17.Το τέλος μιας εποχής


Κεφάλαιο Δέκατο Έβδομο

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

Αναμνήσεις μιας γενιάς (Συνθήκες ζωής, ήθη και έθιμα)

Η εγκατάλειψη του χωριού το Γενάρη του 1948 και η λήξη του εμφύλιου πολέμου σήμανε το τέλος μιας εποχής και την έναρξη μιας νέας, πολύ καλύτερης.

Η γενιά μας ήταν η γενιά που έζησε και τις δυο αυτές εποχές. Γεννηθήκαμε λίγο πριν το τέλος της προπολεμικής περιόδου και ζήσαμε στην παιδική μας ηλικία τα δραματικά γεγονότα του β΄ παγκόσμιου πολέμου και του εμφύλιου, για τα οποία κάναμε ήδη λόγο. Με την ενηλικίωσή μας άρχισε η νέα εποχή. Έτσι, οι αναμνήσεις μας, είναι αναμνήσεις που αναφέρονται σε δυο διαφορετικούς κόσμους.

Τα προπολεμικά χρόνια ήταν γενικά στερημένα. Στα παιδικά όμως μάτια φαίνονταν όμορφα. Θυμούμαστε τα μαγαζιά γεμάτα εμπορεύματα. Το παζάρι τις Κυριακές έμοιαζε με πανηγύρι, τα καλά μας γιορτινά ρούχα, οι κάποιες λιχουδιές (καραμέλες, λουκούμια, καρβελόπλα) έδιναν σε μας τα παιδιά χαρές.

Για τους μεγάλους τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Υπήρχαν ελλείψεις και δυσκολίες. Το πρόβλημα του νερού ήταν μια απ΄αυτές. Δεν υπήρχαν πηγές μέσα στο χωριό. Οι Σαγιαδινοί δεν μπορούσαν να έχουν τον κήπο τους την άνοιξη και το καλοκαίρι. Λίγοι με κτήματα στους πρόποδες του βουνού, κοντά σε πηγή1 έφερναν και μοσχοπουλούσαν ντομάτες, σαλατόρια (αγγούρια), φασολάκια κ.α.

Ο κάμπος,το ξανάπαμε, βρισκόταν σε απόσταση κοντά μιας ώρας από το χωριό, το ίδιο σχεδόν και η θάλασσα. Δυο, βασικά, μονοπάτια ένωναν το χωριό με τον κάμπο και ένα ακόμη με το λιμάνι. Έπρεπε κάθε πρωί οι κάτοικοι να αναχωρούν αρκετά νωρίς και να επιστρέφουν αργά το σούρουπο στα σπίτια τους κατάκοποι, “ήλιο με ήλιο”, που λέγανε. Οι γυναίκες ήταν φορτωμένες (ζαλωμένες), ως επί το πλείστον, με ό,τι χρήσιμο αποκόμιζαν από το χωράφι, γιατί τα ζώαδεν ήταν πάντα διαθέσιμα, τα χρειάζονταν γι΄ άλλες δουλειές. Κι αν υπήρχε διαθέσιμο ζώο, θα ανέβαινε σ΄αυτό ο άντρας. Μια εικόνα των ανθρώπων της εποχής εκείνης δίνει η περιγραφή των αγροτών Ραγίου που κάνει ο Παραμυθιώτης δάσκαλος Σπ. Μουσελίμης:

«Θα συναντήσεις στο δρόμο ξεραγκινούς και λειψοπρόσωπους χωρικούς να επιστρέφουν από τις εργασίες του κάμπου στο χωριό, δυο δυο, τρεις τρεις και μοναχιασμένοι. Άλλοι τραβούν από το καπίστρι γαζέλια φορτωμένα τη σοδειά, άλλοι αρκάτοι, γυναίκες αγουρογερασμένες από την παθιασμένη ζωή, μάγουλα ζαρωμένα, ζαλικωμένες φάουλο για το φορτιάρια και καμιά ξώλυτρη»1

 Εντύπωση έκανε στους ξένους, όπως και σε όσους το ακούν σήμερα, το φαινόμενο των γυναικών, οι οποίες ζαλωμένες βαριά με καυσόξυλα ή άλλο φορτίο, κρατούσαν συγχρόνως τη ρόκα και έγνεθαν ή το πλεκτό και έπλεκαν. Και σα να μην έφτανε αυτό, είχαν το κουράγιο να στήνονται όρθιες και να κουβεντιάζουν μεταξύ τους.

