3.Οι κάτοικοι


Κεφάλαιο Τρίτο

ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ

Προέλευση και ταυτότητα των κατοίκων

Σύμφωνα με την παράδοση, λέει ο Νικόλας Σκέντος , οι πρώτοι κάτοικοί της που ήρθαν και έκτισαν τα σπίτια τους στην παλιά Σαγιάδα προέρχονται από τους παναχωρίτες Έλληνες, οι οποίοι δεν τούρκεψαν και αναγκάστηκαν να φύγουν από τα χωριά τους. Τα ίδια λέει και ο Πλεσιβιτσιώτης Γ. Σκάγιας για το χωριό του. Και δεν είναι καθόλου απίθανο να κατέβηκαν στα χωριά μας τέτοιοι πληθυσμοί, όπως διασώζει η παράδοση. Εκείνο που φαίνεται απίθανο είναι ότι ήταν αυτοί οι πρώτοι κάτοικοι της Σαγιάδας.

Μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι οι πρώτοι κάτοικοι της Σαγιάδας ήταν αυτόχθονες και κατοίκησαν στην περιοχή πριν από πολλούς αιώνες.

Όπως ειπώθηκε, απομεινάρια κτιρίων σαν αυτά στο ναό του Αγίου Νικολάου και το πιθανολογούμενο κάστρο των ελληνιστικών χρόνων στο Μπούρμπουλα συνηγορούν σ΄ αυτό. Ίσως να υπήρχε οικισμός και από τους αρχαίους ακόμα χρόνους, όπως υποστηρίζει ο διακεκριμένος Ηπειρώτης λόγιος Αθανάσιος Ψαλίδας.

Το επάνω χωριό ήταν μια ακρόπολη με το κάστρο της, στην οποία έμεναν μόνιμα αξιωματούχοι και στην οποία κατέφευγαν σε περιπτώσεις κινδύνου οι εργαζόμενοι στα παραθαλάσσια και στα χαμηλότερα μέρη. Με τον καιρό εγκαταστάθηκαν και αυτοί μόνιμα επάνω. Ντόπιοι αποτέλεσαν τον πυρήνα του χωριού. Κοντά σ΄ αυτούς ήρθαν και άλλοι, κατά κανόνα ελληνόφωνες χριστιανοί ορθόδοξοι, οι οποίοι για διάφορους λόγους άφησαν τις εστίες τους.

Οι Σαγιαδινοί δύσκολα έρχονταν σε επιμιξία με αλλόγλωσσους   και ουδέποτε με αλλόθρησκους. Κρατούσαν, μπορούμε να πούμε, ανόθευτη την ταυτότητά τους. Το ίδιο διαβεβαιώνουν βορειοηπειρώτες ότι συνέβαινε και στα περισσότερα άλλα ελληνόφωνα χριστιανοχώρια του βορειοηπειρωτικού χώρου, τα οποία παρέμειναν αμιγώς ελληνικά μέχρι σήμερα.

Ήρθαν, λοιπόν, και στη Σαγιάδα νέοι έποικοι. Οι μετακινήσεις πληθυσμών δεν ήταν τότε σπάνιες. Τέτοιοι ήταν και όσοι από τα βορεινότερα χωριά δεν «τούρκεψαν» και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Αυτοί αφομοιώθηκαν με τους ντόπιους. Γι΄ αυτό μπορούμε βάσιμα να υποστηρίξουμε ότι η ιστορία της Σαγιάδας έχει συνέχεια και οι κάτοικοί της ομογένεια και δική τους ταυτότητα. Έτσι κι αλλιώς ο τόπος, η γεωγραφική του θέση, το κλίμα, οι περιπέτειες και τα βιώματα είναι ίδια. Αυτά είναι που παίζουν βασικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας κοινωνίας ανθρώπων. Αυτά διαμορφώνουν μαζί με τις εκάστοτε ιστορικές συγκυρίες τους όρους διαβίωσης και συμπεριφοράς των μελών της, τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους. Καθώς λέει και ο συγγραφέας Αντ. Λιάκος, οι ιστορικές συλλογικές εμπειρίες που αποτυπώνονται στην κουλτούρα των ανθρώπων, διαμορφώνουν τον ξεχωριστό χαρακτήρα ενός λαού . Η προσέλευση, κατά διαστήματα, και άλλων εποίκων συμβαίνει παντού, αλλά δεν αλλάζει τα πράγματα. Ζήσαμε και στα νεότερα χρόνια τέτοιες περιπτώσεις νέων εποίκων που κάθε φορά αφομοιώνονταν πλήρως.

