5.Η Βενετοτουρκική διαμάχη


Κεφάλαιο Πέμπτο

H BENETOΤΟΥΡΚΙKH ΔIAMAXH (15ος -18ος αιώνας)

 Η Σαγιάδα στη δίνη των Βενετοτουρκικών συγκρούσεων

Η Τουρκοκρατία στην Ήπειρο αρχίζει το 1430, όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν τα Γιάννινα. Την επάνω Σαγιάδα κατέλαβαν το επόμενο έτος (1431) . Δεν κατέλαβαν όμως τα ηπειρωτικά παράλια, ούτε το Στροβίλι φυσικά.

Το Στροβίλι ως το 1458 βρισκόταν στην κατοχή του Αλβανού φύλαρχου Simon Zenebishi, γιού του Gjin Zenebishi, ηγεμόνα του Αργυρόκαστρου. Τη χρονιά αυτή το παρέδωσε στους Ενετούς, οι οποίοι τον είχαν βοηθήσει κατά την κατασκευή του κάστρου. Στη συνέχεια οι Ενετοί το παραχώρησαν στους Τούρκους ύστερα από συνθήκη, αλλά ξανάγιναν κάτοχοί του (οι Ενετοί) το 1473 .

Γενικά, στα δυτικά παράλια της Ηπείρου κυριαρχούσε η φραγκοκρατία και συγκεκριμένα «η Βενετοκρατία ήταν ο αληθινός κυρίαρχος στην Ανατολή. Η παρουσία της επιβλήθηκε για αιώνες, παράλληλα με την παρουσία των Τούρκων», γράφει ο ιστορικός Ν. Σβορώνος. Η Κέρκυρα έγινε βενετική κτήση το 1386. Έκτοτε και ως το 1797 η Βενετία ήταν η δεσπόζουσα δύναμη στο νησί. Οι συγκρούσεις της με τους Τούρκους ήταν συνεχείς. Γι΄ αυτό γράφτηκε ότι οι Ενετοί μετέτρεψαν ολόκληρη την περιοχή από την Αυλώνα ως τη Σαγιάδα (Bastia) και ακόμη νοτιότερα σε θέατρο αλλεπάλληλων αντιτουρκικών ενεργειών  . Έχουμε πολλές πληροφορίες από τις οποίες προκύπτει ότι η περιοχή και η Σαγιάδα περιέρχονταν τη μια στους Τούρκους και την άλλη στους Ενετούς. Οι εναλλαγές των κατακτητών γίνονταν με ταχύτητα που εκπλήσσει. Ας τις παρακολουθήσουμε.

Οι Βενετοί «στις αρχές του 15ου αιώνα κατέχουν επίκαιρα σημεία στην ελληνική ηπειρωτική ακτή: το Βουθρωτό, τη Σαγιάδα, την Πάργα, το Φανάρι, τη Ναύπακτο και το Portoferro» . Αλλά το 1452 ο Χατζή μπέης εισβάλλει στη Θεσπρωτία με 10.000 στρατό και παρά την γενναία αντίσταση των κατοίκων καταλαμβάνει τις βενετικές αυτές κτήσεις . Οι Τούρκοι τις κρατούν μόνο δυο έτη. Το 1454 περιέρχονται και πάλι στους Βενετούς . Αυτό συνεχίζεται ως τα τέλη του αιώνα. Έτσι το 1479 ο Τούρκος πασάς, ο Γκετίκ Αχμέτ, έρχεται από την Αυλώνα και καταλαμβάνει τη Βόνιτσα και «για να κλείσει το κατακτητικό του έργο στο Ιόνιο, έσπευσε και κυρίευσε τα ηπειρωτικά οχυρά Μπάστια, Στροβίλι και Φανάρι» .

Βλέπουμε δηλαδή μέσα στον ίδιο αιώνα, το 15ο, να εναλλάσσονται οι αντιμαχόμενοι στον τόπο μας κατά πυκνά διαστήματα. Αλλά και τους αμέσως επόμενους αιώνες το ίδιο σχεδόν φαινόμενο παρατηρείται, όχι όμως με την ίδια συχνότητα.