Σκληρή και πολύωρη δουλειά με πρωτόγονα ακόμη εργαλεία και μεθόδους, πενιχρά μέσα συντήρησης και διατροφής. Ψωμί και κρεμμύδι ή ελιές «έβαζαν στο σακούλι», σχεδόν πάντα, για να πάνε να δουλέψουν όλη την ημέρα. Για τους ακτήμονες, ιδιαίτερα, τα πράγματα ήταν πολλές φορές απελπιστικά.

Ο Γεράσιμος Τρουμπάτας αφηγείται πως ένας Σαγιαδινός έτρωγε μπομπάτσα (καλαμποκίσιο ψωμί) με ρίγανη που μόλις είχε μαζέψει. Επίσης, τέσσερις εργάτες που άνοιγαν χαντάκι στο κάμπο κάθησαν να φάνε και έβγαλαν από το σακούλι από ένα κομμάτι μπομπάτσα, όλο κι όλο. Ένας μόνο είχε ένα κρεμμύδι και το μοίρασε στα τέσσερα με τη σουγιά του. Ευνόητο ότι δεν ήταν και τα γεύματα στο σπίτι το ίδιο πενιχρά.

Τα παιδιά, όσο ήμαστε στο παλιό χωριό, κυνηγούσαμε τα γκόρτσα, τα μηλίκοκα, τα πολυτρίχια, τα φραγκόσυκα και τις τσουκαραλιές που μας φαίνονταν όλα πολύ νόστιμα.

Οι ώρες ξεκούρασης για όλους ήταν λίγες και ακόμη λιγότερες αυτές της διασκέδασης. Οι γυναίκες ασχολούνταν με το νοικοκυριό ή έβγαιναν στη γειτονιά για κουτσομπολιό και την Κυριακή στην εκκλησία. Παρακολουθούσαν τη λειτουργία από το γυναικωνίτη, ιδιαίτερο χώρο στο πίσω μέρος που το χώριζε από τον υπόλοιπο ναό καφασωτό διαχωριστικό. Το καφενείο γι΄ αυτές ήταν άγνωστο και αδιανόητο. Όπως και για τους νέους μέχρι να πάνε στρατιώτες. Μόνο οι άντρες έβγαιναν στα καφενεία. Κουβέντιαζαν για τις δουλειές και τραβούσανε το ουζάκι τους. Οι Σαγιαδινοί ήταν, όπως ειπώθηκε, οι καλύτεροι πελάτες της βιοτεχνίας που παρασκεύαζε το ούζο «Σιάτρα» στα Γιάννινα.

Μικροί και μεγάλοι βασανίζονταν συχνά από τον τριήμερο πυρετό της ελονοσίας. «Έχω την αράδα της θέρμης», άκουγες να λένε. Δεν άφηνε τον κόσμο να δουλέψει και τα παιδιά να παίξουν και να διαβάσουν. Το μόνο φάρμακο ήταν το κατάπικρο κινίνο. Οι παλιότεροι θυμούνται τη μάστιγα της φυματίωσης,αλλά και τη φοβερή γρίπη.

 Το διάβασμα στο χωριό γινόταν σε αρκετά σπίτια με τη λαδοφωτιά. Ήταν βέβαια και αυτοί που είχαν την πολυτέλεια να φωτίζονται και με τη λάμπα πετρόλαδου (πετρελαίου). Οι άντρες άναβαν το τσιγάρο με το τσακμάκι. Αυτό είχε μια στουρναρόπετρα (πυριτόλιθο), η οποία έβγαζε σπινθήρες, καθώς τη χτυπούσαν με τον πριόβολο (κομμάτι χάλυβα), για να πάρει φωτιά το φιτίλι και στη συνέχεια το τσιγάρο.