Το γλωσσικό ιδίωμα της Σαγιάδας έχει σημαντικές διαφορές με αυτό των άλλων θεσπρωτικών χωριών. Και φαίνεται να έχει διαμορφωθεί σε μακρά περίοδο χρόνου, όπως διαμορφώθηκαν και οι θετικές ή αρνητικές ιδιότητες του χαρακτήρα των κατοίκων της  .

 

Η παράδοση για μαζικές εγκαταστάσεις εποίκων

Είναι πολύ ενδιαφέροντα όσα με λεπτομέρεια αφηγείται ο Σκέντος για τους «πρώτους», κατά την παράδοση, κατοίκους της παλιάς Σαγιάδας.

Οι «πρώτοι» κάτοικοί της, λέει, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν εδώ από χριστιανικά χωριά που βρίσκονταν βόρεια της Σαγιάδας. Από τη Γιάννιαρη, τη Βέρβα, το Μαρκάτι, το Ντισιάτι, την Κονίσπολη, χωριά που αναφέρονται και στην αφήγηση του Σκάγια για το Πλαίσιο. Όλα αυτά τα χωριά ήταν ελληνικά, αλλά δεν μπορούσαν να πληρώσουν το  χαράτσι και το χρέος απ΄αυτό μεγάλωνε πολύ. 

Και συνεχίζει ο αφηγητής: ο πασάς των Ιωαννίνων διέταξε να τους πάνε όλους, όσους δεν πληρώνουν, στα Γιάννενα για να τους κλείσει στα «μπουντρούμια». Από εκεί «μόνο πεθαμένοι ή φυματικοί θα έβγαιναν». Αν όμως δέχονταν να γίνουν μωαμεθανοί, δε θα τους πείραζε κανείς, θα έμεναν ήσυχοι στα σπίτια τους. Έτσι αναγκάστηκαν να «τουρκέψουν». Όσοι πλήρωσαν, έμεναν ελεύθεροι αλλά εγκατέλειψαν τα χωριά τους. Ευνόητο είναι πως δεν μπορούσαν να σταθούν πλέον οι μη εξισλασμισθέντες εκεί. Καθώς μαρτυρούν οι ιστορικοί, το μίσος αυτών που «τούρκευαν» εναντίον των άλλων που δεν υπέκυπταν ήταν μεγάλο2. 

Απ΄αυτούς που δεν «τούρκεψαν», κατά τον αφηγητή μας, ήταν όσοι ήρθαν και έχτισαν τα σπίτια τους στη θέση στην οποία βρίσκεται σήμερα η παλιά Σαγιάδα. Το μέρος ήταν τότε «δασωμένο, λόγγος ήτανε και χώθηκαν αυτού». 

Η παράδοση, σε γενικές γραμμές, αληθεύει. Πολλές οικογένειες της Σαγιάδας φαίνεται να κατάγονται από τους βορεινότερους οικισμούς. Επώνυμα Σαγιαδινών όπως Παππάς, Κολιός, Διαμάντης, Σκέντος, Σταμάτης, Αλεξίου, Γιάτσης, Τζάος, Καλέσης, Νάτσης μαζί με το Φείδης, που αναφέρθηκε, είναι όμοια με αυτά των κατοίκων του βορειοηπειρωτικού χώρου3, αλλά και το γλωσσικό ιδίωμα μοιάζει με το δικό τους. 

