20.Το τελείωμα του αιώνα


Κεφάλαιο Εικοστό

ΣΤΟ ΤΕΛΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

Οι γείτονές μας Αλβανοί

Mε τους Αλβανούς συμβιώσαμε για πολλούς αιώνες. Μάλιστα γράφτηκε ότι οι Αλβανοί «εξαιτίας της μακράς συμβίωσης με τους Έλληνες δεν ήταν ακριβώς ξένοι ».

Φυσικά ισχύει αυτό και για τους Θεσπρωτούς και τους άλλους τους Ηπειρώτες. Από τα μέσα του 14ου μ.Χ. αιώνα Αλβανοί ποιμένες από την κεντρική Αλβανία «…Φαίνεται ότι άρχισαν να εισδύουν στις βορειότερες περιοχές ως έποικοι…Επρόκειτο για εκείνους τους χριστιανούς ορθοδόξους, οργανωμένους σε φυλές, οι οποίοι αναζητούσαν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης… ». Από την Ήπειρο «μόνη δε η των Ιωαννίνων πόλις ουχ υπετάγη τη των Αλβανιτών επικρατεία… » Στην περιοχή μας πρέπει να ήρθαν από την κοιλάδα του «Βούρκου» της περιοχής του Βουθρωτού και την κοιλάδα της Βέρβας-Κώτσικας .

 Οι σχέσεις μας πέρασαν κατά καιρούς από πολλές φάσεις, πότε φιλικές και πότε όχι. Κάποια περίοδος μάλιστα έγινε σκέψη για τη δημιουργία ενιαίου με την Ελλάδα κράτους . Τελικά το 1923 διεθνής επιτροπή χάραξε τα σύνορά μας με την Αλβανία. Αυτά έμεναν ανοιχτά μέχρι το 1945. Μέχρι τότε Έλληνες περνούσαν στην Αλβανία για δουλειές με ειδικές άδειες .

Απ΄ όταν επιβλήθηκε στη χώρα αυτή το κομμουνιστικό καθεστώς τα σύνορα έκλεισαν και επικράτησε καχυποψία και εχθρότητα. Με την κατάρρευση όμως του καθεστώτος αυτού, το 1990, τα πράγματα άλλαξαν. Οι Αλβανοί άρχισαν να εγκαταλείπουν ομαδικά τη χώρα τους και να καταφεύγουν σε διάφορες άλλες χώρες και στη δική μας. Το φαινόμενο έμοιαζε με επιδρομή και μας κατατρόμαξε στην αρχή. Απεστάλη και ψήφισμα διαμαρτυρίας των κατοίκων της Σαγιάδας προς τις αρχές της χώρας.

Έγραφα σε κείμενό μου που έστειλα στις 30/6/1991 στον «Ηπειρωτκόν Αγώνα» Ιωαννίνων:

«Μήνες τώρα γινόμαστε μάρτυρες ενός απαράδεκτου και πολύ επικίνδυνου φαινομένου. Βορειοηπειρώτες και Αλβανοί φυγάδες μπαινοβγαίνουν στη χώρα μας, δίχως κανένα έλεγχο και περιορισμό. Το θέμα βέβαια απασχολεί καθημερινά τον ντόπιο κυρίως, αλλά και τον αθηναϊκό Τύπο και κρατεί σε αναβρασμό τον κόσμο.

Κατεξοχήν μάρτυρες (με τη διπλή έννοια της λέξης) του φαινομένου αυτού είναι όλοι οι κάτοικοι των παραμεθορίων μας με την Αλβανία περιοχών. Παρακολουθούν με απελπισία και απόγνωση τα μπουλούκια των φυγάδων να μπαίνουν ασταμάτητα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα και δεν ξέρουν πόσο θα κρατήσει και πού θα καταλήξει αυτή η ιστορία. Νέοι και νέες, μεσήλικες και μικρά παιδιά ακόμα κατακλύζουν τις πλαγιές, τους δρόμους και τα χωριά μας που γειτονεύουν με την Αλβανία. ΄Ενας κόσμος που έχει υποφέρει και στερηθεί. Φαίνεται από την πρώτη ματιά που τους ρίχνεις.

“Ας είχα ένα ψυγείο και στην πλάτη μου θα το πήγαινα μέσα” μου είπε ένας εικοσιπεντάχρονος φυγάς. Τόση ήταν η λαχτάρα του για το απλό αυτό πράγμα που δε στερείται καμιά ελληνική οικογένεια!