Το κρεβάτι και το τραπέζι με καρέκλες ήταν μόνο για τους άρχοντες του χωριού. Ο πολύς κόσμος κοιμόταν επάνω σε χοντρά στρωσίδια, συχνά με ψάθες από κάτω. Έτρωγαν γύρω από το σοφρά1 καθισμένοι σταυροπόδι και έπιναν νερό όλοι από κοινό δοχείο, το μαστραπά. Οι βοηθητικοί χώροι, όπως η κουζίνα, ήταν αλειμμένοι κάτω στο δάπεδο και γύρω στους τοίχους με πηλό ενώ για τις σωματικές ανάγκες είχαν ένα υπαίθριο πρόχειρο κατασκεύασμα.

Μετά την επιστροφή μας από την Κέρκυρα άρχισε να γίνεται ευρεία χρήση του κρεβατιού, έστω και πρόχειρα κατασκευασμένου, καθώς και κάποιων άλλων επίπλων, όπως ντουλάπας και τραπεζιού. Μέχρι τότε τα ελαφρά ρούχα τα τοποθετούσαν στην καρσέλλα (είδος μπαούλου) και τα βαριά, όπως τα κλινοσκεπάσματα, σε «στοίβα» πάνω από την καρσέλλα. Τη στοίβα τη σκέπαζαν με όμορφο άσπρο δαντελωτό σεντόνι. Μπροστά από τη στοίβα καμάρωνε η νύφη την ημέρα του γάμου. Έδειχνε έτσι και τα προικιά της, που τα είχε φτιαξει η ίδια με τη μητέρα της, όσο καρτερούσε τη βλογημένη αυτή ώρα. Η προίκα της νύφης πολλές φορές αναγραφόταν λεπτομερώς σε προικοσύμφωνο, που έπρεπε να τηρηθεί απαρέγκλιτα, αλλιώς χαλούσε ο γάμος.

Ονομαστικές γιορτές γίνονταν μόνο για τους άντρες και τα αγόρια, «τα παιδιά», ποτέ για τις γυναίκες. Στις γιορτές το σπίτι γέμιζε κόσμο. Θυμάμαι ότι ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια μετά την επιστροφή μας από την Κέρκυρα θα περνούσε όλο το χωριό από τον εορτάζοντα. Οι γυναίκες έκαναν τις επισκέψεις τους το απόγευμα, χωριστά από τους άνδρες. Το επίσημο γεύμα, εφόσον επέτρεπαν τα οικονομικά, ήταν σούπα κοτόπουλο και κρέας ψητό στο φούρνο. Βλέπουμε ότι πολλά από τα ήθη και έθιμα, τις αντιλήψεις και συμπεριφορές της εποχής εκείνης διαφέρουν από τα σημερινά τόσο, ώστε να μοιάζουν απόμακρα και παράξενα.

Τα γενέθλια μας ήταν άγνωστα, όπως και στην άλλη Ελλάδα πιστεύουμε. Όταν όμως γεννιόταν νέο μέλος στην οικογένεια, τηρούνταν με σχολαστικότητα η παράδοση. Στη γιορτή του μπακανίκου, την τρίτη ημέρα το βράδυ από τη γέννηση του παιδιού, καλούσαν τους στενούς συγγενείς, έφτιαχναν μπουγάτσα και έσφαζαν κόκορα. Ήταν η μέρα που θα καθόριζε τη μοίρα του νεογέννητου. Μετά τις σαράντα ημέρες η λεχώνα έπαιρνε ευχές από τον παπά. Μέχρι να σαραντίσει δεν έβγαινε από το σπίτι, για να μη τη χτυπήσει κανένα αγερικό. Ούτε τα ρούχα της επιτρεπόταν να μένουν τη νύχτα έξω. Το μωρό το φάσκιωναν στη σαρμανίτσα και το κουνούσαν μέχρι να ζαλιστεί και να το πάρει ο ύπνος. Τη μαμή έκανε μια επιδέξια και έμπειρη γριά του χωριού. Οι θάνατοι γυναικών από περιπτώσεις δύσκολου τοκετού δεν ήταν καθόλου σπάνιοι.

