4. 14ος-Αρχές 15ου αιώνα


Κεφάλαιο Τέταρτο

14ος – ΑΡΧΕΣ 15ου ΑΙΩΝΑ

Οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες για τη Σαγιάδα και το λιμάνι της

Την πρώτη γραπτή μαρτυρία για τη Σαγιάδα τη βρίσκουμε σε έγγραφα της ύστερης βυζαντινής περιόδου. Η ύπαρξή της βέβαια ανάγεται σε πολύ προγενέστερη εποχή αλλά δεν αναφέρεται στις γνωστές μας πηγές. Για πρώτη φορά βρίσκουμε τη Σαγιάδα σε βενετσιάνικα αρχεία του 14ου αιώνα. Το 1386 ο castellanus, ευγενής Κερκυραίος,  Rizardus (Riccardo) Altauilla παρέδωσε στους Ενετούς «το κάστρο, την πόλη και τον πύργο της Saiata η οποία ανήκε στη δικαιοδοσία του μαζί με το Βουθρωτό ».

Οι Ενετοί βρήκαν τη Σαγιάδα με το όνομα Saiata (Σαϊάτα) αλλά μετά από σύντομο χρονικό διάστημα αρχίζουν να αποκαλούν αυτή La Bastia. Επειδή όμως ο χώρος που ενδιέφερε τους Ενετούς ήταν το λιμάνι και οι αλυκές, είναι προφανές, ότι σ΄αυτόν αναφέρονται όταν λένε La Bastia  (λα Μπάστια). 

Για κάποιο διάστημα μάλιστα γίνεται ο χώρος αυτός το μήλο της έριδος μεταξύ Ενετών, Αλβανού Zenebishi, ηγεμόνα Αργυροκάστρου και Φλωρεντίνου Esau Buoldemonti, ηγεμόνα Ιωαννίνων.

Το 1402, γράφει ο Αραβαντινός, οι Ενετοί με  τη βοήθεια των Κερκυραίων «προσέβαλον τη Σαγιάδα και κατασχόντες αυτήν την προσήρτησαν εις τας εν Ηπείρω κτήσεις των » 

Άλλος βέβαια ο οικισμός Bastia (Μπάστια) και άλλος Σαγιάδα. Υπήρξαν εποχές που τη Μπάστια την κατείχαν οι Ενετοί και τη Σαγιάδα οι Τούρκοι. Σε άρθρο του Σαλαμάγκα διαβάζουμε: «Τον όρμον της Σαγιάδας … πρέπει την εποχή αυτή  να τον κατείχαν οι Ενετοί. Το χωριό όμως Σαγιάδα -ένα κομψότατο χωριό με ήμερη και μαλακή γυρωτοπιά και με υπέροχη προς το Ιόνιο θέα- πρέπει να ήταν έξω από τον έλεγχό τους  ».

Κατά τον  Γ. Πλουμίδη: «…μπορούμε εύλογα να θεωρήσουμε ότι στους Βενετούς από το 1386 ανήκε ο όρμος Σαγιάδας, ενώ αργότερα οι Τούρκοι κατείχαν τον οικισμό που ήταν στα ενδότερα.»1

Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε αυτό που γίνεται, ίσως, αιτία σύγχυσης. Γραπτές πηγές αναφέρουν Σαγιάδα -ή στο πληθυντικό- Σαγιάδες και εννοούν άλλοτε τα δυο μαζί, λιμάνι και χωριό, και άλλοτε μόνο το ένα. Τις πιο πολλές φορές αναφέρονται στο λιμάνι. Ωστόσο, λιμάνι και χωριό συνδέονται αναπόσπαστα κι αποτελούν τη Σαγιάδα, τουλάχιστον στα μεταγενέστερα χρόνια.

 

Ο οικισμός της Σαγιάδας 

Κατά τον Αθ. Κίτσο, ο οικισμός Saliades (Σαγιάδες) βρισκόταν πρώτα στην παραλία, αλλά λόγω νοσηρότητας του κλίματος είτε για λόγους ασφαλείας οι κάτοικοί του ανέβηκαν στο βουνό. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Ειπώθηκε ήδη ότι ο τόπος κατοικήθηκε από πολύ παλιά, από τους ελληνιστικούς ή και τους αρχαίους ακόμη χρόνους. Στους ίδιους χρόνους πρέπει να ανάγεται και ο οικισμός της παλιάς Σαγιάδας. Πιθανότατα ήταν ένας μικρός οικισμός αρχόντων και πλουσίων, μια ακρόπολη, καταφύγιο σε καιρό επιδρομών. Με τον καιρό έγινε τόπος μόνιμης κατοικίας όλων όσων εργάζονταν στα παράλια και στον κάμπο. Και ο λόγος δεν ήταν τόσο η νοσηρότητα όσο ήταν η ασφάλεια. 

