιστορική βιογραφία του με τίτλο «Αναμνήσεις από το αλβανικό έπος, την κατοχή, την αντίσταση και την απελευθέρωση(1940-1945-1976)»  ότι αυτός έκανε την πρώτη κίνηση του Ε.Α.Μ στη Σαγιάδα με τον Ηλία Μάικα και τον Βαγγέλη Τρουμπάτα.

Έκανε, λέει, συγκεντρώσεις στις οποίες προσέρχονταν οι Σαγιαδινοί με πολύ ενθουσιασμό. Έστειλαν και τέσσερα ζώα φορτωμένα με αλάτι για τις ανάγκες της οργάνωσης. Ο Ηλίας Μάικας, λέει, έγινε ο σύνδεσμος της Πανηπειρωτικής με την Κεντρική Επιτροπή.

Όσο διαρκούσε η κατοχή, δεν ήρθαν στη Σαγιάδα να εγκατασταθούν αντιστασιακές ομάδες. Προφανώς, γιατί δεν προσφέρονταν το έδαφος και επιπλέον ήταν ο φόβος των Τσάμηδων. Υπήρχαν πάντως επαφές Σαγιαδινών μ΄αυτές τις ομάδες, όπως φαίνεται και από την επιστολή που έστειλαν προς το Ε.Α.Μ., για την οποία κάνουμε λόγο στο κεφάλαιο για τους Τσάμηδες.

Αμέσως μετά την απελευθέρωση εγκαταστάθηκαν αντάρτες του Ε.Δ.Ε.Σ. στην εγκαταλειμμένη Λιόψη και στο Σκάλωμα. Έβαλαν μάλιστα υπεύθυνο στο τελωνείο το Σαγιαδινό Θωμά Νάτση. Δεν έμειναν όμως για πολύ. Εκδιώχθηκαν από άντρες του Ε.Λ.Α.Σ, οι οποίοι ήρθαν και κατέλυσαν μέσα στο χωριό1. Αυτοί του Ε.Δ.Ε.Σ. διαπεραιώθηκαν στην Κέρκυρα. 

Θυμάμαι άντρες του Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ. να συγκεντρώνουν νέους του χωριού και να τους μιλάνε για τον αγώνα για μια ελεύθερη και δημοκρατική πατρίδα, για “λαϊκή δημοκρατία”, να τραγουδούν επαναστατικά τραγούδια, που ενθουσίαζαν μικρούς και μεγάλους. 

 

 

Στ΄ άρματα, στ΄ άρματα εμπρός στον αγώνα για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά 

………………………………………. 

Εμπρός Επονίτες αδέλφια και πάλι γοργά προβάλλει η αυγή. Να δείξουμε πρέπει μ΄ατέλειωτη πάλη πως θέλουμ΄εμείς μιαν ελεύθερη ζωή. 

Στη Σαγιάδα, όπως και σε πολλά χωριά της ελληνικής υπαίθρου, στις αρχές του 1945 ο Ε.Λ.Α.Σ. επιστράτευσε τους άνδρες από 18 χρονών και τους κατένειμε σε τάγματά του στην περιοχή. Απολύθηκαν όμως, πριν περάσει σωστός μήνας με τη συμφωνία της Βάρκιζας που έγινε στις 12 του Φλεβάρη. 

 

Ο εμφύλιος

Μόλις η χώρα μας βγήκε από τη δίνη του Β’ παγκοσμίου πολέμου, μπήκε έτσι σε νέα, ακόμα πιο φοβερή περιπέτεια, αυτή του εμφύλιου πολέμου. Οι Έλληνες χωρισμένοι σε δυο παρατάξεις βάλθηκαν να αλληλοεξοντωθούν. Από τη μια μεριά οι κομμουνιστές του Ε.Λ.Α.Σ. και από την άλλη ο Ε. Δ. Ε. Σ. κατ΄ αρχάς και το επίσημο ελληνικό κράτος με το στρατό του μετά (Ο Ε.Δ.Ε.Σ. διαλύθηκε στα τέλη του 1944).

Ο εμφύλιος πόλεμος κράτησε από το 1946 ως το 1949 και έληξε με την ήττα της παράταξης του Ε.Α.Μ. – Ε.Λ.Α.Σ. και τη νίκη του Εθνικού Στρατού. Χύθηκε τότε πολύ αδελφικό αίμα και έγιναν και από τις δυο μεριές φρικαλέες πράξεις, που χώρισαν τους Έλληνες με απέραντο μίσος. Σωστά είπαν ότι ο εμφύλιος είναι πόλεμος μέχρις εσχάτων.