Στα παιδιά κρεμούσαν στο λαιμό τα «χαϊμαλιά» για φυλαχτό και στα σπίτια μονόσκορδο. Αυτά προφυλάγανε από ασθένειες και από το κακό το μάτι. Το φυλαχτό ήταν πανί τρίγωνο και μέσα είχε αλάτι, θυμίαμα, σκόρδο. Απέξω έραβαν μια δεκάρα.

Οι δεισιδαιμονίες περίσσευαν. Τις έτρεφε ο φόβος που είχε φωλιάσει στις ψυχές των ανθρώπων από όσα φοβερά είχαν ζήσει. Ιστορίες διάφορες για φαντάσματα, για νεκρούς που βγαίνουν από τα μνήματα, για βασκανίες κ ά. λέγονταν με τρόπο απόλυτο.

Οι γάμοι με τα παραδοσιακά τραγούδια και τα άλλα σχετικά κρατούσαν μια εβδομάδα . Έκαναν όλο το χωριό να αλλάζει χρώμα και ατμόσφαιρα και τους νεόνυμφους να περιμένουν με δέος και λαχτάρα να σμίξουν. Πολλές φορές δε γνωρίζονταν καν, γιατί την απόφαση για το συνοικέσιο την έπαιρναν οι πατεράδες και τα αδέλφια. Αλίμονο στην νια, η οποία θα ξεστράτιζε και θα την έβλεπε κάποιο χαιρέκακο μάτι! Ο πατέρας και οι αδελφοί, που ήταν υπεύθυνοι για την αποκατάστασή της, ανέμεναν σαν κέρβεροι να επιβάλουν τον άγραφο νόμο. Χώρια που θα στιγματίζονταν εφ΄ όρου ζωής έτσι κι αλλιώς. Χαρακτηριστικό είναι αυτό που συνέβαινε, αν τύχαινε να διασταυρωθούν οι αρραβωνιασμένοι στο δρόμο. Η νύφη το έβαζε κυριολεκτικά στα πόδια.

Για τη νύφη η μέρα του γάμου ήταν μαρτύριο. Όλες τις ώρες στεκόταν όρθια μπροστά στη «στοίβα» με τα μάτια χαμηλωμένα πάντα και γύρω της ακούγονταν φασαρία και τραγούδια. Στα πιο παραδοσιακά χωριά τα έθιμα οδηγούσαν σε ακρότητες. Κάποτε είχα παραστεί σε γάμο στη Σκουπίτσα και η νύφη έστεκε έτσι όλη τη νύχτα, ενώ οι άλλοι τρώγαμε και ταγουδούσαμε. Μου φάνηκε απάνθρωπο κι ας ήμουν μικρό παιδί. Στη Σαγιάδα δεν τηρούσαν αυτό το έθιμο αυστηρά.

Τα αδέρφια δεν παντρεύονταν, αν δεν “αποκαθιστούσαν» τις αδερφές τους. Ήταν κανόνας απαράβατος που μπορούσε να αφήσει μαγκούφηδες όλα τα παιδιά μιας οικογένειας, γιατί το έθιμο επέβαλε ακόμη να παντρεύεται πρώτα η μεγαλύτερη αδελφή, για να πάρει σειρά η επόμενη.

Στα συνοικέσια πρόσεχαν ιδιαίτερα, να είναι ταιριαστά τα σόγια του γαμπρού και της νύφης. Δεν έπρεπε να είναι ο ένας από μεγάλο σόι και ο άλλος από ταπεινό. Τα στεφανώματα γίνονταν στο σπίτι του γαμπρού και όχι στην εκκλησία, ποτέ όμως στης νύφης το σπίτι . Φαίνεται και εδώ ότι η μεριά που είχε το προβάδισμα ήταν αυτή του γαμπρού. Η κουμπαριά ήταν ιερή και την κρατούσαν από πατέρα σε παιδί επί γενεές.