Οι κάτοικοι των ακριτικών μας περιοχών ένιωσαν φόβο και συμπόνια μαζί. Προσπάθησαν να τους βοηθήσουν. Βλέπουν όμως ότι τα πράγματα οδηγούν σε πολύ δυσάρεστες καταστάσεις. Δεν αισθάνονται ασφαλείς ούτε στο χωράφι, αλλά ούτε και στο σπίτι. Κλειδαμπαρώνονται σα βραδιάσει. Καλούν την πολιτεία να πάρει επιτέλους ουσιαστικά μέτρα, αλλά οι αρμόδιοι μοιάζουν να μην αντιλαμβάνονται τη σοβαρότητα της κατάστασης ή να μην πολυσυγκινούνται.

Το κράτος μας πρέπει ή να τους εξασφαλίσει δουλειά και στέγη, που είναι το ευκταίο, ή να κλείσει τα σύνορά του κατά τρόπο ασφαλή και αποτελεσματικό».

Παρ΄όλο το αρνητικό αυτό κλίμα που περιγράφουμε, οι Έλληνες, στην πλειονότητά τους, συμπαραστάθηκαν τότε στους οικονομικούς πρόσφυγες από τη γείτονα χώρα. Ιδιαίτερα στη Σαγιάδα, για την οποία έχουμε άμεση εμπειρία, τους φέρθηκαν πολύ φιλικά. Τους βοήθησαν ποικιλοτρόπως. Βρήκαν στέγη και δουλειά με ικανοποιητικό μεροκάματο. Άνοιξαν φιλόξενα ακόμα και τα σπίτια τους σ΄ αυτούς. Κάποιες Αλβανίδες μάλιστα παντρεύτηκαν δικούς μας νέους .

 Πιστεύουμε ότι θα βελτιώνονται οι σχέσεις μας αυτές σταθερά και η πολιτική ηγεσία της γειτονικής χώρας δε θα ακολουθήσει τη χωρίς προηγούμενο εθνικιστική πολιτική που εφάρμοσε το 1994 ο Μπερίσα. Δε θα επιτρέψει στους απογόνους των Τσάμηδων να καταστρέψουν το φιλικό κλίμα που άρχισε να δημιουργείται μεταξύ των δύο λαών.

Η ελληνική πολιτεία, έστω διστακτικά και αργοπορημένα, παίρνει μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων όλων των οικονομικών προσφύγων στη χώρα μας και αυτών που προέρχονται από την Αλβανία. Οι Αλβανοί, το ξαναλέμε, δεν ήταν σε όλες τις περιπτώσεις εχθρικοί απέναντί μας. Ας θυμηθούμε και τους φίλους μας της Κονίσπολης. Η Ευφροσύνη Γεωρ.Τρουμπάτα θυμάται με συγκίνηση τη βοήθεια που δέχτηκαν από αλβανική τσέτα , όταν στην κατοχή κατέφυγαν πρόσφυγες σε χωριά της Νότιας Αλβανίας.

Τέτοια αισθήματα φιλίας και αλληλεγγύης θέλουμε να πιστεύουμε πως εδραιώνονται σταθερά σήμερα, καθώς γνωριζόμαστε όλο και καλύτερα. Αυτό μας λέει ο Αλβανός δημοσιογράφος Ρζαρ Τζατζίου στην «Κυριακάτικη Καθημερινή» της 9-10-05. Γράφει εκεί ο Ρζάρ Τζατζίου:

«Η ιστορία των ελληνοαλβανικών σχέσεων είναι το χρονικό δύο γειτόνων που απλώνει ο ένας το χέρι στον άλλο, αλλά που εξακολουθούν να μη γνωρίζουν ο ένας τον άλλο. Οι γέφυρες όμως έχουν αρχίσει να στήνονται». Οι γέφυρες αυτές θα φέρουν κοντά Έλληνες και Αλβανούς για το καλό και των δύο.

 Συγκινητικό και ελπιδοφόρο είναι το μήνυμα που φέρνει η φωτογραφία που βλέπουμε στην ίδια σελίδα της εφημερίδας. Είναι φωτογραφία ενός σπιτιού έξω από τη Σκόδρα με αναρτημένες στη στέγη την αλβανική και την ελληνική σημαία δίπλα-δίπλα. Έχει δε την εξής λεζάντα: «Ο ιδιοκτήτης του δούλεψε για χρόνια στην Ελλάδα. Και γύρισε έχοντας δυο πατρίδες…».