Ο Γιώργος Γιάτσες αφηγείται μια χαρακτηριστική περίπτωση. Ο εθνικός στρατός χτύπησε και αιματοκύλησε αδίκως ένα χωριό μας, γιατί “νόμισαν” ότι κατεχόταν από κομμουνιστές. Ήταν ο ίδιος μάρτυρας του γεγονότος, λοχίας της στρατιωτικής αυτής μονάδας. «Έβαλε», λέει, «ο λόχος μας με όλμους κατά του χωριού και εμείς παραφυλάγαμε πιο πάνω, μη μας ξεφύγουν ένοπλοι κομμουνιστές ανάμεσα στους κατοίκους που εγκατέλειπαν το χωριό». Σε αφήγησή της μια αντάρτισσα του Ε.Λ.Α.Σ. λέει επίσης ότι «δε ζυγώναμε στο χωριό γιατί οι μπουραντάδες (έτσι λέγανε τους στρατιώτες) χτυπούσαν με όλμους μέσα το χωριό και τη γύρω περιοχή».

Στη δίνη αυτού του αλληλοσπαραγμού βρέθηκε και η Σαγιάδα. Τότε βρέθηκαν αντιμέτωποι, χωρίς να το θέλουν, και Σαγιαδινοί, άλλοι με τους κομμουνιστές (το Δημοκρατικό Στρατό) και άλλοι με τον Εθνικό Στρατό.

Στον Εθνικό Στρατό βρέθηκαν οι: Γεράσιμος Τρουμπάτας, Γρ. Μπιρμπίλης, Αχιλ. Γιάτσες, Γεώρ. Γιάτσες, Ευάγγ. Αλεξίου και Σπ. Μπιρμπίλης που δραπέτευσε από τον Ε.Λ.Α.Σ. Σκοτώθηκε ο Βαγγέλης Αλεξίου και ο Νάσιος Κολιομίχος από τη Σκουπίτσα. Ο Νάσιος, γαμπρός στη Σαγιάδα, νιόπαντρος ακόμα, άφησε τη γυναίκα του χήρα με ένα κοριτσάκι. Tραυματίες στον εθνικό στρατό ήταν ο Γεράσιμος Τρουμπάτας σοβαρά και οι Γρηγόριος Μπιρμπίλης και Αχιλλέας Γιάτσες ελαφρά.

Για την τύχη αυτών που βρέθηκαν στον Ε.Λ.Α.Σ. λέμε παρακάτω. Κάποιοι Σαγιαδινοί χτυπήθηκαν άγρια από τους Εδεσίτες στην Κέρκυρα. Μεταξύ αυτών ο Βαγγέλης Λεβέτσιος, ο οποίος πέθανε από τα χτυπήματα.

Οι συνέπειες βέβαια του δράματος αυτού για το χωριό μας, που ήταν και ακριτικό, δεν περιορίστηκαν εδώ.

 

Οι κομμουνιστές αντάρτες νύχτα στο χωριό

΄Ενα χρόνο πριν λήξει η μεγάλη αυτή αλληλοσφαγή, στις 17 Γενάρη του 1948 μπήκαν τη νύχτα στο χωριό από την τοποθεσία “Βούνο”, οι κομμουνιστές αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. με επικεφαλής τον «καπετάν Κουμπούρα» ( Παρούση). Οι λίγοι στρατιώτες και κάποιοι Σαγιαδινοί, οι οποίοι φρουρούσαν πάνω από το χωριό κοντά στη θέση Λυκογιάννη, δεν τους πήραν μυρωδιά. Έτσι μπήκαν ανενόχλητοι. Παραβίασαν τα καταστήματα για να πάρουν τρόφιμα και τσιγάρα και επιστράτευσαν νέους του χωριού. Πήγαν τότε μαζί τους, άλλοι βιαίως και κάποιοι οικειοθελώς, οκτώ νέοι: Φάνης Κέρος, Γερ. Γκόγκος, Πέτρος Καλέσης, Φάνης Κόρος, Σπ. Μπιρμπίλης, Θεόδ. Μπομπολής, Σπ. Μποροβίλης και ο Παύλος Μπέσιος. Ο τελευταίος τους ξέφυγε και γύρισε στο χωριό με τα πόδια του καταπληγωμένα.

Αποχωρώντας έγιναν αντιληπτοί από τους ευρισκόμενους στο φυλάκιο και αντάλλαξαν πυροβολισμούς. Οι πυροβολισμοί ξεσήκωσαν το χωριό. Αλαφιασμένοι οι κάτοικοι ξεμυτούσαν δειλά από τα σπίτια τους, για να δουν τι γίνεται. Οι γυναίκες και τα παιδιά ξεφώνιζαν έντρομα. Ο κόσμος, που τόσα φοβερά έβλεπε και ζούσε εφτάμιση χρόνια τώρα από τον Οκτώβρη του 1940, πανικοβλήθηκε.

