19.Η θλιβερή παρένθεση


Κεφάλαιο Δέκατο Ένατο

Η ΘΛΙΒΕΡΗ ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ 

Τα χρόνια της χούντας (1967-1974) 

Το πρωινό της 21ης Απρίλη του 1967 ο κόσμος ακούει με έκπληξη και φόβο να αναστέλλονται οι διατάξεις του συντάγματος και να αναλαμβάνουν οι συνταγματάρχες την εξουσία για να απαλλάξουν τη χώρα από τους φαύλους πολιτικούς και να τη σώσουν από τον «επικείμενο» κομμουνιστικό κίνδυνο. 

Οι πολιτικοί αιφνιδιάζονται. Δεν προλαβαίνουν να αντιδράσουν. Πολλοί είναι αυτοί που συλλαμβάνονται και φυλακίζονται ή οδηγούνται στην εξορία. Ο λαός παραμένει μουδιασμένος. Ελάχιστοι είναι αυτοί που αντιδρούν. Η χούντα βέβαια βρήκε τους ανθρώπους της. Γνωστούς χαφιέδες, ιδεολόγους ή αφελείς καιροσκόπους και περιθωριακούς που την υπηρετούν με υπερβάλλοντα ζήλο. 

Τα βιώματα από το δικτατορικό αυτό καθεστώς είναι παντού στην επαρχία, τουλάχιστον, τα ίδια. Στα χωριά της περιοχής μας θυμούνται τον “τρομερό” ανθυπασπιστή του στρατού, Τζοβάρα να γυρίζει καβάλα στο άλογο και να φοβερίζει τους πάντες και να συλλαμβάνει όσους παρέβαιναν τις διαταγές της χούντας, όπως αυτούς που τύχαινε να κυκλοφορούν αργότερα από την καθορισμένη βραδινή ώρα ή αυτούς που τολμούσαν να ανταμώνουν και να κουβεντιάζουν περισσότεροι από τρεις κ.λπ. 

Στις εκλογές της χούντας γελοιοποιούμαστε, γιατί υποκύπταμε και ρίχναμε φανερά στην κάλπη το ψηφοδέλτιο της αρεσκείας τους που μας έδιναν οι μπράβοι της, ενώ κάποιοι, ελάχιστοι είναι αλήθεια, άρπαζαν με θυμό το άλλο ψηφοδέλτιο και τοποθετούσαν αυτό στο φάκελο, χωρίς να φοβούνται τα αντίποινα. Ένας απ΄αυτούς, ο Βασίλη Μπέσιος έλεγε πως πήρε την απόφαση μαζί με άλλους Σαγιαδινούς σε συζήτηση, πριν πάνε στην κάλπη, να ρίξουν φανερά όχι στο δημοψήφισμα για το σύνταγμά τους.1 Αυτοί μας έκαναν να νιώθουμε ντροπή για τη δική μας δουλοφροσύνη και συγχρόνως ικανοποίηση για το χαστούκι που έτσι έδιναν στα ανθρωπάρια αυτά, που πρόθυμα και με υπερβάλλοντα ζήλο υπηρετούσαν τη χούντα.

Τελικά τ΄ αποτελέσματα της κάλπης ήταν πάντα τα γνωστά σε όλα τα δικτατορικά καθεστώτα, πάνω από 90% υπέρ της χούντας. Έβγαιναν πάντα με τη γνωστή μέθοδο που σκωπτικά περιέγραψε μια εφημερίδα  στην μαντινάδα που ακολουθεί:

Ματάειδαν τα ματάκια σας τέτοιο κουτί ρημάδι να ρίχνεις όχι το πρωί να βγαίνει ναι το βράδυ!

Περιττό να πούμε ότι η εφημερίδα έκλεισε την ίδια μέρα. “Το αποφασίζουμε και διατάσσουμε” το είχαν για ψωμοτύρι οι επίδοξοι σωτήρες. Το ακούγαμε τόσο συχνά και έμεινε για καιρό σαν ανέκδοτο. Ο Παπαδόπουλος φάνηκε από το δημοψήφισμα, ότι επιχειρούσε να επιβάλει στρατιωτικό καθεστώς  ..

