18.Στη νέα Σαγιάδα


Κεφάλαιο Δέκατο Όγδοο

ΣΤΗ ΝΕΑ ΣΑΓΙΑΔΑ (1950-1967)

Φτώχεια αλλά και αισιοδοξία

Η ζωή μας στην Κέρκυρα διήρκεσε περίπου δυο χρόνια, 1948-1949. Το 1950 επανακάμψαμε στον τόπο μας. Είχε λήξει ο εμφύλιος πόλεμος με την ήττα των κομμουνιστών και εξέλιπε πλέον ο λόγος της απομάκρυνσής μας. Άφησε βέβαια πολλά κατάλοιπα και βαρύ κλίμα. Εντούτοις άρχιζε τώρα μια νέα εποχή για ολόκληρη τη χώρα. Η μετάβαση στη νέα αυτή εποχή δεν έγινε βέβαια αυτόματα και χωρίς δυσκολίες, αλλά προοδευτικά και με πολλή προσπάθεια και ιδρώτα. 

Στο χωριό υπήρχε φτώχεια χωρίς προηγούμενο. ΄Oλοι οι Σαγιαδινοί είχαν παρατήσει τα σπίτια και τις δουλειές τους, αλλά δεν έχασαν την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή και το κουράγιο για ένα νέο ξεκίνημα. 

Εγκαταλείψανε το παλιό χωριό ψηλά στο βουνό και εγκατασταθήκανε χαμηλά στους πρόποδές του, κοντά στην παραλία. Εκεί χτίστηκε το σημερινό χωριό, η Νέα Σαγιάδα.

Τα δυο-τρία πρώτα χρόνια μάλιστα έμεναν σε αχυροκαλύβες, που τις σκεπάζανε με ψαθί από το βάλτο και τις αλείφανε από μέσα με πηλό, για να γίνουν κάπως πιο ανεκτές. Μια καλύβα του Βασίλη Κολόβη (Δημητρίου) πήρε φωτιά και κάηκε μέσα σε ελάχιστα λεπτά. Δεν έμεινε τίποτε!

Με την επάνοδο στον τόπο μας και το χτίσιμο καινούριου χωριού, άρχισε να ανατέλλει μια εντελώς νέα εποχή και για τη Σαγιάδα. Άνοιξαν νέοι ορίζοντες, τόσο στο βιοποριστικό τομέα όσο και στον πολιτιστικό.

Προπολεμικά δεν είχαμε κανένα δικό μας επιστήμονα και μορφωμένο, με εξαίρεση το Γιώργο Τρουμπάτα, που ήταν εργοδηγός δημοσίων έργων. Είχαμε μόνο τον Κίτσο Φράγκο, δάσκαλο, ένα ή δυο υπαξιωματικούς στο στρατό, κάποιους διασαφιστές  στο Σκάλωμα, τον Αναγνώστη Σκέντο, που λένε πως είχε στο σπίτι του βιβλιοθήκη, και ένα ταχυδρομικό υπάλληλο. Οι παραπάνω δε νομίζω να είχαν καμιά άλλη γραμματική μόρφωση εκτός αυτής του Σχολαρχείου ή κάποιες τάξεις της μέσης ίσως εμπορικής σχολής Κερκύρας. Μόνο ο Γιώργος Τρουμπάτας είχε σπουδάσει στην Ιταλία και φυσικά ο Γρηγόρη Τσόγκας, για τον οποίο κάναμε ιδιαίτερο λόγο. Ένας από το Τσογκαίϊκο, ο Νικόλα Τσόγκας, ο οποίος γράφτηκε στην ιατρική Θεσσαλονίκης, ασθένησε και την εγκατέλειψε.

Μετά την επιστροφή και την εγκατάσταση στη νέα Σαγιάδα, παρατηρήθηκε ζωηρό ενδιαφέρον για σπουδές. Όλοι ξαφνικά ήθελαν τα παιδιά τους να τα στείλουν στο Γυμνάσιο και στο πανεπιστήμιο και πολλοί τα κατάφεραν. Το ξεκίνημα έγινε στην Κέρκυρα, στην οποία βρεθήκαμε κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου. Στα Γυμνάσιά της φοιτήσαμε, όπως έχουμε ήδη πει, οι πρώτοι μαθητές από τη Σαγιάδα. Κάποιοι άλλοι φοίτησαν στο Γυμνάσιο της Παραμυθιάς και φιλοξενούνταν στο οικοτροφείο αρρένων της Μητρόπολης.