Τελικά, δεν ξέρω πώς έγινε και αρχίσαμε, μ’ όλο το σκοτάδι, να εγκαταλείπουμε τα σπίτια και να ροβολάμε στα νότια του χωριού. Μαζευτήκαμε στο λιοτρουβειό της εκκλησιάς οι περισσότεροι κάτοικοι. Εκεί μάθαμε για τους νέους που πήρανε μαζί τους οι αντάρτες, δυο μάλιστα από το λιοτρουβειό αυτό (η Σαγιάδα είχε τότε δυο λιοτρουβειά. Το δεύτερο ήταν του Νικ. Κωνσταντή, δυτικά από το Πηάδι), ενώ δουλεύανε νυχτερινή βάρδια. Στους δύο αυτούς ήταν και ο Φάνης ο Κόρος, πρώτος μου εξάδελφος από τη μητέρα. Τους μισούς δεν τους ξανάδαμε. Έπεσαν στις μάχες με το στρατό. Σκοτώθηκαν τότε οι: Πέτρος Καλέσης, Γεράσιμος Γκόγκος, Θεοφάνης Κόρος, Γεώργιος Κολοκυθιάρης (ο τελεταίος πήγε αργότερα). Σώθηκαν και επαναπατρίστηκαν μετά το 1952 ο Σπυρίδων Μποροβίλης και ο Θεόδωρος Μπομπολής και μετά το 1974 οι δυο αδελφοί Φάνης και Γρηγόρης Κέρου. Σ΄αυτούς ήταν και ο Σπ. Μπιρμπίλης, ο οποίος δραπέτευσε από τους αντάρτες και κατέφυγε στον εθνικό στρατό όπου πήρε και το βαθμό του ανθυπολοχαγού κατά απονομή λόγω ανδραγαθίας.

Μεταξύ των φονευθέντων ήταν και ο Φάνης Κόρος. Τον πατέρα του είδαμε που τον σκότωσαν οι Γερμανοί. Πώς συμβαίνει αλήθεια συχνά να πληρώνουν μερικοί πολύ ακριβότερα από τους άλλους! Η χαροκαμένη χήρα μάνα του Κόρου γιόρταζε το γιο της κάθε χρόνο, ώσπου πέθανε το 1967. Πηγαίναμε στη γιορτή και ψελλίζαμε τα χρόνια πολλά με κατεβασμένο το κεφάλι. Την κοροϊδεύαμε, αλλά κι αυτή κορόιδευε τον εαυτό της, γιατί ήταν έξυπνη γυναίκα και αδύνατον να μην καταλάβαινε την αλήθεια. Ήταν όμως τόσο φοβερά επώδυνη αυτή η αλήθεια, που αρνούνταν επίμονα να την παραδεχθεί.

Επανέρχομαι στο κυρίως θέμα μας. Είπαμε ότι είχαμε μαζευτεί στο ελαιοτριβείο της εκκλησίας. Σαν ξημέρωσε δόθηκε εντολή να κατέβουμε στο Σκάλωμα. Και αποκεί μεταφερθήκαμε αμέσως στην Κέρκυρα με πλοία του πολεμικού μας ναυτικού. «Ήταν εντολή του στρατηγού Μπότσαρη», λέει ο συγχωριανός μας Βασίλης Μάστορας. ΄Ηταν βεβαίως τακτική των ιθυνόντων, η οποία αποσκοπούσε στην αποψίλωση της παραμεθορίου, για να μην μπορούν οι κομμουνιστές να επιστρατεύουν άντρες και να εφοδιάζονται με τρόφιμα και άλλα αναγκαία. Και πέτυχαν σε μεγάλο βαθμό το στόχο τους, αφού άδειασε όλη σχεδόν η παραμεθόριος από τους κατοίκους της.

Έτσι βρεθήκαμε πρόσφυγες στην Κέρκυρα ανταρτόπληκτοι ή αλλιώς «συμμοριόπληκτοι». Οι κομμουνιστές για πολλούς δεν ήταν παρά κοινοί συμμορίτες !