 

 Η Παλιά Σαγιάδα σήμερα

 Η παλιά Σαγιάδα σήμερα είναι κρυμμένη μέσα σε πλούσια βλάστηση, έτσι που πολύ λίγα από τα ερείπια των σπιτιών της διακρίνονται από χαμηλά. Ξεχωρίζει με την πρώτη ματιά από κάτω η κεντρική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου με το κωδωνοστάσιό της. Οι άλλοι ναοί του χωριού έχουν καταστραφεί. Σώζονται οι τοίχοι από το ναό του Αγίου Δημητρίου και του Αγίου Νικολάου καθώς και το Άγιο Βήμα από τον Άγιο Σπυρίδωνα. Οι δυο στα Παλιάμπελα εχουν εξαφανιστεί. Το ίδιο έγινε με το νεκροταφείο «η Μαρίτσα» κάτω από τον Μπούρμπουλα.

Τον οικισμό διαπερνά κεντρικός λιθόστρωτος δρόμος με κατεύθυνση Ανατολή-Δύση, από τα Τρουμπαταίικα ως το δυτικότερο άκρο, τη Βίγλα. Ο δρόμος αυτός διασχίζει την αγορά και αφήνει αμέσως αριστερά του το αλώνι, την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, το Σχολείο και το μιλικό (ξενώνα). «Το αλώνι της εκκσιάς»(εκκλησιάς) είναι πλακόστρωτη πλατεία με τοίχους από ξηρολιθιά και με δυο εισόδους. Η ονομασία αλώνι οφείλεται στο κυκλικό της σχήμα, γιατί δε χρησιμοποιήθκε ποτέ ως αλώνι. Οι πλάκες του δαπέδου είναι επιμελημένες σε ορθογώνιο σχήμα, παράλληλη διάταξη και στο κέντρο υπάρχει κύκλος φτιαγμένος με οξυγώνιες πλάκες (ρόδακας). Δίπλα είναι και οι φλαμουριές, φυτεμένες από χρόνια για να γίνουν το στέκι των γερόντων του χωριού.

«Η παλιά Σαγιάδα σήμερα, παρότι η εγκατάλειψη είναι καθολική και τα κτίρια έχουν καταρρεύσει και χαθεί μέσα στην οργιώδη βλάστηση, είναι παράδεισος φυσικού και χτισμένου περιβάλλοντος. Μια απλή περιήγηση στο χώρο μαρτυρεί τον πλούτο και την ευημερία των κατοίκων της, σε κάνει να φαντάζεσαι τη ζωή τους, τον τόπο, τη νοοτροπία. Απλοχωριά, καταπληκτική θέα, επαφή με το περιβάλλον. Επιβάλλεται συνολική αναστήλωση του οικισμού» γράφει η Χρ. Γόγολου στην εργασία της για την Αρχαιολογική Υπηρεσία.

Στο ναό του Αγίου Γεωργίου, στο προαύλιό του και στο αλώνι της εκκλησίας έγιναν αποτελεσματικές επεμβάσεις αποκατάστασης από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Σαγιάδας. Επιβάλλεται να αποκατασταθούν όσο πιστά γίνεται στην αρχική τους μορφή τα πιο αξιόλογα παραδοσιακά κτίρια του χωριού, όπως είναι το σπίτι του Κοντού, το ιατρείο του Σούλιου, οι πιο χαρακτηριστικές αυλόθυρες κ. λπ. Πρέπει να καθαριστεί και ο κεντρικός δρόμος σε πολλά σημεία για να γίνει βατός.

Προς το παρόν οι μόνες επεμβάσεις, ανασκαφές σωστικού χαρακτήρα, που έγιναν είναι εκτός οικισμού, στο λόφο Καστρί και στη Μαστιλίτσα με χρηματοδότηση του Εκπολιτιστικού Συλλόγου . Επίσης στα πλαίσια έργων της Δ.Ε.Η. έγιναν ανασκαφές σε παρακείμενο του Καστριού λόφο. Η παλιά Σαγιάδα όμως είναι οικισμός με ιστορία και ομορφιά και θα πρέπει να αξιοποιηθεί.

Θα θυμίσουμε και το άρθρο της Ελευθεροτυπίας, στο οποίο αναφέρεται ότι τα κτίσματα της Σαγιάδας και κατεστραμμένα αποπνέουν ακόμα αρχοντιά και μύρο παλιών καλών καιρών  . Μια επίσκεψη εκεί μαρτυρεί του λόγου αυτού το αληθές. Μπορεί να πάει κανείς με το αμάξι του.