Η προσωπική μου εμπειρία

Έχω πολλά να μολογήσω, από προσωπική μου εμπειρία, γι΄ αυτό το απεχθές καθεστώς. Για τον τότε επιθεωρητή μου, ο οποίος μετέβαλε σε μπράβους του συναδέλφους μου, για να με κυνηγήσει “αμείλικτα”, όπως μου δήλωσε. Toυς έστελνε να παρακολουθήσουν τις ομιλίες, τις οποίες με διέταζε να κάνω. Χρησιμοποίησε ακόμη κάποιους ως συνεργούς, για να επέμβει κατά τρόπο απαράδεκτο και πρωτοφανή στην προσωπική μου ζωή. Και ο αλήστου μνήμης παπάς του χωριού, όπου υπηρετούσα, με παρατήρησε, γιατί σε μια απ΄ αυτές τις κατ΄εντολή ομιλίες δε “βρήκα τίποτε να πω για την Εθνοσωτήρια Επανάσταση”.  Για τον χαφιέ, ο οποίος μέσα στο λεωφορείο μου άρπαξε την εφημερίδα φωνάζοντας μπροστά σε όλους τους συνεπιβάτες: “το Βήμα διαβάζεις δάσκαλε!” για να έχει να με καρφώνει στα “αφεντικά του”.

Εκείνο όμως που μου έκανε την αλγεινότερη εντύπωση, ήταν όταν ένα βράδυ είδα μαθητές μου του Δημοτικού Σχολείου να τρέχουν πίσω από ένα Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο. Σε ερώτησή μου απάντησαν ότι τους έβαλε ο τάδε για να το παρακολουθήσουν. Μου είπαν τ΄ όνομά του, κατάλαβα και ανατρίχιασα. Δε δίσταζαν να διδάξουν το χαφιεδισμό και σε παιδιά του Δημοτικού Σχολείου!

Η κατάρρευση της χούντας και η μεταπολίτευση

Είναι γεγονός ότι ο ελληνικός λαός, στο σύνολό του σχεδόν, δεν την αποδέχτηκε τη Χούντα. Υπήρχε, βουβή έστω, αντίδραση και διαμαρτυρία της συντριπτικής πλειοψηφίας του, που τη βροντοφώναξαν οι νέοι μας του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973. Τη διατράνωσε και ο λαός που βγήκε τότε στους δρόμους σε συμπαράσταση των φοιτητών μας.

 Και για να καταθέσω μια ακόμη προσωπική μου μαρτυρία, θα πω ότι υπήρξα αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας του αγωνιστικού παλμού του πλήθους αυτού, γιατί βρέθηκα στην Αθήνα και πήγα με την κουνιάδα μου έξω από το Πολυτεχνείο την παραμονή της επιδρομής των τανκς. Το θέαμα που αντικρίζαμε έπειθε και τον πιο δύσπιστο ότι ο ελληνικός λαός ήταν καζάνι που έβραζε. Η συμπαράσταση του πλήθους που είχε μαζευτεί έξω από το Πολυτεχνείο προς τους εγκλεισμένους σ΄αυτό ήταν πρωτοφανής.

 Πολλοί ήταν αυτοί που δεν έκρυβαν την απέχθειά τους προς τα καθεστώς της χούντας. “Είπαν οι συνταγματάρχες, ότι θα ενώσουν όλο το λαό και κατάφεραν πράγματι να τον ενώσουν αλλά όλον εναντίον τους”, μου εκμυστηρευόταν γιος αξιωματικού. Το ακριβές αυτής της αλήθειας φάνηκε περίτρανα στο πώς πανηγύρισε αυτός ο λαός την επάνοδο στη Δημοκρατία το 1974. Η ίδια ατμόσφαιρα επικράτησε τότε και στο χωριό μας.

 Στη Σαγιάδα τα τρία τέταρτα σχεδόν των ψηφοφόρων της, στις πρώτες τουλάχιστον μετά τη μεταπολίτευση, εκλογικές αναμετρήσεις ψήφιζαν αντιδεξιό κόμμα, επειδή πίστευαν ότι η χούντα υπήρξε παιδί της δεξιάς. Η Σαγιάδα ήταν το χωριό στο οποίο ιδρύθηκε το πρώτο γραφείο τοπικής οργάνωσης του ΠΑΣΟΚ της Θεσπρωτίας. Το είχε ιδρύσει ο ενθουσιώδης πασοκτζής και πετυχημένος πρόεδρος του χωριού Αλκιβιάδης Ρεντζέλος που πέθανε τόσο νέος και αναπάντεχα.

Οι εμπειρίες της δικτατορίας έκαμαν ωριμότερο πολιτικά τον ελληνικό λαό και οδήγησαν σε νέα ομαλή δημοκρατική ζωή τη χώρα. Καταργήθηκε η βασιλεία και νομιμοποιήθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Μόνο που την πλήρωσε ακριβά η Κύπρος.