Γυμνάσιο στους Φιλιάτες δε λειτουργούσε.  Η Ηγουμενίτσα δεν προσφέρονταν για φοίτηση μαθητών της Σαγιάδας, γιατί δεν εξυπηρετούσε η συγκοινωνία.

 Οι οικότροφοι Παραμυθιάς κατά τη διάρκεια του εμφυλίου γνώρισαν μια περιπέτεια. Απομακρύνθηκαν ξαφνικά, όταν εισέβαλαν στην κωμόπολη αυτή οι κομμουνιστές και διέκοψαν για ένα διάστημα. Μερικά απ΄αυτά τα παιδιά συνέχισαν τη φοίτηση αλλού.

Μέσα σε τρεις-τέσσερις δεκαετίες από την ίδρυση της νέας Σαγιάδας γέμισε το χωριό μας εγγράμματους και επιστήμονες. Πράγμα πολύ σημαντικό, που δείχνει ότι δε μας βάρυνε καμιά κακή κληρονομικότητα για την προηγούμενη αδικαιολόγητη εν πολλοίς, κατάσταση.

Διευθυντής του σχολείου μας ήταν ξανά ο βορειοηπειρώτης δάσκαλος Ι. Κάλλης. Ο δάσκαλος αυτός επανήλθε στο χωριό μας το 1950, όταν γυρίσαμε οι Σαγιαδινοί από την Κέρκυρα. Στη νέα αυτή περίοδο υπήρξε πιο ήπιος, αλλά και πάλι αρκετά αυστηρός και απόλυτος. Έχτισε τότε στο νέο χωριό ευρύχωρο τριθέσιο διδακτήριο, το ίδιο που χρησιμοποιείται και σήμερα. Εντοίχισε μάλιστα σ΄αυτό μαρμάρινη πλάκα με το όνομά του και τα ονόματα των δωρητών του σχολείου. Οργάνωσε σχολικές γιορτές και αθλητικούς αγώνες. Δεντροφύτεψε με τους μαθητές τον παρακείμενο λόφο Καστρί. ΄Εστειλε τρία παιδιά από τη Σαγιάδα στη σχολή της Βελλάς, που βγήκανε δάσκαλοι .

Ο χαρακτήρας του όμως προκαλούσε, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει εχθρούς και να διχάσει το χωριό σε υποστηριχτές του και σε αντιπάλους. Οι τελευταίοι του προσήψαν διάφορες κατηγορίες. Η διενέργεια ανακρίσεων επέβαλε τότε την απομάκρυνσή του και το χωριό ηρέμησε.

Είπαμε πολλά για τον αείμνηστο Ι. Κάλλη. Το πέρασμά του όμως από το χωριό και με τέτοιες περιστάσεις δεν μπορεί να παραβλεφθεί, πόσο μάλλον που έγινε γι΄αυτόν λόγος και από άλλους.

Θα πρέπει να τονίσουμε εδώ και κάτι ακόμα, το οποίο συνδέεται με τα σχολεία και τη μάθηση. Ο πόλεμος και η κατοχή άφησε και κόσμο αγράμματο. Γι΄αυτό η πολιτεία ίδρυσε τα Νυχτερινά Σχολεία, τα οποία λειτούργησαν με ενήλικους μαθητές αρκετά χρόνια μετά την απελευθέρωση. Ένα τέτοιο σχολείο λειτούργησε και στη Σαγιάδα, από το οποίο πήραν αρκετοί απολυτήριο Δημοτικού. Αργότερα ιδρύθηκε η Νομαρχιακή Επιτροπή Λαϊκής Επιμόρφωσης (Ν.Ε.Λ.Ε.) που είχε και ευρύτερους σκοπούς. Στη Σαγιάδα η υπηρεσία αυτή έφτιαξε Κέντρο Επιμόρφωσης Πολιτών. Καλούσαμε σ΄αυτό (για κάποιο διάστημα είχε και ο γράφων την ευθύνη του Κέντρου) ιδιώτες, όπως γιατρούς, γεωπόνους και υπηρεσίες διάφορες της Νομαρχίας, του Ερυθρού Σταυρού κ. λπ. Ενημέρωναν τους κατοίκους, έκαναν υποδείξεις, απαντούσαν σε ερωτήσεις κ. ά.