Ο Σκέντος αναφέρει ότι «εμείς οι Σκενταίοι ήρθαμε από τη Βέρβα, οι Φειδαίοι από το Αργυρόκαστρο,4 οι Ντουκαίοι από τη Δίβρη κ.λπ.» Και ο Κώτσια Τσόγκας, πρόεδρος του χωριού εκείνα τα χρόνια, θυμόταν και ανέφερεαπό πού προερχόταν η κάθε Σαγιαδινή οικογένεια, καθώς λέει ο Γιώργος Γιάτσες. Οι Τσογκαίοι λέγονταν παλιά Διαμανταίοι και πρέπει να προέρχονται από τους Διαμανταίους της Δερόπολης.

                                 

Ήρθαν εδώ και πρόκοψαν, βεβαιώνει ο Σκέντος. «Έκαμαν περιουσίες , μεγάλες περιουσίες». Έγιναν βέβαια και ψαράδες, μάθανε την τέχνη να βγάζουν αλάτι από τις αλυκές, καταγίνονταν με το εμπόριο και με τέχνες της εποχής.

Διερωτάται πώς τα κατάφεραν. Υποστηρίχτηκαν από εκπρόσωπο της Αυστρίας που ήταν στο Σκάλωμα, όπως αποφαίνεται . Τα κατάφεραν πρωτίστως χάρη στην εξυπνάδα και τη φιλοπονία τους. Το πιθανότερο είναι η απόκτηση περιουσιών και το νοικοκύρεμα των Σαγιαδινών να έγιναν το 19ο αιώνα που συνέτρεξαν και γενικότερες ευνοϊκές συγκυρίες. «Δύο αυτοκρατορικά διατάγματα, του 1839 και του 1856, εγγυούταν τη ζωή, την τιμή και την περιουσία όλων ανεξαιρέτως των πολιτών της αυτοκρατορίας…Εγκαινιαζόταν έτσι μια περίοδος ιδιαίτερα ευνοϊκή για τους ελληνορθόδοξους πληθυσμούς που μαγνητίζονται από τα μεγάλα αστικά κέντρα  ». Τότε ήταν και πρόξενος της Αυστρίας στο Σκάλωμα.

Για την οικονομική ανάπτυξη γενικά και για την εμπορική κίνηση στο Σκάλωμα θα δοθεί ευκαιρία να ξαναμιλήσουμε. Τώρα θα προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε το χρόνο άφιξης των νέων εποίκων στη Σαγιάδα.

Πότε ήρθαν οι νέοι έποικοι

Ο Σκέντος, απαντώντας στην πιο πάνω ερώτηση, αναφέρει και μια χρονολογία: “αυτό έγινε το 1700 και εντεύθεν”, που είναι μια αόριστη απάντηση. Χρειάζεται να το δούμε καλύτερα.

 Το 19ο αιώνα, για να αρχίσουμε απ΄ αυτόν, μάλλον αποκλείεται να ήρθαν νέοι άποικοι, διότι δεν έχουμε καμιά τέτοια μαρτυρία και ήταν ο αιώνας των σεισμών. Κανένας δεν εγκαθίσταται σε έναν τόπο o οποίος περνά μια τέτοια δοκιμασία. Πρέπει να ήρθαν το 18ο αιώνα και ακριβέστερα στα μέσα αυτού. Συνηγορούν σ΄ αυτό κάποιες γραπτές μαρτυρίες.

Οι κάτοικοι των ελληνικών αυτών χωριών (των πανωχωριτών), λέει ο Ηλίας Δρίζης στην «Ιστορία του χωριού Πλαισίου», τούρκεψαν στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα, δηλαδή γύρω στο 1750. Το ίδιο λέει και ο συγχωριανός του Σκάγιας. Αλλά έχουμε γι΄αυτό μια πιο έγκυρη μαρτυρία.

