6.Σκοτεινά Χρόνια


Κεφάλαιο Έκτο

ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ

Εξισλαμισμοί και μεταναστεύσεις πληθυσμών

Επί Οθωμανοκρατίας η κάθε περιοχή διαμόρφωσε ιδιότυπο καθεστώς που καθορίστηκε από τον τρόπο με τον οποίο κατακτήθηκε. Έτσι πολλές περιοχές, όπως τα Γιάννινα, το Μέτσοβο, τα Ζαγοροχώρια (για να περιοριστούμε στη Ήπειρο) είχαν εξασφαλίσει προνόμια που έκαναν λιγότερο επώδυνη την τουρκική σκλαβιά. Προνόμια είχε και η Πλεσίβιτσα της κυρά Βασιλικής, συζύγου του Αλή πασά, για κάποια μεταγενέστερη περίοδο.

Γενικά φαίνεται ότι κάθε τόπος είχε τη δική του μεταχείριση από τον κατακτητή, από την πιο σκληρή, έως και την ευνοϊκότερη. Όμως, από τις αρχές του 17ου αιώνα, η κατάσταση στην Ήπειρο άρχισε να μεταβάλλεται. Η κατάργηση των προνομίων  είχε ως αποτέλεσμα βίαιους εξισλαμισμούς στις βόρειες περιοχές της και την αραίωση του πληθυσμού, ενώ συγχρόνως άρχιζε η μετανάστευση προς τα γειτονικά νησιά του Ιονίου και προς την Ιταλία .

Πολύ πιθανό να καταστράφηκε τότε το χωριό Μαυρομαντίλα που αναφέρει ο Σκέντος. Οι επιδρομείς, λέει, κατέσφαξαν όλους τους άντρες και οι γυναίκες φόρεσαν μαύρα μαντίλια, γι΄αυτό και πήρε το όνομα Μαυρομαντίλα. Το ίδιο έγινε και με το χωριό Μαντούκα, που το κατέστρεψαν και οι κάτοικοί του πήγαν στην Κέρκυρα και έχτισαν το προάστιο Μαντούκι. Τότε ιδρύθηκε στην Κέρκυρα ο ναός της Παναγίας των Ξένων. Αυτά διασώζει η παράδοση, λέει ο Σκέντος, και φυσικά γράφονται εδώ με επιφύλαξη  . Είναι όμως πολύ πιθανά, γιατί και ο Απ. Βακαλόπουλος στην Ιστορία του γράφει ότι «…ως τον Οκτώβριον του 1627 είχαν καταφύγει στην απέναντι Κέρκυρα 5.000 περίπου κάτοικοι της Ηπείρου”. Και “Οι κατά καιρούς μετατοπίσεις των Ηπειρωτών και Αλβανών κατοίκων στην απέναντι Κέρκυρα, που συνεχίστηκαν ως τα τελευταία χρόνια, είχαν μεγάλες επιδράσεις….στον πολιτισμό των κατοίκων. Ίδρυμα θρησκευτικό των εποίκων αυτών είναι η λεγόμενη Παναγία των Ξένων στα 1689 ».

Υποστηρίζεται από ιστορικούς ότι οι Οθωμανοί δεν ήταν ιδιαίτερα αυστηροί απέναντι στους χριστιανούς και τους οπαδούς των άλλων θρησκειών . Υπήρξαν ανεκτικοί και επικρατούσε, ως ένα βαθμό, ανεξιθρησκία. Γίνονταν όμως σκληροί και αδίστακτοι σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αυτές των εξεγέρσεων. Το 1611, με αφορμή το κίνημα του Διονυσίου Φιλοσόφου, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν πρωτοφανείς διώξεις κατά των Χριστιανών, οι οποίες τους ανάγκασαν να μεταναστεύσουν. Η Ήπειρος υπέστη τότε καταστροφές τέτοιες που έκαναν τους δυστυχείς ραγιάδες να στραφούν κατά του επαναστάτη ιερωμένου (τον είπαν, μαζί με τους Τούρκους, Σκυλόσοφο).

Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι του δημοτικού τραγουδιού για το Διονύσιο:

Δεσπότη μου, τί σήκωσες τον κόσμο στο σεφέρι και ρήμαξαν τα Γιάννενα και ρήμαξε ο τόπος; Μείναν τα σπίτια αδειανά, γεμίσαν τα χανδάκια κι ο Τούρκος δεν απόσωσε να κόβει και να καίει!…

 Η ταραγμένη ατμόσφαιρα στην Ήπειρο, ιδίως στα παράλιά της, εξακολουθεί και στα επόμενα χρόνια . Κορυφώθηκαν οι διώξεις μετά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774  . Και ο Γ. Σκάγιας μιλάει παραστατικά για τους διωγμούς του 18ου αιώνα: «..φόβος παντού, διωγμός τρομερός, πιέσεις για υποταγή, για δήμευση της περιουσίας, για εισπράξεις φόρων και προπαντός για αλλαξοπιστία.» Και οι συνέπειες φοβερές! «διωγμοί και εξισλαμισμοί στα γύρω χριστιανοχώρια και όχι μόνο: Αγία Βαρβάρα (Βέρβα), Άγιο Μάρκο (Μαρκάτι), Άγιο Παντελέημονα, Άγιο Κωνσταντίνο (Κώτσικα), Λιόπεση (Λιόψη), Σπάτα (Σπάταταρη), Μενίνα (Μενίδι) και άλλα που βρίσκονταν σε όλα τα ευφορώτερα μέρη ». Αυτά λέει τούρκεψαν και πολλοί κάτοικοι απ΄αυτά τα χωριά, οι οποίοι δεν αλλαξοπίστησαν έφυγαν διωγμένοι και κυνηγημένοι (Τα ίδια που λέει και ο Ν.Σκέντος). Καλλιεργείται τότε «το εχθρικό πνεύμα των ρωμιογύριστων Αρβανιτάδων» κατά των ελληνικών πληθυσμών. Και αφηγείται ο Σκάγιας γεγονότα που σχετίζονται με το χωριό του Πλεσίβιτσα και των οποίων τις συνέπειες φαίνεται πως διέσωζε ακόμη στην εποχή του  η συλλογική μνήμη.

 Στα όσα εξιστορούνται για αθρόους εξισλαμισμούς ελληνόφωνων πληθυσμών, πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί . Αφορούν κυρίως σε αλβανόφωνους χριστιανούς και άτομα της άρχουσας τάξης. Αυτοί υπέκυπταν εύκολα στον πειρασμό της αλλαξοπιστίας. Έτσι εξηγείται που όλοι οι μωαμεθανοί της Τσαμουριάς ήταν αλβανόφωνοι. Και αυτοί ήταν που μεταμορφώνονταν σε αμείλικτους διώκτες των συμπατριωτών τους χριστιανών. Η Σαγιάδα, η Πλεσίβιτσα και γενικά τα ελληνόφωνα χριστιανοχώρια της Τσαμουριάς παρέμειναν πιστά στη θρησκεία τους, τη γλώσσα και το φυλετικό τους φρόνημα .

Ο Α. Νταλαμάγκας  επισημαίνει και μια άλλη μεγάλη περιπέτεια του υπόδουλου γένους. Αναφέρεται στο απάνθρωπο παιδομάζωμα των Ελληνοπαίδων το 16ο και 17ο αιώνα από την Οθωμανική αυτοκρατορία και θυμίζει τους περήφανους στίχους του λαϊκού τραγουδιστή, που απηχούν τη λεβεντιά των κατοίκων του Δελβίνου και της Τσαμουριάς. 

Δέλβινο και Τσαμουριά δεν τα δίνουν τα παιδιά…

 

Αυθαιρεσίες και χάος

(«Κράτος εν κράτει» και οι αγάδες της Θεσπρωτίας)

Η ατμόσφαιρα της υπόδουλης ζωής ήταν πάντα βαριά. Ο Τούρκος ήταν ο δεσπότης και ο Έλληνας ο ραγιάς . Ο Τούρκος αγάς περιφερόταν ραχατλίδικα φοβερίζοντας. Άρπαζε ή παράγγελνε ό,τι του έκανε κέφι, χωρίς να πληρώνει και χωρίς να δίνει λόγο σε κανέναν. Οι ποικιλώνυμοι αγάδες και μπέηδες αποτελούσαν αληθινό «κράτος εν κράτει» μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία . Η χαλαρή τουρκική διοίκηση και η ελαστικότητα με την οποία εφαρμόζονταν οι νόμοι αύξανε την αρπακτικότητα και δημιουργούσε αληθινό χάος, που ευνοούσε την αυθαιρεσία. Και τα θύματα αυτής της κατάστασης ήταν κατά κύριο λόγο οι Ρωμιοί.