Πάντοτε ο άντρας ήταν ο “αφέντης” στον οποίο η γυναίκα όφειλε τυφλή υπακοή. Έπρεπε να σέβεται όλους τους άντρες της οικογένειας και να τους φιλάει το χέρι.

Τις περισσότερες φορές η πεθερά γινόταν αληθινός τύραννος για τη νύφη. Με αφορμή τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, ο Νέστορας Μάτσας περιγράφει επιγραμματικά τη μαρτυρική ζωή της γυναίκας την εποχή εκείνη. Οι γυναίκες περνούσαν, λέει, «ολάκερη ζωή …σα δούλες, χωρίς βούληση και δική τους κρίση, στους γονιούς και στ΄ αδέλφια τους πρώτα, κατόπι στον άντρα κι αφέντη τους κι έπειτα στα παιδιά και στα παιδιά των παιδιών τους» .

 Στο τραπέζι έβαζαν πρώτα να φάει ο άντρας και μάλιστα την καλύτερη μερίδα (έτσι έπρεπε, για να μπορεί να δουλεύει). Τα αδέλφια, και παντρεμένα, έμεναν κατά κανόνα μαζί στην ίδια στέγη. Γι΄αυτό και είπαμε ότι το κάθε σπίτι έφτανε να αριθμεί πάνω από πέντε «ψυχές». Το κουμάντο το έκανε ο γεροντότερος στην οικογένεια. Και ήταν αυταρχικός ο αφέντης που όφειλαν όλοι να τον σέβονται. Κάποτε έριχνε και ξύλο. Τον αποκαλούσαν πατέρα, νυφάδες και γαμπροί. Τον άντρα της η γυναίκα αντί για το όνομα, στα πιο συντηρητικά σπίτια, τον φώναζε αφέντη. Την ίδια τη γυναίκα δεν τη φώναζαν με το όνομά της, αλλά με το όνομα του άντρα της: Γρηγόραινα, Γιώργαινα, κ.λπ., όπως και σήμερα πολλές φορές. Τα παιδιά έπρεπε από πολύ μικρά να βοηθούν στις δουλειές. Τα περίμεναν, πώς και πώς, «να στηθούν» λίγο, για να βοηθήσουν τον πατέρα.

Πολλά από τα έθιμα αυτά εξέλιπαν μετά την επιστροφή μας από την Κέρκυρα και την έναρξη της νέας εποχής.

 

Και λίγα ακόμα για τα έθιμα

Το πρωί της πρωτοχρονιάς φτιάχνανε τηγανίτες και βάζανε κλαδιά από πουρνάρι στη φωτιά, αναφωνώντας: « Καλημέρα Αϊ-Βασίλη», « καλή χρονιά και χρόνια πολλά»,

«Προύσια  αρνιά, προύσια κατσίκια!  Παιδιά μουσκάρια σερνικά,  αρνιά κατσίκια θηλυκά».

Την ημέρα του Ευαγγελισμού ξορκίζανε τα φίδια:

«Φύγετε φίδια και σαμαμίδια,

γιατί έρχεται ο Ευαγγελισμός να σας κόψει το κεφάλι, να σας ρίξει στο ποτάμι.»

Του Λαζάρου λέγαμε τα παιδιά, κατά ομάδες, τα κάλαντα. Κρεμούσαμε στο λαιμό κυπροκούδουνα, τα οποία κουνούσαμε να λαλούν και στα χέρια κρατούσαμε σκόπια (ραβδιά), τα οποία χτυπούσαμε ρυθμικά:

«Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια ήρθε κι ο Χριστός στη Βηθανία…»

 Μας φίλευαν λουκούμι και αυγά. Καμαρώναμε σαν γέμιζε το καλάθι μας. Λουκούμια και καρβελόπλα (ψωμάκια) ήταν, κατά κανόνα, οι λιχουδιές μας.

Πολύ λαχτάρα είχαμε τα παιδιά να πάμε στις 11 Αυγούστου, που γινόταν η περιφορά του Αγίου Σπυρίδωνος (η λιτανεία του σκηνώματος), στην Κέρκυρα. Είχα πάει κι εγώ κάποια φορά και ζήλεψα τα κουλούρια που πουλούσαν. Δεν έπρεπε να φάω όμως, γιατί ήταν… η σαρακοστή του Δεκαπενταύγουστου και τα κουλούρια είχαν αυγό!