«Δια της συνθήκης του 1530 τα ηπειρωτικά εξαρτήματα (των Ιονίων νήσων) περιήλθον εις την Τουρκίαν εκτός του Βουθρωτού και της Πάργας».   Το 1537 ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Α΄ επιτέθηκε και κατέλαβε τα φρούρια της Πάργας, του Στροβιλίου και του Βουθρωτού που κατείχαν οι Ενετοί και ρήμαξε όλη την παραλιακή λωρίδα της περιοχής . To 1570 επέδραμε στη Σαγιάδα ο Κερκυραίος Φραγκίσκος Σφενδόνης για λογαριασμό των Βενετών .

Το 1573 με τη συνθήκη ειρήνης Τουρκίας και Βενετίας «η Γαληνοτάτη Δημοκρατία έχανε οριστικά την Κύπρο, έδινε πίσω στην Τουρκία τα Σύββοτα, αλλά έπαιρνε όλες τις οχυρές θέσεις που είχε χάσει στην Αλβανία και Ήπειρο…»  

Το 1615 (25 Μαϊου) ο Ασλάν πασάς των Γιαννίνων κυβερνά και τα σκαλώματα της έναντι ηπειρωτικής ακτής.  

Το 1659 πάλι βρίσκουμε διοικητή στη Σαγιάδα τον Τούρκο Καπλάν Πασά    . Με τη συνθήκη όμως του Πασσάροβιτς της 21-7-1718… «τα Επτάνησα μαζί με τη λωρίδα εδάφους επί της ηπειρωτικής ακτής του Ιονίου πελάγους που περιλάμβανε τας πόλεις Βουθρωτό, Σαγιάδα, Ηγουμενίτσα, Πάργα,

Πρέβεζα και Βόνιτσα παρεχωρήθησαν στην Βενετικήν πολιτεία ». Παραμένουν σ΄ αυτή μέχρι τον Ιούνιο του 1797, μέχρι την κατάλυση δηλ. της Βενετικής κυριαρχίας. Το έτος αυτό περνούν στους Γάλλους και το 1799 ξανά στους Τούρκους , για να καταλήξουν το 1806 στον Αλή Πασά των Ιωαννίνων Διατελούν υπό την κυριαρχία του μέχρι το θάνατό του, το 1822, οπότε περιέρχονται και πάλι στην κυριαρχία του Σουλτάνου. Αλλά για αυτά που συνέβησαν το 19ο αιώνα θα μιλήσουμε διεξοδικά στα επόμενα κεφάλαια.

O τόπος μας, λοιπόν, κατέληγε από τον ένα δυνάστη στον άλλον με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

 

Η εμπορική κίνηση στο Σκάλωμα

 Επί τέσσερις σχεδόν αιώνες βλέπουμε να διαρκεί η διαμάχη μεταξύ Τούρκων και Βενετών, που επηρεάζει και την περιοχή των δυτικών παραλίων της Ηπείρου, όπου ανήκει και η Σαγιάδα. Παρά όμως τις τόσες δοκιμασίες και τα δεινά, η ζωή συνεχίζεται. Σ΄ αυτή μάλιστα την περίοδο, η οικονομική και πνευματική ανάπτυξη της Ηπείρου υπήρξε εντυπωσιακή . Μετά τη λήξη των εχθροπραξιών ο κόσμος επανέρχεται στις δουλειές τους. Κυκλοφορούν χωρίς δυσκολίες, ανεξάρτητα από το αν ο Βενετσιάνος κατείχε το Σκάλωμα και ο Τούρκος το χωριό. Στην έκταση των συνόρων των δύο επικρατειών υπήρχε ρευστότητα, γράφει ο Γ. Πλουμίδης. «Σε αγροτικές περιοχές…αλλά και όπου υπήρχαν καθημερινές ανάγκες για ανταλλαγή, εμπορία και μεταφορά προϊόντων, η χάραξη συνόρων με τη σημερινή έννοια ήταν ανέφικτη ».