Πρόσφυγες στην Κέρκυρα

Είπαμε πως τη νύχτα της 17ης προς την 18η Γενάρη του 1948 μπήκαν οι κομμουνιστές στο χωριό και πολεμικά πλοία μας μετέφεραν όλους στο απέναντι νησί της Κέρκυρας. Οι πιο πολλοί σκορπίσανε στα χωριά του νησιού και ζούσαν με κάποια βοηθήματα της πολιτείας και μικροδουλειές που κάνανε οι άντρες. Με πολλή συγκίνηση θυμάμαι την καλοσύνη και τη φιλοξενία των απλών χωρικών του νησιού. Μας έφερναν πατάτες και κάθε είδους κηπευτικά, σταφύλια και άλλα φρούτα.

Η παραμονή μας στην Κέρκυρα, ως προσφύγων, έγινε αφορμή να εγγραφούμε στα Γυμνάσιά της αρκετοί μαθητές από τη Σαγιάδα, από τους οποίους, είναι αλήθεια, ελάχιστοι αποφοιτήσαμε, με χίλιες δυο στερήσεις και ταλαιπωρίες.

Δεν ξεχνούμε με το φίλο και συγχωριανό Γιώργο Καμβύσα το σπίτι-ερείπιο στο οποίο στεγαστήκαμε, όταν φοιτούσαμε στη δευτέρα Γυμνασίου (τη λέγαμε τετάρτη τότε). Περνούσαμε με ένα πενιχρό ποσό και το καλαμποκίσιο ψωμί (τη μπομπάτσα) που μας έστελναν μαζί με τα πλυμένα ρούχα οι δικοί μας από το χωριό.

Τότε υπήρχε ευτυχώς, καθημερινή συγκοινωνία Σαγιάδα-Κέρκυρα με το καΐκι Ζαΐρα και τον καλοκάγαθο, ευτραφή μούτσο Τάσιο, ο οποίος είχε πάντα ύφος “θυμωμένο και επιτακτικό”, αλλά πάντα ήταν πρόθυμος να μας εξυπηρετήσει με αντίτιμο ένα ευτελές φιλοδώρημα, μερικές πενταροδεκάρες. Οι συνθήκες διαβίωσής μας εκεί δεν περιγράφονται. Μικρό δείγμα αυτών αποτελεί ένα προσωπικό μου περιστατικό που ακολουθεί :

 

Επίσκεψη στον οφθαλμίατρο δραχμές 40

Δεκαετία του ‘50 στην Κέρκυρα. Φοιτούσα στο 2ο Γυμνάσιο Αρρένων. Στα δυο Γυμνάσια αρρένων της πόλης αυτής ήταν και μερικά ακόμα παιδιά από το χωριό. 

Ήταν δύσκολα, πολύ δύσκολα τα χρόνια εκείνα και οι μετακινήσεις μεγάλο πρόβλημα. Για τους Φιλιάτες ήθελες δυο ώρες με τα πόδια (γιατί τακτική συγκοινωνία δεν υπήρχε) και στην Ηγουμενίτσα άλλη μια με τ΄ αυτοκίνητο, αν το πετύχαινες. Ενώ στην Κέρκυρα πηγαίναμε απευθείας τότε από τη Σαγιάδα με το βενζινόπλοιο, τη Ζαΐρα, όπως προαναφέραμε, και μπορούσαν να μας στέλνουν οι δικοί μας τα καθαρά ρούχα και κάτι φαγώσιμο. Μέναμε, όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, σε φτωχόσπιτα με το πιο φτηνό ενοίκιο και δεν ξεχνώ πώς την έβγαζα με 50 δραχμές την εβδομάδα.

Ένα πρωί, πώς έγινε δεν κατάλαβα και άρχισε να βγαίνει μια φουσκάλα (φλύκταινα) εσωτερικά, στην άκρη του αριστερού μου ματιού, μόλυνση προφανώς. Τρόμαξα, γιατί όλο μεγάλωνε. Φαντάστηκα, μέσα στην τρομάρα μου να φτάνει στην κόρη του οφθαλμού και να τυφλώνομαι απ’ το ένα μου μάτι! Ευτυχώς ήταν αρχή της εβδομάδας και είχα ακόμα χρήματα. Ντύνομαι έντρομος και πάω και χτυπάω την πόρτα ενός οφθαλμίατρου.