Ίδια κατάσταση επικρατούσε και στη Θεσπρωτία. Οι Σαγιαδινοί είχαν στριμωχτεί άγρια από τους συμπατριώτες τους Μουσουλμάνους. Η εδαφική έκταση της Σαγιάδας -το λέμε κι αλλού- ήταν πολύ περιορισμένη. Οι εδαφικές εκτάσεις της Λιόψης ήταν πάντα πολύ μεγαλύτερες από αυτές της Σαγιάδας. Κάποιος μουσουλμάνος Τσάμης, ο Σερίφης, είχε κτήμα λίγα μέτρα πριν το λόφο Καστρί και ένας άλλος είχε ιδιοκτησία του λιβαδότοπο δίπλα στα Μανταίικα της παλιάς Σαγιάδας. Η Κονίσπολη κατείχε όλη τη Λωρίδα μέχρι τις παρυφές του σημερινού χωριού . Και η ίδια περίπου κατάσταση διατηρήθηκε και μετά το 1913.

Οι Χριστιανοί σε σπάνιες περιπτώσεις έβρισκαν το δίκιο τους. Ο Σκέντος αναφέρει μια τέτοια περίπτωση: στα παλιότερα χρόνια, οι κάτοικοι της Λιόψης ζήτησαν να περιορίσουν τα όρια της Σαγιάδας. «Ήθελαν να μας περιορίσουν στον κάμπο τα όρια. Χάναμε κάπου χίλια στρέμματα» και το δικαστήριο δεν τους δικαίωσε. Αυτοί θεώρησαν υπεύθυνο το Σαγιαδινό Αναγνώστη Σκέντο, που έτυχε τότε να είναι μέλος του δικαστηρίου  . Παραφύλαξαν μια βραδιά να τον σκοτώσουν καθώς θα έβγαινε από το σπίτι του. Ήταν Πασχαλιά, νύχτα της Ανάστασης. «Κάμανε όμως λάθος και σκότωσαν τον προπάππο μου, καθώς πήγαινε στην εκκλησία με τη φουστανέλα του και το φανάρι στο χέρι», λέει ο αφηγητής μας.

Με μελανά χρώματα περιγράφει την κατάσταση επί τουρκοκρατίας και ο υπέργηρος  συγχωριανός μας Δημήτριος Αντωνίου, τον οποίο αναφέρουμε και αλλού. Αυτός μίλησε και για βιασμούς κοριτσιών των Χριστιανών. Οι γονείς τους, με πόσο άραγε άφατο πόνο και ντροπή, αναγκάζονταν να πουν τη φοβερή κουβέντα: «Καλύτερα βιασμένες παρά πεθαμένες »! Αυτά βεβαιώνουν και οι ιστορικοί: «Έκαστος στρατιώτης Οθωμανός ως προνόμιον εκέκτητο το αρπάζειν,το τρέφεσθαι, το ατιμάζειν οιονδήποτε χριστιανόν, και το φονεύειν αναφανδόν όν ηρέσκετο ».

Βαριά φορολογία και ανεξέλεγκτοι φοροεισπράκτορες λυμαίνονταν τις επαρχίες της Οθωμανικής επικράτειας. Το χαράτσι και το αγαλίκι γονάτιζαν το ραγιά.

Το χωριό, σύμφωνα με όσα αφηγείται ο Νικόλας Σκέντος, είχε αγά φύλακα «της ζωής, της τιμής και της περιουσίας και κατά το προ του 1900» διάστημα. Αυτός από την Κονίσπολη, ο Σουλιο-Σούρτης, ήταν ανώτερος από χριστιανός (καλύτερος εννοεί). Έμενε ψηλά στου Σούλιου . Ήταν φίλος των Σαγιαδινών.Μια φορά στις σαράντα μέρες πήγαινε στο σπίτι του. Η γυναίκα του, που τον μισούσε γι΄αυτό, τον σκότωσε.