Εκθέσεις προς τον δόγη της Βενετίας επιβεβαιώνουν τον πολύ σημαντικό ρόλο που διαδραμάτιζε επί αιώνες το Σκάλωμα. «Συνέρρεον σ΄αυτό ήδη από το 15ον αιώνα τα προϊόντα των Ιωαννίνων, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, Βλαχίας  », λέει και ο Βενετός πρόξενος.

Το 1510 συναντώμεν εμπόρους Ιωαννίτες στην πόλη των Δόγηδων που «διεξήγουν εμπόριον εισαγωγών και εξαγωγών μεταξύ Ιωαννίνων και Βενετίας, μέσω Σαγιάδος και Κερκύρας». Τα εμπορεύματα φορτώνονταν επί πλοιαρίων για να μεταφερθούν στην Κέρκυρα  .

Ο Τούρκος περιηγητής Eβλιά Τσελεπή έγραφε το 1670, αναφερόμενος στο Σκάλωμα, ότι για τον εκτελωνισμό των εμπορευμάτων υπάρχει εκεί αντιπρόσωπος του Σουλτάνου. Εισπράττει σα νοίκι σαράντα φορτία ακτσέδων1 το χρόνο. Αυτός εισπράττει από τους αλλόθρησκους (τους Χριστιανούς) ιδιαίτερο δικαίωμα από το εμπορικό κέρδος, καταγράφει όλα τα εμπορεύματα που εισέρχονται και εξέρχονται για να πουληθούν2. Στη Σαγιάδα υπήρχαν το 1675 προξενικοί πράκτορες της Αγγλίας, της Γαλλίας και Ολλανδίας, της Ενετίας3.

Και ο Απ.Βακαλόπουλος γράφει ότι οι Ιωαννίτες στις αρχές του 18ου αιώνα έφερναν 100 μπάλες από μετάξι από τη Θεσσαλομαγνησία και 6.000 καντάρια κερί και 4.000 βουβαλοδέρματα από τη Μολδοβλαχία. Τα εμπορεύματα αυτά τα εξήγαν μέσω Σαγιάδας και Κέρκυρας στη Βενετία. Αντίθετα αποκεί εισάγονταν ελληνικά εκκλησιαστικά βιβλία, βιομηχανοποιημένα προϊόντα (μαχαίρια, πιρούνια κλπ.), μεταξωτά υφάσματα, κατιφέδες, χαταγιά, γυαλιά, καπέλλα, φέσια, βιβλία, χαρτί, καθρέφτες, χρυσάφι φίνο και ψεύτικο (φάλτσο) για χρυσοκεντήματα και άλλα αντικείμενα4.

«Η εμπορική σημασία της Ηπείρου προκάλεσε νωρίς το ενδιαφέρον της Γαλλίας…Γάλλοι έμποροι εγκαταστάθηκαν στην Άρτα και στην πόλη αυτή ιδρύθηκε το 1702 προξενείο με υποπροξενεία στην Πρέβεζα, στη Σαγιάδα, στην Αυλώνα, στο Μεσολόγγι, στη Ναύπακτο, στη Λευκάδα5». Αλλά η πρώτη έδρα του γαλλικού προξενείου ήταν η Σαγιάδα με πρόξενο τον Garnier6. Ο Γάλλος αυτός πρόξενος γράφει σε επιστολή του για τη σημαντική αξία του λιμανιού της Σαγιάδας και σε αναφορά του, τον ίδιο χρόνο, κάνει τη διαπίστωση ότι η ίδρυση του γαλλικού προξενείου Σαγιάδας απομάκρυνε τον κίνδυνο αυτόν (των πειρατών και κουρσάρων), σε σημείο που η Σαγιάδα ν΄ αποτελεί την πιο ασφαλή σκάλα της Ανατολής7.

 

είχε τέρμα της διαδρομής του τη Βενετία (Νινέττα Χ. Λάσκαρη, Κέρκυρα, 12Ο2-1864, Ι. Σιδέρης, 1998, σ.63). Και κατά τον Γεώργιο Σκάγια (Η Πλεσίβιτσα, σ.29) στο Σκάλωμα έπιαναν παλαιότερα ιστιοφόρα και μετέπειτα καράβια αυστριακά από την Τεργέστη.