Πολύ χρήσιμα αποδείχτηκαν επίσης και τα Σπίτια του Παιδιού της Βασιλικής καλούμενης Πρόνοιας. Η πρώτη αρχηγός της «Σχολής» στο χωριό μας, η δεσποινίς Σάσα, ξεχώρισε ιδιαίτερα για τη δραστηριότητά της.

Περιοδεύων κινηματογράφος ψυχαγωγούσε συχνά τα βράδια τους κατοίκους, ώσπου ήρθε ιδιωτικός. Με πολύ κέφι γιορταζόταν τις πρώτες δεκαετίες στο νέο χωριό το καρναβάλι.

Μέχρι τον πόλεμο δεν έλεγαν οι Σαγιαδινοί να αφήσουν το χωριό και να αναζητήσουν αλλού την τύχη τους. Λίγες ήταν οι εξαιρέσεις. Για πρώτη φορά τη δεκαετία του ‘60 φύγανε από το χωριό αρκετοί για τη Γερμανία  καθώς και δυο-τρεις οικογένειες για την Αυστραλία. Έκτοτε έσπασε αυτή η παράδοση και σήμερα έχουμε αρκετούς Σαγιαδινούς σε άλλα μέρη, στο εσωτερικό της χώρας μας και λιγότερους σε ξένες χώρες. Τους εκτός Σαγιάδας συγχωριανούς αναφέρει όλους, ονομαστικά, ο Βαγγέλης Μάστορας στο βιβλίο του “Σαγιάδα”.

Η ζωή μας άρχισε έτσι να αλλάζει σταθερά. Άνοιγαν δουλειές και το χωριό προόδευε. Δουλειά ξανά κουραστική και πολύωρη, φτώχεια αλλά υπήρχε και αισιοδοξία. Ο κόσμος κοίταζε μπροστά, πίστευε σ΄ ένα καλύτερο αύριο. Με τη μετάβαση στη Γερμανία πολλών Σαγιαδινών εισέρρευσε αρκετό χρήμα στο χωριό, που το έκανε περισσότερο η διαφορά της ισοτιμίας. Φτιάχτηκαν ωραίες κατοικίες. Έτσι, όλο και περισσότερα καινούρια σπίτια ξεφύτρωναν, όλο και περισσότεροι εξασφάλιζαν καλύτερη ποιότητα ζωής. Αυτή η δημιουργική περίοδος μπορεί να αγκάλιαζε λίγο-πολύ ολόκληρη τη χώρα, αλλά για το χωριό μας υπήρξε, νομίζουμε, εντυπωσιακή.

 

Το Σκάλωμα που γνώρισα

Στη δεκαετία του ΄50 το λιμάνι λειτουργούσε ακόμα, έστω και υποβαθμισμένο. Βενζινόπλοιο μικρού εκτοπίσματος διενεργούσε καθημερινό δρομολόγιο Κέρκυρα-Σαγιάδα και μετέφερε επιβάτες και εμπορεύματα. Κάποιο διάστημα είχαμε καπετάνιο το Σαγιαδινό Θωμά Παπά (Θωμά Χάρη). Αυτό εξυπηρετούσε όλη την επαρχία Φιλιατών αλλά και Γιαννιώτες. Καράβια μεγάλα δε βλέπαμε βέβαια.

Η προβλήτα (μόλος) ήταν αυτή που είχε κατασκευαστεί με τσιμέντο από τους Ιταλούς το 1917. Υπήρχε και σωματείο φορτοεκφορτωτών (χαμάληδων) με το χειροκίνητο κάρο τους, τελωνείο, μονοπώλιο αλατιού και πετρελαίου, αποθήκες, ταβέρνα, φούρνος και δυο-τρία μαγαζιά.