Βγαίνει ο ίδιος έξω, με κοιτάζει, αδύνατος και φτωχικά ντυμένος εγώ, και μου λέει: “Δε βλέπεις που γράφω απέξω 8.30; ακόμα είναι 8.15”. Ωρολόι, βέβαια, δεν είχα. Θα περνούσε δεκαετία για ν’ αποκτήσω, αλλά του απαντώ με πολλή συστολή: “Σας παρακαλώ, γιατρέ, βλέπετε το μάτι μου πώς είναι, θα τυφλωθώ! ΄Ολο επεκτείνεται η φουσκάλα”. Μου ρίχνει μια ματιά «αφ’ υψηλού», ήταν ψηλός και εύσαρκος και με ρωτάει, βέβαιος μάλλον για την αρνητική απάντησή μου. “Ξέρεις ότι η επίσκεψή μου είναι 40 δραχμές; Τις έχεις;”

Γεμάτος ανακούφιση, που δε μου ζήτησε περισσότερα, βγάζω τα λεφτά από την τσέπη μου και του τα δείχνω. “Να γιατρέ! Έχω ακριβώς τις σαράντα δραχμές που κάνει η επίσκεψή σας. Ακριβώς σαράντα! ούτε δεκάρα δε λείπει»! Με περνάει τότε μέσα κι ας έλειπαν μερικά λεπτά της ώρας ακόμα να πάει οκτώμισι. Μου κάνει δυο πλύσεις στο μάτι και μου λέει: “Φύγε και να έρθεις άλλη μια επίσκεψη αύριο το πρωί, να σε ξαναδώ.” Φεύγω, αλλά πολύ στενοχωρημένος! Πού θα εύρισκα τις άλλες σαράντα δραχμές για την άλλη μέρα; Αδύνατον!

Μετά τα μαθήματα στο σχολείο πέρασα και παρακάλεσα τον Άγιο Σπυρίδωνα να βάλει και αυτός το χέρι του να μη χρειαστώ άλλη επίσκεψη. ΄Ηταν το μόνο που μπορούσα να κάμω. Αποκλειόταν, έτσι κι αλλιώς, να ξαναπήγαινα στο γιατρό. Αφού έπρεπε να έχω σαράντα ακριβώς δραχμές και εγώ δεν είχα ούτε για να φάω. Και καλά για κείνη την ημέρα, είχα τη φασουλάδα από τη προηγούμενη, αλλά για τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδος; Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σκεπάζει το συγχωριανό μας, εξαίρετο άνθρωπο, Βασίλη Δούκα, έμπορο καλά πιασμένο τότε στην Κέρκυρα, που πρόθυμα έβγαλε και μου δάνεισε ένα εικοσάρικο, να κουτσοπορέψω ως το τέλος της εβδομάδας. Ο γιατρός όμως δε ζημιώθηκε, πήρε την επίσκεψή του κανονικά. Σαράντα δραχμές ακριβώς. Ούτε δεκάρα λιγότερο! Τι κοτζάμ επιστήμονας ήταν! Στα παζάρια θα το΄ ριχνε; 

Δείχνει, νομίζω, το προσωπικό μου αυτό βίωμα εύγλωττα τις συνθήκες με τις οποίες σπουδάσαμε τότε. Τα περισσότερα παιδιά που φοιτούσαν στην Κέρκυρα δεν άντεξαν και εγκατέλειψαν τις σπουδές του. 

Με την ευκαιρία της παραμονής μας αυτής στην Κέρκυρα αναθερμάνθηκαν οι σχέσεις μας με τους κατοίκους της. Σαγιαδινές οικογένειες παρέμειναν και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Κέρκυρα, όπως του Παύλου Ρεντζέλου,του Ηλία Γκόγκου, του Ηλία Μάικα, του

Παναγιώτη Τσιρογιάννη (οι δυο τελευταίοι παντρεύτηκαν Κερκυραίες), του Λάζαρου Γιάτση, του Βαγγέλη Κέρου, του Νικ.Αντωνίου (του Κούρη), του Βασ. Δούκα. Ο Παύλος Ρεντζέλος και ο Βασίλης Δούκας είχαν καταφύγει στην Κέρκυρα από νωρίτερα, από τα χρόνια της κατοχής. 

Έγιναν και κάποια συνοικέσια μεταξύ νέων της Σαγιάδας και της Κέρκυρας. Μερικοί απ΄ αυτούς παρέμειναν στην Κέρκυρα και τρεις οικογένειες εγκαταστάθηκαν στη Σαγιάδα. Είναι οι δυο οικογένειες Πολίτη και η οικογένεια Γκόγκα. Αισθανόμαστε πλέον την Κέρκυρα και τη «Χώρα» τους, σαν τον τόπο μας. Τις 11 Αυγούστου, λιτανεία του Αγίου «Σπυρίδωνα», γέμιζε το βενζινόπλοιο «Ζαΐρα» κόσμο, κυρίως Σαγιαδινούς που πήγαιναν να προσκυνήσουν. 

Δύσκολα περνούσαμε οι Σαγιαδινοί μαθητές στην Κέρκυρα αλλά και η ζωή στο χωριό δεν ήταν πολύ καλύτερη, τα πρώτα τουλάχιστον χρόνια στο νέο χωριό.