Στην παλιά Σαγιάδα γίνονται κατά διαστήματα κάποιες εκδηλώσεις, όπως πανηγύρι την ημέρα της Αγίας Παρασκευής, γιορτή πολυφωνικού τραγουδιού, θεατρικές παραστάσεις ηπειρωτικών κυρίως θιάσων κ.ά. Ανεβαίνει τότε πολύς κόσμος και μάλιστα αρκετοί με τα πόδια από το μονοπάτι «Γρηγόρη Τσόγκα». Η πλούσια βλάστηση του τοπίου, η υπέροχη θέα και τα απομεινάρια των σπιτιών του που σε μεταφέρουν σε αλλοτινές εποχές αποτελούν την πιο καλή ανταμοιβή για την όποια ταλαιπωρία από το κοπιαστικό ανέβασμα.

 

Η Νέα Σαγιάδα

Η Σαγιάδα, ανήκει στο νομό Θεσπρωτίας και στο δήμο που φέρει το όνομά της, «Δήμος Σαγιάδας». Ο νομός Θεσπρωτίας (Θεσπρωτία ήταν η αρχαία ονομασία της) με τα σημερινά του όρια ιδρύθηκε με νόμο του 1936. Από της απελευθερώσεως και ως τότε υπαγόταν στο νομό Ιωαννίνων. Το χωριό μας αποτελούσε όλα τα χρόνια ξεχωριστή κοινότητα με τους κοινοτικούς της άρχοντες . Το 1999 με το σχέδιο Καποδίστρια που προέβλεπε τη συνένωση κοινοτήτων, ιδρύθηκε ο δήμος Σαγιάδας. Περιλαμβάνει εκτός της Σαγιάδας τα χωριά Ασπροκκλήσι, Σμέρτο, Ράγιο και Κεστρίνη (παλιά Σκουπίτσα).

Η νέα Σαγιάδα εξακολουθεί να κρατά πολύ κόσμο   εν αντιθέσει με πολλά χωριά της ελληνικής υπαίθρου που αδειάζουν επικίνδυνα. Και αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι το λιμάνι της νεκρώθηκε από κάθε εμπορική κίνηση. Ο κάμπος όμως, «εύκαρπος» ανέκαθεν, έχει γίνει τώρα παραγωγικότερος με τα αρδευτικά έργα, τα λιπάσματα και τα σύγχρονα γεωργικά μηχανήματα. Είναι γεμάτος εσπεριδοειδή, κυρίως μανταρινιές, αλλά και καλαμπόκια, τριφύλλια, ακτινίδια. Έχουν οι περισσότεροι Σαγιαδινοί τα δικά τους κτήματα από πολλές γενεές πριν. Το χωριό ήταν από τα πρώτα που ξεκίνησε η σύνταξη κτηματολογίου , το οποίο μόλις τώρα ολοκληρώνεται. Στις παραλίες (στη λωρίδα Σαγιάδας) έχουν εγκατασταθεί σύγχρονα ιχθυοτροφεία που βγάζουν εξαιρετικές τσιπούρες και λαβράκια. Κάθε Αύγουστο γίνεται στο Σκάλωμα το πανηγύρι του ψαριού, στο οποίο προσφέρεται άφθονη τσιπούρα και κρασί εντελώς δωρεάν και όλοι γλεντούν κάτω από τους ήχους της ορχήστρας.

Εκτός από αυτό το πανηγύρι, γίνονται και άλλα δυο, που οργανώνει ο Πολιτιστικός Σύλλογος το Πάσχα σε δικό του χώρο μέσα στο χωριό και την ημέρα της Αγίας Παρασκευής στην παλαιά Σαγιάδα. Το πανηγύρι της Πασχαλιάς θυμίζει στους παλιότερους ανάλογο στην Παλιά Σαγιάδα. Τότε, κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα, “μικρό Πάσχα”, επί τρεις μέρες βροντούσε το κλαρίνο στο Αλώνι του Νούσια και όλο το χωριό ήταν εκεί. Όσοι δεν χόρευαν, κυρίως γυναικόπαιδα, έστεκαν γύρω και παρακολουθούσαν, «έκαναν σαΐρι» .

Στο νέο χωριό κατασκευάστηκαν όμορφες κατοικίες, όπως είπαμε και αλλού, με ανθόκηπους, λαχανόκηπους και ωραία περιφραγμένες αυλές. Ασφαλτοστρώθηκαν οι δρόμοι του και ζουν σ΄αυτό πολλοί ευκατάστατοι συγχωριανοί μας, αγρότες στην πλειονότητά τους αλλά και άλλοι επαγγελματίες.