Ένιωσα τέτοιο παράπονο, που το θυμάμαι ακόμη.

Όλα των αγροτών δύσκολα

Ο κάμπος ήταν ξερικός. Όσοι ήταν τυχεροί και είχαν κτήμα κοντά σε χαντάκι που έφτανε νερό πότιζαν τα καλαμπόκια και τα κηπευτικά με κάτι αυτοσχέδιες μεγάλες κουτάλες από σανίδες, «τα λαβούτια». Ο Καλαμάς, πριν το 1962 που κατασκευάστηκαν τα αρδευτικά και αποστραγγιστικά έργα και δημιουργήθηκε η νέα κοίτη, ξεχείλιζε και βλέπαμε συχνά μετά από μεγάλες νεροποντές να πλημμυρίζει η πεδιάδα και να μεταβάλλεται σε μια μεγάλη λίμνη. Αυτό γέμιζε βέβαια το έδαφος με ιλύ, η οποία το έκανε γόνιμο, αλλά προξενούσε και καταστροφές στις καλλιέργειες, και όχι πολύ σπάνια, έπνιγε ζώα και ανθρώπους καμιά φορά.

Το όργωμα γινόταν φυσικά με τα βόδια, τα οποία έσερναν το άροτρο αλλά και με τα άλογα. Με τα άλογα αλώνιζαν το σιτάρι και τη βρώμη. Θυμάμαι με νοσταλγία, θα ΄λεγα, να “λιχνίζουν” με τα τρικούλια τα διαλυμένα από τα πόδια των αλόγων στάχυα, για να ξεχωρίσει ο καρπός από τα άχυρα. Χρειαζόταν ένα ελαφρό αεράκι, για να “βγει το αλώνι”, να γίνει δηλαδή το λίχνισμα. Άμα φυσούσε, το αλώνισμα έβγαινε εύκολα. Τις περισσότερες φορές θα έπρεπε να περιμένουν ώρα πολλή να φυσήξει, ως και ολόκληρο εικοσιτετράωρο κάποτε. Τα αλώνια τα έφτιαχναν, γι΄αυτό το λόγο, στα ψηλώματα και ήταν στρωμένα με πλάκες.1

Τι ωραίο θέαμα και πόση ικανοποίηση να συγκεντρώνεται το σιτάρι σε σωρούς μέσα στο αλώνι, έτοιμο να φορτωθεί στο μουλάρι για να πάει στην αποθήκη του σπιτιού, που ήταν στο κατώι! Έτσι εξασφάλιζε ο νοικοκύρης το ψωμί της φαμελιάς του. Στο αλώνι ανέμενε και ο αγροφύλακας με το σακούλι να πάρει την αμοιβή του σε είδος2.

Το καλαμπόκι, μετά το θέρισμα και το ξεφλούδισμα, το χτυπούσαν με ρόπαλα, “το κοπάνιζαν”, για να αποχωριστεί ο καρπός από το στάχυ. Αρμαθιές από στάχυα καλαμποκιού κρεμούσαν από το ταβάνι του ισογείου και σε μια άκρη τα σκόρδα και τα κρεμμύδια, το τσάι, τη ρίγανη κ.λπ.

Στο βάλτο μας φύτρωναν τα βούρλα, τα οποία μάζευαν σε δεμάτια και τα πωλούσαν για περαιτέρω επεξεργασία. Κάτι παρόμοιο γινόταν και με τα σπάρτα, που φύτρωναν στα πλαγιές των λόφων.3 «Στα βούρλα της Σαγιάδας να σε δω», έλεγαν πειραχτικά οι Πλαίσιοι, με την έντονα χαρακτηριστική τους παχιά προφορά του γράμματος σ.