Είναι αυτή του Απ. Ε. Βακαλόπουλου  που μιλάει για τον εξισλαμισμό των χωριών της περιοχής Φιλιατών  περί τα μέσα του 18ου αιώνα. Την ίδια μαρτυρία αναφέρει και ο Μιχαλόπουλος στο έργο του «Μοσχόπολη», στο οποίο κάνει λόγο για ομαδικούς εξισλαμισμούς το 1760 .

Δηλαδή, στη Σαγιάδα ήρθαν μη εξισλαμισθέντες κάτοικοι από τα πάνω χωριά στα μέσα του 18ου αιώνα ή και λίγο αργότερα, γιατί ομαδικοί εξισλαμισμοί ακολούθησαν το Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774. Κάποιοι άλλοι έποικοι μπορεί βεβαίως να ήρθαν και σε προγενέστερη εποχή, μετά την επανάσταση του Διονυσίου Φιλόσοφου το 1611, κατά την οποία η πίεση σε βάρος των χριστιανικών πληθυσμών ήταν αφόρητη.

Η γλώσσα των Σαγιαδινών

Το γλωσσικό ιδίωμα των Σαγιαδινών παρουσιάζει μια μοναδική ιδιαιτερότητα. Διαφέρει από αυτό της άλλης Ηπείρου   αλλά και από της Θεσπρωτίας. Γενικά η Τσαμουριά δεν ακολουθεί το γλωσσικό ιδίωμα των άλλων Ηπειρωτών που παραλείπουν τα φωνήεντα. Αλλά στους Σαγιαδινούς υπάρχει εμφανής διαφορά στο λεξιλόγιο και περισσότερο στην προφορά των λέξεων από τους κατοίκους των άλλων χωριών της περιοχής μας.

Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος εκφοράς του λ. Όταν ακολουθεί ε, παρεμβάλλεται ένα ι, ήτοι λιέω, Λιένη αντί λέω, Λένη. Επίσης τις παντρεμένες γυναίκες στη Σαγιάδα τις φωνάζουν συχνά και σήμερα με το όνομα του άντρα: Γληγόραινα, Γιάνναινα, Κώτσαινα. Πάντα με την κατάληξη –αίνα και ποτέ –όβα όπως στα βορεινότερα χωριά (λέμε Γιάνναινα και όχι Γιάννοβα). Γενικά, η ομιλία τους προσιδιάζει περισσότερο των άλλων στην κοινή νεοελληνική. Δύσκολα διακρίνει κάποιος από την ομιλία τον τόπο καταγωγής των Σαγιαδινών, όπως διακρίνει τους άλλους Ηπειρώτες.

Στο λεξιλόγιο των κατοίκων της Σαγιάδας βρίσκει κανείς πολλές λέξεις σχετικές με τη θάλασσα-με την οποία οι Σαγιαδινοί είναι σε συνεχή επαφή-αλλά και λέξεις από το λεξιλόγιο των ορεινών περιοχών. Έχουν διασωθεί ακόμη και κάποιες ιταλικές λέξεις.

Σημαντική είναι η επίδραση της Κέρκυρας στο λεξιλόγιο των Σαγιαδινών. Πήραν κάτι και από την προφορά ακόμη των Κερκυραίων. Βρίσκουν και την ομιλία των Σαγιαδινών τραγουδιστή. Η μακραίωνη επικοινωνία των Σαγιαδινών με τους Κερκυραίους, που επισφραγίστηκε με την παραμονή τους στην Κέρκυρα ως πρόσφυγες στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου 1948-1949, είχε την επίδρασή της στη γλώσσα. (Σωστά είπαν ότι στη γλώσσα ανιχνεύεται η ιστορία του τόπου).