Την εποχή που μιλάμε, το λιμάνι είχε δυο φάρους, ένα πετρελαίου κοντά στην προβλήτα, τον οποίο άναβε κάθε βράδυ ο Τσίλης (Βασίλης) Σκέντος, υπάλληλος στο λιμάνι, σκαρφαλώνοντας στις σιδερένιες σκάλες του, και τον άλλο, ο οποίος λειτουργούσε με μπαταρία, ο ίδιος που είναι και σήμερα. Την μπαταρία έρχονταν με καράβι κάθε εξάμηνο και την άλλαζαν. Στο Σκάλωμα υπήρχε αστυνομία και τηλεφωνείο-τηλεγραφείο.

Οι ψαράδες με τα μπαρκιά και τους κορύτους έφερναν ολόφρεσκα λαχταριστά ψάρια από τα διβάρια Βόντα και Μπαστιά. Ψάρευαν και με τις καλαμωτές, τις οποίες δε βλέπουμε πλέον. Πηγαίναμε και τα παιδιά για κοντοβόλι (ψάρεμα με τα χέρια στα ρηχά). Ας δούμε πώς περιγράφει το λιμάνι, την ίδια περίοδο, ο ελληνικός πλοηγός στο κεφάλαιο ΑΚΤΑΙ ΗΠΕΙΡΟΥ:

«Παρά τον λιμενίσκου αυτόν ευρίσκονται ολίγα οικήματα, αποτελούντα την Σκάλαν Σαγιάδας, επίνειον του περί τα 3 χιλιόμετρα προς το εσωτερικόν, παρά τους πρόποδας εκεί λοφίσκου χωρίου Σαγιάδα, 874 κατοίκων. Παρά την βάσιν δε της καλυπτούσης τον λιμενίσκον προεξοχής αυτής και εις ύψος 7 μέτρων υπέρ την επιφάνειαν της θαλάσσης, επί σιδερού λευκού οβελίσκου…, έχει τοποθετηθή αυτόματος φάρος, φωτοβολίας 9 μιλίων, ο οποίος ανά 3 δευτερόλεπτα παρουσιάζει απλήν λευκήν έκλαμψιν…»1 « Πάντως τα κινούμενα εντός του όρμου Σαγιάδας πλοία πρέπει να παραμένουν πλησίον των βορείων ακτών του, αγκυροβολούντα εις βάθη 7 έως 22 μέτρων, επί διοπτεύσεως 089 προς το παρά την αποβάθρα της Σκάλας Σαγιάδας οίκημα του τελωνείου (έριχναν αρόδο, όπως είπαμε). Πλην αυτού υπάρχουν εκεί αποθήκαι και ξενοδοχείον (πιθανόν αναφέρεται σε δωμάτια που νοίκιαζε ο Β. Μάστορας πάνω από το μαγαζί του), μικρά δε προβλής, μήκους 60 μέτρων, με βάθη 2 περίπου μέτρων παρά την κεφαλήν της, έχει κατασκευασθή προ του τελωνείου και τοποθετείται περιστατικός φανός εις το άκρον της (αυτόν που άναβε ο Τσίλη Σκέντος). Εις το χωρίον εξ άλλου Σαγιάδα υπάρχει λιμενικόν ταμείον, ταχυδρομείον και τηλεγραφείον…» (αυτά βρίσκονταν πάντα στο Σκάλω-μα και όχι στο χωριό), αμαξιτή οδός προχωρεί απ’αυτού προς τα Ιωάννινα». Πληροφορεί δε, στη συνέχεια, ότι «πολύ καλής ποιότητας ύδωρ υπάρχει εις πηγήν, παρά τηνπαραλίαν,… βορειοδυτικώς της Σκάλας» (ήταν όντως πολύ καλό το νερό στο Σκάλωμα).