Εντούτοις επιλέγει να μεταφέρει την έδρα του προξενείου στην Άρτα, γιατί το λιμάνι της Σαγιάδας δεν είχε τις απαραίτητες υποδομές .

Όμως, στις αρχές του 18ου αιώνα η Σαγιάδα, χάρη στην εκστρατεία του Καρά Μουσταφά το 1716 εναντίον της Κέρκυρας, απέκτησε και σπουδαία για την εποχή της συγκοινωνία. Το δεύτερο μισό του ίδιου αιώνα οι πληροφορίες λένε ότι καταβάλλονταν για διόδια στη Σαγιάδα 3 πιάστρα, στους Φιλιάτες  πιάστρα, στη γέφυρα Ράικου 6 και 1 πιάστρο στα Ιωάννινα  .

 

 Τόπος πολιτισμικής διασταύρωσης και περιπετειών

Από όσα ειπώθηκαν, συνάγεται ότι ο τόπος των δυτικών παραλίων της Ηπείρου γνώρισε πολλούς κυρίαρχους και είναι τόπος που διασταυρώθηκαν αρκετοί πολιτισμοί. Εκτός από τους Ενετούς διεκδίκησαν τον τόπο οι ηγεμόνες του Δεσποτάτου της Ηπείρου, οι Ανδεγαυοί, οι Γάλλοι και -φυσικά- οι Τούρκοι. Οι Σλάβοι είχαν προηγηθεί όλων αυτών στην Ήπειρο και στον ελλαδικό χώρο, οι δε Αλβανοί ήταν παρόντες στον τόπο μας από το 14ο αιώνα. Αυτό σημαίνει πολεμικές περιπέτειες, αλλά και πολιτισμικές διασταυρώσεις. Κάποιοι μίλησαν και για «πολιτισμική σύγχυση» στα παράλια.

Τα μεσογειακά χωριά της Τσαμουριάς διατέλεσαν από τα μέσα του 15ου αιώνα και μετά συνεχώς κάτω από την κυριαρχία των Τούρκων, εκτός των πολύ ορεινών οικισμών, στους οποίους δύσκολα έφτανε ο κατακτητής. Αντιθέτως, τα ηπειρωτικά παράλια ήταν σε διαρκή επικοινωνία και επαφή με τα Επτάνησα, στα οποία κυριαρχούσαν λαοί της Δύσης. Η Κέρκυρα είχε την τύχη να μη γνωρίσει τουρκική κατοχή. Διατέλεσε όλα αυτά τα χρόνια μόνο κάτω από την κυριαρχία των Δυτικών. Η Σαγιάδα, ευρισκόμενη ακριβώς απέναντι από την Κέρκυρα και σε απόσταση μιας δρασκελιάς από αυτή, τελούσε συχνά υπό την κατοχή των ίδιων δυνάμεων. Επόμενο ήταν να επηρεασθεί σε κάποιο βαθμό και αυτή από τη δυτική κουλτούρα, χωρίς να παύσει βεβαίως να δέχεται τις επιδράσεις των ανθρώπων του φυσικού της χώρου, που ήταν η Ήπειρος.

Αλλά και η επικοινωνία του χωριού με την Κέρκυρα ήταν καθημερινή. Σαγιαδινοί πήγαιναν στη «Χώρα» τους συχνά για κάθε είδους υποθέσεις και όχι μόνο για εμπορικές συναλλαγές. Σε σχολεία της είχαν φοιτήσει κάποιοι νέοι, ελάχιστοι βέβαια, της Σαγιάδας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Οι γυναίκες της Σαγιάδας, λέει η Ιουλία Αναστασιάδη, αναφερόμενη στα νεότερα χρόνια, ντύνονταν όπως στην Κέρκυρα1. Και των ανδρών η ενδυμασία είχε από νωρίς κατά κάποιο τρόπο εξευρωπαϊστεί. Φορούσαν παντελόνια και κασκέτο. Οπωσδήποτε, διαφέραμε σε πολλά από τους άλλους Τσάμηδες, Μουσουλμάνους και Χριστιανούς.