 Δε γίνεται φυσικά να απουσιάζουν από τη γλώσσα των Σαγιαδινών οι τουρκικές λέξεις, μόνο που είναι οι ίδιες που παρατηρούνται σε όλη σχεδόν την περιοχή της Ηπείρου και της Ελλάδας γενικότερα. Η σλαβική επίδραση είναι περιορισμένη. Τα τοπωνύμια (όπως Κιτέζα, Κοτσέκι, Βόντα , Μοκίλας , Μαρίτσα, Μαστιλίτσα) είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση σλαβικής επίδρασης.

Δεν είναι όμως μικρή η επίδραση της Αλβανικής. Με τους Αλβανούς και τους Αρβανίτες οι Σαγιαδινοί βρίσκονταν σε συναλλαγές μέχρι πολύ πρόσφατα. Σαγιαδινοί είχαν καταστήματα στην Κονίσπολη ή δούλευαν ως οικοδόμοι, ραφτάδες κ.λπ. Επίσης οι πιο πολλοί Σαγιαδινοί, μετά το κάψιμο του χωριού από τους Γερμανοτσάμηδες, κατέφυγαν στην Αλβανία ως πρόσφυγες και προσθέσανε στο λεξιλόγιό τους μερικές ακόμα λέξεις δικές τους. Αρκετές είναι γι΄αυτό οι αρβανίτικες λέξεις που χρησιμοποιούσαν. Εξάλλου το χωριό βρισκόταν ανάμεσα σε αρβανιτοχώρια και οι περισσότεροι Σαγιαδινοί γνώριζαν την αρβανίτικη γλώσσα, κανένας όμως δε μιλούσε στο χωριό αρβανίτικα.

Τα άλλα παραθαλάσσια μέρη της δυτικής Ηπείρου, εκτός της Πάργας, είχαν ως μητρική γλώσσα την αρβανίτικη και γι΄αυτό η διαφορά στο γλωσσικό ιδίωμα μ΄αυτούς είναι εύλογη.

Στις σημειώσεις του ο Μιχάλης Πασιάκος, που επί μακρόν με πολύ μεράκι ασχολήθηκε με το θέμα και συνέταξε ένα αξιόλογο λεξικό (γλωσσάρι) του χωριού, γράφει:

«Η περίπτωση της Σαγιάδας αποτελεί εξαίρεση στη μελέτη των γλωσσικών ιδιωμάτων των χωριών της περιοχής της σημερινής Θεσπρωτίας, γιατί παρ’ ότι ακολουθεί γενικά τη ντοπιολαλιά των χωριών της Μουργκάνας στην οποία ανήκει, ταυτόχρονα η επίδραση της Σκάλας (του λιμανιού της) εισάγει πολλούς κερκυραϊκούς ιδιωματισμούς και ιταλικές λέξεις στη ζωή των κατοίκων στις Σαγιάδες ».

«Η ταυτόχρονη παρουσία του ορεινού ιδιώματος και του θαλασσινού λεξιλογίου  δεν συναντάται σε κανένα άλλο ελληνόφωνο χωριό του Θεσπρωτικού χώρου. Η Σαγιάδα ήταν το μοναδικό ελληνόφωνο χωριό (εκτός από την παλιά Πάργα) που είχε τόσο μεγάλη σχέση με τη θάλασσα».

Αναφέρουμε ενδεικτικά ξένες λέξεις  , θαλασσινές και κερκυραϊκές που χρησιμοποιούνται ευρέως και στη Σαγιάδα:

Αλβανικές και Αρβανίτικες: το σκόπι, η γκίζα, η τζαμάρα (φλογέρα), η τσούπρα, ο βλάμης, το κατσούπι (ασκί), η κιάφα, ο κρούσκος, η μπέσα, το μουαμπέτι (κουβεντολόι), τσίκα (λίγο), τρίμης<αλβ. trimi =θαρραλέος, παλικαράς (στη Σαγιάδα οι Ντιναίοι είναι περισσότερο γνωστοί με το παρατσούκλι Τρίμης).