Εξαιρετικά επίπονη, λοιπόν, ήταν η ζωή των καλλιεργητών. Αλλά και οι κτηνοτρόφοι δεν ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Χειμώνα- καλοκαίρι ήταν εκτεθειμένοι στις καιρικές συνθήκες τις πιο πολλές ώρες του εικοσιτετραώρου, βροχές και παγωνιές το χειμώνα, λιοπύρι και ξενύχτι το καλοκαίρι. Οι κτηνοτροφές ήταν άγνωστες. Οι μπάλες με το χόρτο φορτώνονταν για την Κέρκυρα. Τα ζώα “στάλιζαν” τις ζεστές ημέρες του καλοκαιριού στη φρεντζάτα, την οποία σκέπαζαν με φτέρη. Γι΄αυτό έπρεπε να βοσκήσουν τη νύχτα. Τα αποδεκάτιζαν οι ασθένειες και τ΄ αγρίμια (λύκοι και τσακάλια) και πιο παλιά οι ζωοκλέφτες. Η ζωοκλοπή δε θεωρούνταν θανάσιμο αμάρτημα, τουλάχιστον παλιότερα. Μάλλον ήταν κάτι σα σπορ. Και από πάνω ήταν η επιβολή φόρου από την κοινότητα, για να καλυφτούν οι ανάγκες της. Παραθέτουμε αλλού πρακτικό φορολογίας κτηνοτρόφων.

 

Τα αλώνια της περιοχής Σαγιάδας ήταν τα εξής:

  1. Αλώνι της εκκλησιάς (είχε το σχήμα αλωνιού αλλά δε χρησιμοποιήθηκε σαν τέτοιο ποτέ).
  2. τ΄Ασηφράγκου
  3. του Νούσια
  4. της Βίγλας
  5. στις Πλασιές
  6. του Μποροβίλη
  7. Πενταλώνια
  8. Τα αλώνια στο Καστρί.

 

Τα μεγάλα κοπάδια αιγοπροβάτων (πρόβατα στη μεγάλη πλειονότητα) είχαν οι νομάδες κτηνοτρόφοι, οι Βλάχοι, χωρίς να σημαίνει ότι ήταν οι μόνοι. Οι Βλάχοι την άνοιξη αναχωρούσαν για τα βουνά και το φθινόπωρο κατέβαιναν στα μέρη μας, «τα χειμαδιά», να ξεχειμωνιάσουν. Πολύ γραφικό ήταν το θέαμα τα κοπάδια να περνούν και να “χαλούν τον κόσμο” με τα κουδούνια, τις φωνές και τα σαλαΐσματα των βοσκών, με τα κονάκια που στήνανε και τα «γρέκια».

Δανείζομαι πάλι από τις ανεπανάληπτες και χαρακτηριστικές της ντοπιολαλιάς περιγραφές του Σπύρου Μουσελίμη: «Βλαχοκάλυβα παρακατούλα καραγκούνων και σαρακατσάνων στημένα στο γούπατο… Παιδόπουλα και βλαχοπούλες παίζουν στον ήλιο κι αλυσοδεμένοι σκύλοι μωλώνουν στον ήσκιο της φράχτης…Γέροι, κουρασμένοι από το βράδιασμα των προβάτων στα βορτόπια και τις πλαγιές κοιμούνται στο φραντζάτο, γριές με τη σκούπα στο χέρι κυνηγούν τις μύγες να βγουν από το κονάκι για να λαρώσουν τα χνούδαλα στις σαρμανίτσες. Ο γεροτσέλεγκας ξυλοκουβεντιάζει στον ύπνο. Ξυπνάει δραχτικά και φωνάζει «ου ου!».1