Τα ασπρίσματα με ασβέστη παντού, ακόμα και στους αρμούς που σχηματίζουν οι πλάκες της σκάλας ή της αυλής των σπιτιών, η υποδειγματική καθαριότητα (οι δυτικοίπεριηγητές τόνιζαν καθυπερβολή την έλλειψη καθαριότητας στα μέρη μας που επισκέπτονταν), όπως και κάποια φαγητά και ο τρόπος μαγειρέματός τους (το ψάρι μπουρδέτο, το παστίτσιο, το στιφάδο,ο «μπακαλιάρος» σκορδαλιά, όλα της Βενετσιάνικης κουζίνας κατά τη Νινέττα Λάσκαρι) έδιναν το ξεχωριστό χρώμα στο χωριό μας. Και στα έθιμα του γάμου υπήρχαν διαφορές. Δεν προηγούνταν του ψικιού (της γαμήλιας πομπής), για παράδειγμα, καβαλάρηδες με σημαία, όπως συμβαίνει ακόμη σε πολλά χωριά της Θεσπρωτίας.

Οι Σαγιαδινοί είχαν ένα αίσθημα υπεροχής απέναντι στους κατοίκους των άλλων χωριών της Θεσπρωτίας, τους «Ντάτσηδες», τους «Γκραίκους» ή τους «Αρβανίτες». Αγνοούσαν, προφανώς, ότι οι Γκραίκοι που κατοικούσαν στα ορεινά χωριά παρέμεναν γνήσιοι Έλληνες. Βρίσκονταν όμως μακριά από τα παράλια και από κάθε επικοινωνία με τους πολιτισμένους λαούς της Δύσης και γι΄αυτό υστερούσαν.

 Για τον πολιτισμό που εισήγαγαν οι Ευρωπαίοι στις χώρες που επικρατούσαν κάνει λόγο το απόσπασμα που παραθέτουμε από μια εισαγωγή της ανθολογίας ποιήσεως του Μ. Γ. Μερακλή: «Οι Φράγκοι… εισήγαγαν έναν έτοιμο πολιτισμό στα Ιόνια νησιά και την Κρήτη», εν αντιθέσει με τους «Τούρκους, των οποίων το επίπεδό τους ήταν τόσο χαμηλό, που τσαλαπατούσαν και έσβηναν με τις οπλές των αλόγων τους και τη βαρβαρότητα των ορδών τους…τον ελληνικό πολιτισμό του Μεσαίωνα  ».

 Επίσης, ο Bosset γράφει ότι οι δεσμοί των Παργινών με τους Βενετούς και τους νησιώτες συνέβαλαν στη διαφοροποίησή τους από τους κοντινούς τους πληθυσμούς στους τρόπους, στη γλώσσα, στην ενδυμασία. Σε κάποιο βαθμό αυτό παρατηρήθηκε και στη Σαγιάδα.

Οι διαφορές των Σαγιαδινών και από τους άλλους Ηπειρώτες της ενδοχώρας, ακόμη και από κοντινούς, στη γλώσσα και σε ποικίλες εκφάνσεις της πολιτιστικής ζωής, είναι φανερές. Αυτό, το ξαναλέμε, δε σημαίνει ότι η Σαγιάδα ήταν ξεκομμένη από την ενδοχώρα και δεν υφίστατο τις επιδράσεις των ανθρώπων της. Πόσο μάλλον που υπήρξαν και μαζικές εγκαταστάσεις οικογενειών στο χωριό μας από τα βορεινότερα χωριά, όπως φαίνεται από αυτά που εκθέτουμε σε προηγούμενο κεφάλαιο.

 

Να πούμε, παρεμπιπτόντως, ότι δεν πρέπει να θεωρηθεί πως οι Δυτικοί ήταν πάντα οι καλοί, οι ευεργέτες μας. Είναι ευνόητο ότι ενεργούσαν κατά το συμφέρον τους και μόνο. Πολλές φορές μάλιστα προκαλούσαν την αποστροφή και το μίσος ακόμη στους ομοθρήσκους τους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όχι μόνο για τις πολεμικές περιπέτειες στις οποίες τους ενέπλεκαν, αλλά και για τη συμπεριφορά τους ως άλλου κατακτητή.