Σλαβικές: κόπιτσας (σκόρος), το κοτσέκι (αποθήκη τσιφλικά), ο μαρκάλος, το γρέκι, ο μπάτζιος, η σβάρα, η στάνη, η τσαντίλα, ο τσέλιγκας, ο κορίτος, η γράβα (η σπηλιά), επίσης ζάμπα< σλαβ. zaba (=βάτραχος), μπόρα (τρικυμία), τα τοπωνύμια που αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Ιταλικές: δόγα, παλάντζα, ιντερέσιο, το ταμπάρο, η ρετσέτα, η αλισίβα, αμπάρα, βέλο, καρότσα, λαγγιόλι, μπάλα, σκέτο (είδος φαγητού), τσαπέλα, μούτσος,καροτσέρης, μαγγιόρος κ. ά, Γαλλικές: μπούδρα, παλτό, μπλε, γκρι κ.α.

Αγγλικές: το ροβόλι, λιόρδος (ειρωνικά) και λιόρδα (πείνα).

Λατινικές: το ξάϊ, η αρέντα, η κουβέντα, η βίτσα, ο γκαβός, η ήσκα, το μεσάλι, το σκουτέλι, η φαμελιά, η φασκιά, το φελί.

Βενετσιάνικές: μανέστρα, μπράτσο (μέτρο ύφασμα), στράτσο, μπότσα, μπουγέλο (κουβάς) κ. ά.

Βλάχικες και σαρακατσάνικες: στρούγκα,γκίζα, γκλαπάτσα,καρκαλέτσι (κοκκύτης),αντάμα.

Τουρκικές: Αγάς, ασίκης, κελάρι, κεχαγιάς, μπέης, μπουλούκι, χαράτσι, οντάς, σαράϊ, ραγιάς, χαρέμι, τσομπάνης (τουρκ. τσομπάμ), βακούφι (τουρκ.vakif), συνάφι (esnaf)= συντεχνία, κιτάπι (βιβλίο), τεσκερές (σημείωση), φιρμάνι, τσαούσης, χαράτσι, γιαζίτ κ.ά.

Θαλασσινές: κολόκες ή σημαδούρες, μπαρκί και κορύτος (μικρές βάρκες με επίπεδη καρίνα), ακόντι, καλαμωτές, κοντοβόλι (ψάρεμα στα ρηχά με τα χέρια), βόλος (ψαριά), νετάρω (καθαρίζω τα δίχτυα), απόχιασμα, ποστασιά, καλάρω κ. ά.

 

Κερκυραϊκές λέξεις κοινές με αυτές της Σαγιάδας : αμπονώρα, κοφίνια, μπάντα (μεριά), μπαγκούλια, μπουγιάρω, πιτέρια (γλάστρες), στέκα (στάσου), τέζα, φάτσα, αγκωνή, αγγειό, αλλαργεύω, αλυσίβα, αντάμα και ανταμώς, απίδια, απεικάζω, αντράλα, απίκουπα, αποσώνω, αράτα(ρώγα), αστάκια, αφιδεύομαι (εμπιστεύομαι), αποσώνω, γιόμα, διακονάρης, (ε)μπροστέλα, ζάλωμα, ζόρκα, κάψα, κουρκούτι, κουτουρού (όσο θέλουμε), κωλοφωτιά, λάλα (κάμπια), λάτα, λιόστα, μουτεύω, μπομπόλοι, μπότης, μπριχού, νούνος, ξάϊ, πειλιό, ξέστα, ξίσκεπο, περγελώ, πέτουρο, πινιάτα, πιτιά, προσώρας, ράμα, σιάδι, σούδα, σπερνά, συμπάει (τη φωτιά),  φελάω,  φλέτζα, φτενή, χαλεύω, χουλιάρια κ. ά.