Γράφει ο Απ. Βακαλόπουλος: «Οι πληθυσμοί πολλών ελληνικών χωρών αναγκάζονται να καταφύγουν προς στα ορεινά[…]Τα πρώτιστα στοιχεία που έπρεπε να εξασφαλίσουν ήταν η ασφάλεια και το νερό[…] Εκεί κάτω έχουν τις καλύβες ή τα καλύβια τους ». Αυτό έγινε και εδώ. Όσοι διέμεναν σε καλύβες, χαμηλά στους τόπους εργασίας τους, ανέβηκαν στον οικισμό ψηλά στο βουνό. Έτσι ολοκληρώθηκε ο οικισμός της παλιάς Σαγιάδας, όπως τον συναντάμε στους νεότερους αιώνες.

Κάτι ανάλογο έγινε με τις συγκεντρώσεις σκόρπιων αγροτικών σπιτιών, κατά τον C.Bosset, στα μέρη της Πάργας , όπως και με τους οικισμούς μικρού μεγέθους σε άλλα μέρη για τους οποίους κάνει λόγο ο Αλεξάκης . Το ίδιο παρατηρήθηκε και στην Πλεσίβιτσα: «Εγκατέλειψαν τους μικρούς συνοικισμούς και τις αγροτοκατοικίες και λόγω του φόβου και των δυσκολιών της ζωής, συσπειρωθήκανε δια να συζήσουνε αλληλοπροστατευόμενοι και αλληλοβοηθούμενοι  ».

Οι κατοικούντες στο νέο οικισμό ήταν σε θέση να αγναντεύουν σ΄ όλο το βάθος της θάλασσας ως την Κέρκυρα και ως πέρα στον κόλπο της Ηγουμενίτσας, ενώ ο ορεινός όγκος στο βορρά και η απότομη κλίση του εδάφους στο νότο καθιστούσαν τη Σαγιάδα μια φυσική ακρόπολη με το κάστρο της χτισμένο πάνω σ΄αυτή. Η πλεονεκτική θέση της και οι παραγωγικές πηγές που διέθετε την κατέστησαν βασική κωμόπολη της περιοχής. Σε κατάστιχα του 15ου αιώνα η Σαγιάδα συγκαταλέγεται στους οικισμούς που αριθμούν πάνω από 150 χανέδες, δηλ. οικογένειες .

Το λιμάνι και οι αλυκές

Ο αρχαιολόγος Γ. Ρήγινος εξηγεί πώς αναπτύχθηκε η περιοχή: «η αύξηση των θαλασσίων μετακινήσεων κατά τη μέση Βυζαντινή περίοδο και η εκμετάλλευση των αλυκών της Σαγιάδας προσέδωσαν αίγλη στην περιοχή».

Πράγματι, η ζωή του τόπου μας είχε να κάνει περισσότερο με τις αλυκές και τη θάλασσα και λιγότερο με τον κάμπο ή τα βοσκοτόπια. Το αλάτι ήταν εκείνη την εποχή το πολυτιμότερο αγαθό, γιιατί ήταν το βασικό μέσο συντήρησης των τροφίμων. Πάστωναν μ΄αυτό τα ψάρια, τα κρέατα και τα τυριά, για να τα προωθήσουν στις διάφορες αγορές. Μπορούσαν έτσι να παραχθούν μεγάλες ποσότητες απ΄αυτά. Συγχρόνως έκαναν εξαγωγή του αλατιού που τους περίσσευε. Τα καραβάνια με τα μουλάρια στην ξηρά και τα καΐκια στη θάλασσα μετέφεραν το «λευκό χρυσό», που ήταν περιζήτητος, στις κοντινές και μακρύτερες περιοχές.

 Το λιμάνι της Σαγιάδας, λοιπόν, παρόλο που ήταν ρηχό και ανοιχτό στους ανέμους, άρχισε από τη βυζαντινή περίοδο να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σ΄όλη την Ήπειρο και τη βόρεια Ελλάδα.