Οι κτηνοτρόφοι ταΐζουν τα ζώα τους τον περισσότερο χρόνο στους στάβλους. Παίρνουν και κάποιες επιδοτήσεις. Όμως η κτηνοτροφία μας έχει συρρικνωθεί στο ελάχιστο και τείνει να εκλείψει. Τέσσεριςπέντε διατηρούν μικρά κοπάδια αιγοπροβάτων και λίγα βοοειδή. Ακόμα και οι εγχωριάζοντες βλάχοι τα εγκαταλείπουν. Πολύ κακό αυτό για την οικονομία της Σαγιάδας και όλης τη χώρας. Χάσαμε και το άλλοτε γραφικό θέαμα με τα κοπάδια να περνούν και να «χαλούν τον κόσμο». Και οι λίγοι, που κάνουν νομαδική ζωή, ταξιδεύουν με μεγάλα φορτηγά, τις νταλίκες και δε φτιάχνουν πια αχυροκαλύβες, μένουν όλοι σε σπίτια που χτίσανε εντωμεταξύ.

Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι σήμερα η κύρια απασχόληση των Σαγιαδινών είναι με τον κάμπο και δευτερευόντως με τη θάλασσα. Στο παρελθόν συνέβαινε το αντίθετο. Η ακμή και ο πλούτος του χωριού προέρχονταν από τη θάλασσα και το εμπόριο.

Οι αγρότες σήμερα καλλιεργούν μεγαλύτερες εκτάσεις με πολύ λιγότερο κόπο, χάρη στα σύγχρονα μέσα, που ούτε να ονειρευτούν μπορούσαν οι παλαιότεροι και η γεωργία γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη. Δεν παύει βέβαια η ζωή του αγρότη να είναι, έτσι κι αλλιώς, σκληρή και να μην αμείβεται αυτός όπως πρέπει. Δε θυμίζει όμως σε τίποτε την παλιά εποχή.

Κάποια χαρακτηριστικά του χωριού μας που είναι διαχρονικά, όπως η πάστρα, το πικάντικο μαγείρεμα, οι γαλατόπιτες, οι γλάστρες με τα λουλούδια, οι ασπρισμένες σκάλες, τα πεζούλια και οι πλακόστρωτες αυλές αποτελούν σήμα κατατεθέν των Σαγιαδινών. Σήμερα ιδιαίτερα όλοι θαυμάζουν τις περιποιημένες αυλές και τους πλούσιους ανθόκηπους όλων των νοικοκυριών της Σαγιάδας και των πιο ταπεινών σπιτιών της. Οι δρόμοι γεμίζουν αυτοκίνητα.

Στην είσοδο του χωριού βρίσκεται ένα αρκετά ευπρεπές κτίριο με κήπο και παιδική χαρά. Είναι το «Σπίτι του Παιδιού», άλλοτε της «Βασιλικής Πρόνοιας». Σ΄αυτό στεγάζονταν μέχρι πρόσφατα το Νηπιαγωγείο και ο Παιδικός Σταθμός. Το κτίριο αυτό τελευταία έχει εγκαταλειφθεί. Στο χωριό υπάρχει πρατήριο υγρών καυσίμων (βενζινάδικο), ιατρείο σε ιδιωτικό όμως χώρο, φαρμακείο, μπακάλικα, ψησταριές, καφενεία, κοινοτικό κατάστημα στην πλατεία, σε αίθουσα του οποίου στεγάζεται τώρα το γραφείο του Τ. Ο. Ε. Β. Πάνω από το κοινοτικό κατάστημα βρίσκεται το Δημοτικό Σχολείο και δεξιά του ο ναός του Αγίου Γεωργίου.