 

Πρωτοφανής ανάπτυξη της γεωργίας

Στη δεκαετία του ’60 η γεωργία γνώρισε πρωτοφανή ανάπτυξη. Το 1962, όπως ειπώθηκε, περατώθηκαν τα έργα του Καλαμά, με τα οποία ποτίστηκε όλος ο κάμπος μας. Συγχρόνως με τα αρδευτικά έργα έγινε αναδασμός, χωρίστηκε ο κάμπος σε ορθογώνια τμήματα, έγιναν αγροτικοί δρόμοι και συγκεντρώθηκαν τα αγροτεμάχια εκάστου ιδιοκτήτη σ΄ ένα ή δύο μέρη. Το 1965 ηλεκτροφωτίστηκε το χωριό και η ζωή μας έγινε πιο εύκολη με τις ηλεκτρικές συσκευές, τις οποίες προμηθεύτηκε το σύνολο σχεδόν των κατοίκων του. Άρχισαν να αγοράζονται γεωργικά μηχανήματα και αυτοκίνητα. Άνθησε τότε και η καλλιέργεια του ρυζιού, η οποία απέφερε σημαντικά κέρδη στον τόπο μας.

 Τα πρώτα πολύ δειλά «πειράματα» έγιναν από το χωριανό Κώτσια Κέρο, αλλά η καλλιέργειά του άρχισε πραγματικά με τον Πελοποννήσιο επιχειρηματία Ηλία Μπακολιά, πριν ακόμα ολοκληρωθούν τα αρδευτικά έργα στον κάμπο μας. Η άρδευση γινόταν με αντλίες από τον Καλαμά. Αυτός ο επιχειρηματίας μυρίστηκε παρθένο και κατάλληλο έδαφος για μια τέτοια καλλιέργεια και ήρθε με πρωτοφανή για μας μηχανικό εξοπλισμό για να «πιάσει την καλή», όπως και έγινε. Εκμεταλλεύτηκε άγρια τον κάμπο μας και το εργατικό δυναμικό του τόπου.

Με τον Μπακολιά είχαμε οι Σαγιαδινοί μια δικαστική περιπέτεια, την οποία εξιστορώ σε κείμενό μου, που παραθέτω όπως το βρίσκω σε παλιές μου σημειώσεις.

 

Ο κ. Μπακολιάς και η «αδέκαστη» δικαιοσύνη

Αξίζει ν΄αναφερθούμε στον επιχειρηματία Ηλία Μπακολιά από την Καλαμάτα της Πελοποννήσου, γιατί έχει σχέση με τον κάμπο μας και τις συνθήκες γενικά της εποχής εκείνης.

 Αυτός καταγινόταν με εκτεταμένες γεωργικές επιχειρήσεις. Πληροφορήθηκε ότι ο τόπος μας ήταν κατάλληλος για ρυζοκαλλιέργεια, που ήταν σχεδόν άγνωστη στην περιοχή μας. Με την καλλιέργεια αυτή γίνεται ληστρική εκμετάλλευση του εδάφους, κατά την έκφραση ενός τότε γεωπόνου, γιατί τα χωράφια εξαντλούνται μετά από δυο-τρεις συνεχείς καλλιέργειες με ρύζι.

Ήρθε λοιπόν στο χωριό μας, στα τέλη της δεκαετίας του ΄50, εξοπλισμένος με κάθε είδους γεωργικά μηχανήματα: τρακτέρ, τζιπ, θεριστικές και αλωνιστικές μηχανές κ.λπ. Πληθωρικός με πολλή έπαρση και τσαμπουκά νοίκιαζε ολόκληρες περιοχές του κάμπου σε τιμές που ο ίδιος καθόριζε και τις καλλιεργούσε ρύζι. Είχε προσεταιρισθεί και δυο-τρεις ντόπιους, έναντι κάποιων παροχών και έκανε ό,τι ήθελε. Έβρισκε και τα χωράφια που χρειαζόταν και τους εργάτες να του δουλεύουν σκληρά από νύχτα σε νύχτα με χαμηλές πάντα αμοιβές . Τους τρόπους και το ύφος του το γνώρισα καλά και ο ίδιος.

Μια χρονιά έτυχε να βρίσκεται ένα δικό μου χωράφι στην περιοχή που ήθελε να καλλιεργήσει. Αρνήθηκα να του το δώσω. Του είπα ότι καλλιεργώ μόνος μου τα κτήματά μου (ήταν τα τρία χρόνια μετά το στρατό που έμενα, αδιόριστος ακόμα, στο χωριό) και θα προτιμούσα να μείνει ακαλλιέργητο παρά να το νοικιάσω για ρύζι. Επέμενα δε σ΄αυτό.