Φαίνεται περίεργο που επιλέχτηκε η θέση αυτή για λιμάνι και όχι ο κόλπος του Παγανιά ή του Φτελιά  , κολπίσκοι ασφαλείς από τους ανέμους και πλησιέστεροι στην Κέρκυρα. Η πιθανότερη εξήγηση είναι ότι η σκάλα της Σαγιάδας ήταν κοντά στις αλυκές και τα ιχθυοτροφεία.

Το Σκάλωμα, όπως αποκαλούν τη σκάλα Σαγιάδας οι ντόπιοι, έγινε γνωστό σε πολύ κόσμο και αναφέρεται συχνά σε έγγραφα των χρόνων της Ενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας. «Η Σαγιάδα, η Bastia των Ενετών, θεωρούνταν από αυτούς σπουδαίο εμπορικό κέντρο από του 15ου αιώνα. Στο λιμάνι αυτό της ηπειρωτικής ακτής έφταναν εμπορεύματα από τα Γιάννενα, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Βλαχία, για να περάσουν απέναντι στην Κέρκυρα» . Και αντιστρόφως, τα προϊόντα που διακινούνταν από τα λιμάνια της δυτικής Μεσογείου προς τη δυτική και τη βόρεια Ελλάδα, ξεφορτώνονταν στην Κέρκυρα και από εκεί μεταφέρονταν στο Βουθρωτό  και στη Σαγιάδα, για να φορτωθούν σε καραβάνια και να πάνε στα Γιάννινα, τη Λάρισα, τη Θεσσαλονίκη, ακόμα στην Πόλη και τη Βλαχία.

Η Σαγιάδα δηλαδή χρωστούσε την εμπορική σημασία της στην πυκνή επικοινωνία, που είχε αναπτυχθεί μεταξύ Ιωαννίνων και Κέρκυρας και στις σημαντικές εξαγωγές ζώων και άλλων εμπορευμάτων για τις αγορές των Ιονίων  . Υπήρξε ενδιάμεσος σταθμός μεταξύ Κέρκυρας και Ιωαννίνων. Το ζωεμπόριο συνεχιζόταν μέχρι και πρόσφατα. Και

στις μέρες μας οι Σαγιαδινοί ζωέμποροι Παύλος Ρεντζέλος, Γιώργος Προκόπης, Γιώργος Γκόγκος, Σπυρίδων Μάικας, φόρτωναν ζώα από το Σκάλωμα για τα κρεοπωλεία της Κέρκυρας. Τώρα όμως, οι περισσότερες μεταφορές γίνονταν από το λιμάνι της Ηγουμενίτσας.

Εντύπωση κάνει η προβλήτα του λιμανιού που και σε μεταγενέστερες φωτογραφίες αποτελείται από ένα λιθοσωρό. Πώς γίνεται οι Βενετσιάνοι να μην είχαν φτιάξει κάτι καλύτερο; Μήπως ήταν ξύλινη ή ξερολιθιά και κατέρρευσε με τον καιρό;

Ο καθηγητής Γ. Πλουμίδης αναφερόμενος στο όρμο Σαγιαδας λέει ότι:

«λόγω του μικρού βάθους δεν προσφερόταν στα συνήθη πλοία, αλλά χρησίμευε ως διαμετακομιστικός σταθμός προς και από την πόλη της Κέρκυρας, προς την οποία βρίσκεται σε ευθεία γραμμή. Τα καράβια ξεφόρτωναν στην Κέρκυρα και βάρκες μετέφεραν τα εμπορεύματα στη Σαγιάδα και παρελάμβαναν από αυτήν άλλα » και συμπληρώνει: «Εξάλλου, σύμφωνα με τους δρομοδείκτες, η Σαγιάδα ήταν το κύριο λιμάνι των καραβανιών για τα Ιωάννινα». Συνέβαινε βέβαια και αυτό. Έδεναν, ωστόσο, αρόδο  και μεγάλα ιστιοφόρα στο Σκάλωμα.

Με την ευκαιρία, σημειώνουμε τον τρόπο κωπηλασίας στα μεγάλα καράβια όπως τον περιγράφει ο Henry Holland: «οι άντρες στέκονται όρθιοι με τα πρόσωπά τους στραμμένα προς τη πλώρη και κάνουν την κίνηση των κουπιών από το στήθος αντί προς αυτό, όπως συνηθίζουμε εμείς στις δικές μας θάλασσες  ».