Πολύ σημαντικό έργο, το οποίο έγινε τελευταία, είναι ο αμαξιτός δρόμος που μας συνδέει με την Αλβανία. Πιστεύουμε ότι μπορεί να ξαναδώσει στη Σαγιάδα κάτι από την παλιά της εμπορική δραστηριότητα. Έτοιμο είναι το τμήμα του δρόμου από το Σκάλωμα ως το τελωνείο στο Μαυρομάτι. Το τελωνείο είναι ένα σύγχρονο κτίριο που μόλις τελευταία αποπερατώθηκε και λειτουργεί. Λεωφορείο από Ηγουμενίτσα εκτελεί δρομολόγια τρεις φορές την ημέρα. Αναμένεται να γίνει ο δρόμος και το τελωνείο στο απέναντι αλβανικό μέρος. Πληροφορούμαστε ότι η Ελλάδα θα συνδράμει γι΄αυτό το αλβανικό κράτος. «Η Διυπουργική αποφάσισε τη χρηματοδότηση του άξονα Σαγιάδας-Αγίων Σαράντα. Ο δρόμος συνολικού μήκους 40 χιλιομέτρων περνάει από περιοχές με ελληνικό πληθυσμό και η κατασκευή του θα βοηθήσει τόσο την άρση της απομόνωσης του πληθυσμού αυτού, όσο και την ανάπτυξη του διασυνοριακού εμπορίου»  Ανησυχεί όμως έντονα τους Σαγιαδινούς το γεγονός ότι η πολιτεία μας δε δείχνει να ενδιαφέρεται για την κατασκευή δρόμου περιφερειακού της Σαγιάδας που να παρακάμπτει τον οικισμό και να οδηγεί στο τελωνείο. Μόνο έτσι θα μπορέσει να εξυπηρετήσει την αυξημένη κίνηση που θα υπάρξει στο μέλλον και θα παύσει να εγκυμονεί κινδύνους για μικρούς και μεγάλους. Θα είναι εγληματικό να αφεθεί ως έχει και να θρηνούν ατυχήματα από τα κάθε είδους διερχόμενα μικρά και μεγάλα τροχοφόρα.

 

Το Σκάλωμα σήμερα

Στο Σκάλωμα έχει κατασκευαστεί ωραία μαρίνα και έχει διαμορφωθεί ο χώρος αρκετά όμορφα, αλλά μόνο ψαροκάικα και κότερα τους θερινούς μήνες αράζουν σ’ αυτό. Στη θέση των αποθηκών και των εμπορικών βρίσκονται ψαροταβέρνες και καφενεία. Έχει τελωνείο και λιμενικό σώμα που υπάγονται στα αντίστοιχα της Ηγουμενίτσας.

Η έλλειψη όμως συγκοινωνίας με την Κέρκυρα είναι έντονα αισθητή και αδικεί τους Σαγιαδινούς και τους κατοίκους ολόκληρου του δήμου Σαγιάδας όπως και των Φιλιατών. Πολλές προσπάθειες και υποσχέσεις για να δρομολογηθεί επιδοτούμενο Ferry Boat από ιδιώτη ή από τους δυο δήμους δεν απέδωσαν.

Οι Σαγιαδινοί όμως, δεν το βάζουν κάτω. Με τις ψαροταβέρνες που σερβίρουν σχεδόν αποκλειστικά φρέσκα ψάρια ανοιχτής θάλασσας, με τη διαμόρφωση της πλαζ στο Κεραμίδι, με το παλιό χωριό που άρχισε να αξιοποιείται τουριστικά, η Σαγιάδα ελκύει τελευταία όλο και πιο πολλούς τουρίστες το καλοκαίρι. Το λιμάνι πολλές φορές γεμίζει κότερα με τουρίστες από την Κέρκυρα. Ένα μεγάλο μέρος του χώρου πίσω από τη μαρίνα και τα μαγαζιά, «το Στραπούντο», όπου δένουν τα επαγγελματικά ψαροκάικα, έχει μπαζωθεί και γεμίζει τον περισσότερο καιρό με τροχοφόρα κάθε κατηγορίας, επιβατηγά, φορτηγά, τρακτέρ.

 

Στο Σκάλωμα ιδρύθηκε Κέντρο Πληροφόρησης με σκοπό την ενημέρωση του κόσμου για τον υγρότοπο των εκβολών του Καλαμά , ο οποίος είναι ένας από τους αξιολογότερους της Ελλάδας με πλήθος πουλιά και ζώα. Έχουν καταγραφεί 170 είδη πουλιών, εκ των οποίων το 1/3 και πλέον προστατεύονται από την κοινοτική νομοθεσία. Η περιοχή εντάχθηκε στις Ειδικές Περιοχές Διατήρησης της Φύσης του Δικτύου NATURA 2000. Οι αγρότες όμως της περιοχής θεωρούν ότι αυτό αντιστρατεύεται τα συμφέροντά τους και αντιδρούν.

Η λιμνοθάλασσα, δεξιά όπως μπαίνουμε στο λιμάνι, κρίθηκε κατάλληλη για λασπόλουτρα. Οι εγκαταστάσεις άρχισαν ήδη να γίνονται.