Οι απολαβές αγροτών και κτηνοτρόφων ήταν πενιχρές. Τις τιμές τις καθόριζαν εκ των προτέρων οι έμποροι κατά το συμφέρον τους και χωρίς να υπολογίζουν πώς θα τα βολέψει ο παραγωγός. Στους κτηνοτρόφους ιδιαίτερα η εκμετάλλευση ήταν άγρια. Οι έμποροι, οι οποίοι, σημειωτέον, είχαν και τα τυροκομεία (τα μπατζαριά, όπως τα αποκαλούσαν) τους έδιναν προκαταβολικά κάποια χρήματα, για να «κλείσουν» το γάλα της χρονιάς. Οι κτηνοτρόφοι ψώνιζαν υποχρεωτικά από το μαγαζί που είχε ο ίδιος έμπορος στους Φιλιάτες. Το κόστος από τα ψώνια προσθέτονταν στο ποσό της προκαταβολής που συνεχώς αβγάταινε, με αποτέλεσμα πολλές φορές να μην καλύπτεται από την παραγωγή. Έπρεπε στο τέλος της εποχής να επιστραφεί το υπόλοιπο ποσό από τον παραγωγό, πράγμα αδύνατο, οπότε ήταν αναγκασμένος ο κτηνοτρόφος να δώσει το γάλα στον ίδιο έμπορο και την επόμενη χρονιά και πάει λέγοντας. Καταντούσε δηλαδή σωστός είλωτας ο κτηνοτρόφος. 

Κάποτε το χρέος διογκωνόταν δολίως. Ο Ηλίας Αλεξίου αφηγούνταν μια τέτοια περίπτωση. Παραβρέθηκε ο ίδιος σε ένα περιστατικό με έμπορο των Φιλιατών. Λέει στον υπάλληλό του ο έμπορος, μια μέρα που οι εισπράξεις του δεν πήγαν καλά: «Γράψε στο βιβλίο μας ότι ο τάδε ψώνισε σήμερα 10 δραχμές, ο δείνα 8 κ.λπ.» , χωρίς φυσικά οι άνθρωποι να έχουν πατήσει στο μαγαζί εκείνη την ημέρα. Έτσι συμπλήρωνε στο βιβλίο του ο ασυνείδητος αυτός έμπορος τις εισπράξεις της ημέρας που θα τον ικανοποιούσαν. Ήμουν παρών, όταν έλεγε αυτά δημόσια ο Αλεξίου και τα άκουσα με τα αυτιά μου. Κατονόμαζε και τον έμπορο, ο οποίος είχε τότε φύγει από τους Φιλιάτες. Δύσκολο, μου φαίνεται, να έπλασε την ιστορία μόνος του. 

Υπάρχουν και σήμερα τέτοιοι έμποροι. Έχουμε πικρή πείρα από αρκετούς εμπόρους που παίρνουν στην περιοχή μας τα μανταρίνια για παράδειγμα. Η απληστία και αναλγησία τους, όπως παλιά έτσι και σήμερα, δεν είχε όρια. Κάποτε εξαπατούν τους παραγωγούς ακόμη και με πλαστές επιταγές. Η εφημ. «Φωνή των Φιλιατών» της 15-3-1965 έγραφε για μια τέτοια «θρασυτάτη απάτη» του εμπόρου Ι. Σταματόπουλου σε βάρος ορυζοκαλλιεργητών Σαγιάδας, Κεστρίνης και Ασπροκκλησίου. Τουλάχιστον, τώρα με τα σύγχρονα μέσα και μεθόδους ικανοποιείται, μπορούμε να πούμε, κάπως και ο παραγωγός. Παλιά, έμεναν μόνο τα ψίχουλα γι’ αυτόν. 

Κάτι άλλο από τη ζωή των χωρικών τότε, ήταν η υποχρέωση για προσωπική εργασία που ίσχυε μέχρι και πριν από λίγες δεκαετίες. Το αναφέρουμε και αλλού. Οι άρρενες κάτοικοι ήταν υποχρεωμένοι, μια φορά το χρόνο, να εργαστούν επί δέκα μέρες ο καθένας για την κοινότητα χωρίς αμοιβή. Είχα κάμει και εγώ προσωπική εργασία. Όσοι φοιτούσαμε στο Γυμνάσιο απαλλασσόμαστε, αλλά εγώ στις δημοτικές εκλογές αρνήθηκα να ψηφίσω αυτόν που βγήκε για ατυχία μου πρόεδρος και έτσι την πλήρωσα (Είχα την αφέλεια, όταν μου το ζήτησε, να του το αρνηθώ με παρρησία).