Ο Γιώργος Γιάτσες ισχυρίζεται πως ο αγάς που είχαμε στο χωριό μας, ήταν ο Τζαφέρ Σούλιος από την Κονίσπολη. «Τον τρέμανε όλοι, Τσάμηδες και Αλβανοί. Σε μας ήταν πολύ φιλικός».

O Nικόλα Κόρος διευκρινίζει ότι προστάτης της Σαγιάδας ήταν όντως ο αγάς από την Κονίσπολη, Τζαφέρ Σούλιος, αλλά φύλακας ήταν άλλος φτωχός Μουσουλμάνος τον οποίο πλήρωνε το χωριό. Και αυτό είναι το σωστό. Απ΄ ότι γράφουν ο Σκόπας και ο Χαραμόπουλος το περίφημο αγαλίκι ήταν τα φύλακτρα που πλήρωναν οι κάτοικοι, συνήθως σε είδος, στους φύλακες που έστελναν οι αγάδες στα χωριά.

Και ο Σουλιο-Σούρτης, ο φύλακας από την Κονίσπολη, δεν ανήκε στους αγάδες. Αλλά ήταν πολύ καλός. Στο πανηγύρι της Πασχαλιάς καθόταν με το ντουφέκι, το γκρα, στο φλαμούρι και φώναζε: Βαράτε όργανα, γλεντήστε Χριστιανοί.

Οι Σαγιαδινοί συμφωνούν ότι οι αγάδες της Κονίσπολης ήταν φίλοι . Ύστερα «οι παππούδες μας κολάκευαν τους αγάδες της Κονίσπολης», ομολογεί ο Σκέντος. «Από εδώ δεν είχαμε με κανέναν αγά φιλία». Εννοεί από τους μουσουλμάνους της Λιόψης, του Σμέρτου και της Κώτσικας. Αργότερα, λέει, που ήρθαν στη Λιόψη οι Ντιναίοι, μας φέρθηκαν καλά. Ένας από τους Ντιναίους ήταν που έχτισε το σαράι της Λιόψης.

Παρά τις, γενικά, καλές σχέσεις με τους αγάδες της Κονίσπολης, το γεγονός ότι η επιβίωση του ελληνικού στοιχείου εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από αυτούς τους φύλακες -αγάδες, μπορεί ο καθένας να κρίνει τι σήμαινε για τη ζωή των ραγιάδων.

Υπήρχαν και περίοδοι στα ατέλειωτα χρόνια της Οθωμανοκρατίας, που οι συνθήκες ζωής γίνονταν αφόρητες. Η κατάσταση ήταν τέτοια που δύσκολα περιγράφεται. Ξένος περιηγητής μιλάει για χωρικούς στην Ήπειρο που φορούσαν προβιές και έφεραν στους ώμους τους όπλα. Η έκπτωση ηθών μεγάλη. «Συγχέονταν το δίκιο με την παλικαριά, την κατεργαργιά και την καπατσοσύνη. Επευφημούσαν σαν ήρωα τον πειρατή», είναι αυτά που διαβάζουμε στο σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας του έτους 1985 του Ο.Ε.Δ.Β. Ληστές στη στεριά, κουρσάροι   και πειρατές στα νησιά και τα παράλια λυμαίνονταν τον τόπο και δημιουργούσαν καταστάσεις τραγικές. Ιδιαίτερα όταν ενέσκηπταν και επιδημίες, προπαντός πανούκλα, το κακό απογίνονταν. Η πειρατεία και η πανώλη ήταν που αποψίλωσαν παλιότερα τις ηπειρωτικές ακτές και έδωσαν την ευκαιρία εισβολής στους βόρειους γείτονές μας. Αλλά η δράση κακοποιών στοιχείων, οι αυθαιρεσίες και γενικά το αίσθημα ανασφάλειας συνέχισαν να κατατυραννούν ως στα τελευταία χρόνια της Οθωμανοκρατίας όλους τους υποδούλους -και τους Θεσπρωτούς, όπως θα δούμε και στα επόμενα κεφάλαια.