 Κάποια φορά που ξεκινούσε με το τζιπ του για τον κάμπο μαζί μ΄ έναν κοντοχωριανό μας μου δήλωσε θυμωμένος: “Αυτή τη στιγμή πάω να οργώσω το χωράφι σου και αν θέλεις έλα να με εμποδίσεις. Εδώ το έχω”, μου είπε οργίλος και μου έδειξε το περίστροφο που έφερε στη ζώνη του. Περιττεύει να πω ότι πέρασε το δικό του. Έκαμε όπως είπε.

 Με αυτή του τη συμπεριφορά δημιούργησε εχθρούς στο χωριό και μια μέρα αρκετοί απ΄ αυτούς συγκεντρώθηκαν στην αγορά, όπου ήταν το σπίτι όπου έμενε, και άρχισαν να διαμαρτύρονται έντονα και να ξεφωνίζουν εναντίον του. Εκείνος εξαγριώθηκε, βγήκε έξω από το σπίτι και στάθηκε απειλητικά με προτεταμένο ένα κυνηγετικό όπλο. Δίπλα του στεκόταν και κάποιος δικός του, οπλισμένος με πιστόλι, είπαν. Οι φωνασκούντες τα χρειάστηκαν, προφανώς, και συμμαζεύτηκαν. Ο Μπακολιάς τους εμήνυσε για εξύβριση.

Μήνυση υπέβαλαν και οι Σαγιαδινοί για την ένοπλη απειλή εκ μέρους του. Οι Σαγιαδινοί έβαλαν και εμένα μάρτυρα υπεράσπισης, γιατί είχα διηγηθεί το περιστατικό, που προανέφερα, δημόσια και η μαρτυρία μου αυτή θα ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντική για τον Μπακολιά. Με κάλεσε έτσι ο αστυνόμος Σαγιάδας και έδωσα “ένορκο κατάθεση μάρτυρος”, όπως έγραφε το χαρτί που υπέγραψα.

Μετά από παρέλευση κάποιου χρόνου, λαβαίνω την κλήση για το δικαστήριο και με μεγάλη έκπληξη βλέπω το όνομά μου να έχει σβηστεί από τη στήλη των μαρτύρων, που είχε γραφτεί με γραφομηχανή, και να ΄χει προστεθεί με κοινό στυλό στην στήλη των κατηγορουμένων. Έτσι κάθισα και εγώ στο εδώλιο μαζί με τους άλλους κατηγορούμενους, γιατί ως μάρτυρας θα τον έκαιγα. Ευτυχώς ο κ. Μπακολιάς φάνηκε μεγαλόψυχος(!) και δέχθηκε ν΄ αποσύρουμε αμοιβαία τις μηνύσεις και να γλιτώσουμε την καταδίκη που σ΄ εμένα θα στοίχιζε πολύ, γιατί… δε θα μπορούσα να διοριστώ δάσκαλος. Ήταν η απειλή με την οποία με φοβέρισε(!) ο πρόεδρος του δικαστηρίου, όταν ζήτησα να μιλήσω. Πήραμε τότε ένα καλό μάθημα από τον Μπακολιά και από την “αδέκαστη” δικαιοσύνη.

Αυτά συνέβαιναν και τότε με τους ισχυρούς, όπως και σήμερα βέβαια. Καθώς λέμε όμως και πιο πάνω, προέκυψε και ένα πραγματικό καλό. Μάθαμε να καλλιεργούμε έκτοτε το ρύζι, το οποίο απέφερε σ΄ όλη τη γύρω περιοχή ένα ικανοποιητικό εισόδημα για μια σειρά ετών.

Ήταν, λοιπόν, η εποχή αυτή που άλλαξε άρδην τη ζωή του χωριού. Σήμανε μια αναγέννηση για τον τόπο, όπως είπαμε, παρά τη δύσκολη μετεμφυλιακή πολιτική κατάσταση και τη δοκιμασία της χουντικής δικτατορίας. Για τις δυο αυτές δυσάρεστες καταστάσεις μιλάμε αμέσως παρακάτω, αφού παρεμβάλουμε πρώτα μια ιστορία εμπαιγμού μας από την πολιτεία. Είναι η «συμβολή» της στο χτίσιμο του νέου χωριού!

Η ιστορία με τους 12 “πυρήνες” και τις 48 οικογένειες

Στο νέο χωριό κατασκεύασαν μόνο δώδεκα πυρήνες, που προορίζονταν για εικοσιτέσσερις πολυμελείς οικογένειες και στις οποίες όμως εγκατέστησαν τελικά σαράντα οκτώ!

Ήταν σπίτια σχεδόν πρωτόγονα. Είχαν δυο δωμάτια όλα κι όλα με γυμνούς τοίχους, χωρίς ταβάνια (προστέθηκαν εκ των υστέρων με σκεβρωμένες σανίδες, λέει ο Αρ. Ρεντζέλος που τα έφτιαξε) και με παράθυρα της κακιάς ώρας και ένα αποχωρητήριο για κάθε… δυο νοικοκυριά (!) στο τέλος της μιας μοναδικής σκάλας, με μια επίπεδη λεκάνη (τουρκική) χωρίς νερό και χωρίς κανέναν απολύτως άλλον χώρο. Μήτε ένα κουζινάκι! Και αυτά προορίζονταν για πολυμελείς, τονίζουμε, οικογένειες!

Πώς να συμβιώσουν έτσι τα νοικοκυριά που βρέθηκαν σ΄ αυτά; Ζούσαμε κακήν-κακώς, αν και προσθέσαμε μόνοι μας κουζίνα, ένα δεύτερο αποχωρητήριο βέβαια και ό,τι άλλο μπόρεσε ο καθένας. Αλλά οι αναπόφευκτοι καυγάδες και τα δικαστήρια μεταξύ των συγκατοίκων κράτησαν καιρό, για να μην πούμε πως συνεχίζονται ακόμη.

Αυτοί οι «πυρήνες» έγιναν με γερμανικές αποζημιώσεις και στοίχισαν, όπως έχω ακούσει 94.000 δραχμές ο καθένας. Μέχρι τότε μέναμε σε αχυροκαλύβες σαν τους νομάδες κτηνοτρόφους, αλλά ορίζαμε ο καθένας το δικό του. Για να καταλάβει κανείς σήμερα το “ευεργέτημα των 48 τυχερών οικογενειών”, λέμε μόνο ότι τότε πωλούνταν τα οικόπεδα των 500 τ.μ. αντί 500 μόλις δραχμών. Με 25.000 δραχμές έφτιαχνες σπίτι 100 τ.μ. ολοκληρωμένο. Οι περισσότεροι από τους “άτυχους” που δεν στεγάστηκαν στους πυρήνες έφτιαξαν τέτοια σπίτια με βοηθήματα από την πολιτεία των 6.000 δραχμών μόνο συν την ξυλεία.

 

Αυτά προς δόξα των τότε κρατούντων.

Το μετεμφυλιακό κλίμα

Το μετεμφυλιακό κλίμα ήταν πολύ βαρύ για τους ηττημένους κομμουνιστές, τους συγγενείς αυτών αλλά και τους «συμπαθούντες» ή τους «υπόπτους» γενικά.

Στο μαυροπίνακα γράφτηκαν όχι μόνο οι αποδεδειγμένα αριστεροί, αλλά και όλοι οι συγγενείς των αυτοεξορίστων κομμουνιστών μέχρι τρίτου βαθμού. Κάθε αίτημά τους το απέρριπταν. Στο στρατό θα υπηρετούσαν στις πιο βαριές μονάδες και με την ιδιότητα του απλού στρατιώτη ή και του μουλαρά, ας ήταν και πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών. Σε πολλούς δεν έδιναν καν όπλο.

Συχνά χαρακτηρίζονταν ύποπτοι και επικίνδυνοι εντελώς αθώοι και ανύποπτοι. Μου αφηγούνταν ένας φίλος πτυχιούχος ανωτάτης σχολής, θρησκευόμενο άτομο και γιος ιερέα, ότι εντελώς τυχαία πληροφορήθηκε ότι τον είχαν χαρακτηρίσει αριστερό και μόλις που κατάφερε να βγει από το μαυροπίνακα και να γίνει έφεδρος ανθυπολοχαγός. Τον ενημέρωσε εμπιστευτικά περί του τι συνέβαινε ένας αξιωματικός του, εκπαιδευτής στην Κόρινθο που τον είχε συμπαθήσει, και ο παπάς πατέρας του είδε κι έπαθε να τον “αποχαρακτηρίσει.”

«Ποια σχέση είχε ή έχει η οικογένειά σας με τον κομμουνισμό;» ρώτησαν τον καθηγητή πατέρα Γεώρ. Μεταλληνό, όταν πήγε το 1963 να καταταγεί στο στρατό. «Υπερεθνικόφρων ο πατέρας μου» λέγει ο πατήρ Γεώργιος, «αλλά ο αδελφός της μητέρας μου είχε συλληφθεί και ξυλοκοπηθεί άγρια ως αριστερός και ας μη γνώριζε τίποτε για ΕΛΑΣ και για κομμουνισμό », γι΄αυτό και του έκαμαν αυτή την η ερώτηση.

Ο Γρηγόρης Κόρος είχε την ατυχία να είναι αδελφός του Φάνη που επιστρατεύθηκε βιαίως από τους κομμουνιστές και σκοτώθηκε σ΄αυτό τον πόλεμο. Όλοι στο σπίτι του έπνεαν μένεα κατά των κομμουνιστών και όμως για το κατεστημένο ήταν όλοι ύποπτοι. Αυτό αποκαλύφθηκε, όταν ο Γρηγόρης ζήτησε να πάει εθελοντής στην αεροπορία και απορρίφθηκε το αίτημά του.

Χιλιάδες είναι οι περιπτώσεις αυτές, που οι αρχές του κράτους μετέτρεπαν φιλήσυχους πολίτες σε φανατισμένους αντιδεξιούς και κομμουνιστές. Στο στρατό είχαν επικρατήσει ακραία δεξιά στοιχεία που είχαν στήσει και την οργάνωσή τους, το γνωστό Ι.Δ.ΕΑ. (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών). Σ΄ αυτήν ανήκε ο Παπαδόπουλος με την κουστωδία του ο οποίος, πριν οργανώσει το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, είχε επινοήσει το σαμποτάζ στον Έβρο με τα άρματα μάχης και το αεροπλάνο.  Πέτυχε έτσι να καταδικάσει για προδοσία, κατασκοπεία και δολιοφθορά ανύποπτους και ικανούς αξιωματικούς και υπαξιωματικούς της αεροπορίας μας και να διαβάλει έτσι την τότε κυβέρνηση Πλαστήρα.

Ένας από αυτούς τους υπαξιωματικούς ήταν και ο Σαγιαδινός Γιάννης Ντίνος που καταδικάστηκε και έμεινε στη φυλακή αρκετά χρόνια. Αποκαταστάθηκαν όλοι μετά την μεταπολίτευση το 1983. Επίσης ο Σαγιαδινός Γεώργιος Κιτσώνης έμεινε στη φυλακή δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια ως αμετανόητος κομμουνιστής! Η αρραβωνιαστικιά του τον περίμενε καρτερικά όλα αυτά τα χρόνια. Παντρεύτηκαν με άσπρα μαλλιά!

Τότε ιδρύθηκαν τα Τ.Ε.Α. (Τάγματα Εθνικής Αμύνης) και έγινε επιτηρούμενη ζώνη η περιοχή από τον Καλαμά και μέχρι τα σύνορα. Για να περάσει κανείς το ποτάμι έπρεπε να ήταν εφοδιασμένος με ειδική ταυτότητα ή να είχε την άδεια της αστυνομικής αρχής. Σε πολλούς «υπόπτους» απαγορευόταν ρητώς η διέλευση του Καλαμά.

 Αυτή η μετεμφυλιακή κατάσταση ήταν που γέννησε τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967, στην εξιστόρηση της οποίας προβαίνουμε τώρα. Αποτελεί αυτή τη μελανή παρένθεση της ειρηνικής περιόδου που εξετάζουμε.