8.Πώς Επιζήσαμε στην Τουρκοκρατίας


Κεφάλαιο Όγδοο

ΠΩΣ ΕΠΙΖΗΣΑΜΕ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

Οι ραγιάδες  Ρωμιοί και οι «Τούρκοι»

Οι κατακτητές δεν εξόντωναν τους ραγιάδες, γιατί χρειάζονταν να εισπράττουν απ΄αυτούς φόρους. Οι Τούρκοι δεν πλήρωναν φόρους. Είχαν βέβαια οι κατακτητές Οθωμανοί και το φόβο της επέμβασης των χριστιανικών δυνάμεων της Δύσης, προπαντός όμως είχαν την ανάγκη τους. Ήθελαν τους ραγιάδες να δουλεύουν γι΄ αυτούς.

 Οι «Τούρκοι» , λένε Σαγιαδινοί, δεν είχαν όρεξη για τέχνη, δεν έκαναν καμιά δουλειά. Ούτε σφήνα δεν πιάναν στο χέρι τους. Ήταν συνέχεια με το ντουφέκι στον ώμο. «Έθνος πολεμιστών» αποκαλεί τους Αλβανούς και τους Αρβανίτες ξένος ταξιδιώτης  .

Ο Νικόλα Σκέντος λέει ότι τα μαγαζιά στην Κονίσπολη τα είχαν Σαγιαδινοί. Εκμεταλλεύονταν περί τα είκοσι μαγαζιά. Αναφέρει μερικά: τρία είχανε οι Διαμανταίοι, είχαν επίσης οι Φειδαίοι, ο Νάσιο Κοντός, οι Πλαίσιοι, κ. ά. Οι Λιοψιώτες που ζητούσαν να δουλέψουν στις αλυκές δε γίνονταν δεκτοί, γιατί δεν ήξεραν τη δουλειά.

Ούτε με το ψάρεμα καταγίνονταν ούτε με το εμπόριο. Το εμπόριο το είχαν Έλληνες ή Εβραίοι. Όταν μετά το 1914 υποβιβάστηκε το τελωνείο, ένας Εβραίος έμπορος συμπαραστάθηκε στους Σαγιαδινούς. Έφερνε εμπορεύματα στο επάνω χωριό.

Παρόμοια μιλάει και ο Δημ. Αντωνίου για τους «Τούρκους». Δεν ενδιαφέρονταν για τίποτε. Μόνο να χουζουρεύουν, να κάθονται σταυροπόδι στον καφενέ και να παραγγέλλουν τον καφέ τους. Μια ζωή νωθροί και άπραγες. Όσο για γράμματα, ούτε συζήτηση . Γύριζαν με το ντουφέκι στην πλάτη, λέει και αυτός. Έτσι γύρευαν να κάμουν τις δουλειές τους». 

Έχουμε όμως και μαρτυρίες ξένων περιηγητών και διπλωματών. Ο Αυστριακός πρόξενος, σε έκθεσή του για την Ήπειρο, γράφει ότι «δεν υπάρχει είς μουσουλμάνος όστις να ασχολείται με την καλλιέργεια των αγρών, ως επίσης ουδείς όστις να ασκεί εμπόριο ή βιομηχανική επιχείρησιν. Όλοι εξαρτώνται…από την εργασίαν των χριστιανών, οι οποίοι…μόλις δρέπουν μίαν αμυδράν αμοιβήν εκ των κόπων των… ». Πιο κάτω υπογραμμίζει το φυσικό πλούτο της περιοχής και την αθλίαν, εντούτοις, διαβίωση των χριστιανών κατοίκων της. 

Ο Άγγλος περιηγητής Galt κάνει λόγο για τη νωθρότητα που χαρακτήριζε το τουρκικό στοιχείο και το δυναμισμό του ελληνικού . Και ο Ηπειρώτης λόγιος Ψαλίδας γράφει για τους Οθωμανούς: «Οι Τούρκοι, ήγουν οι Οθωμανοί, είναι αμαθείς, μετρίου πνεύματος, έκδοτοι εις τα αφροδίσια, τον καφέ και τον καπνό…ουδείς τους ασκεί εμπόριο ή βιομηχανική επιχείρηση…κάθονται διπλοπόδη…». Για τους Αρβανίτες λέει ότι είναι αγράμματοι και άτεχνοι . Οι Έλληνες παραμένουν οι δάσκαλοί τους και είναι αυτοί που έχουν έφεση προς εξέλιξη και τελειοποίηση . 

Ο Άγγλος ιστορικός PAUL COLES δίνει μια ερμηνεία για την οκνηρία τους: ήταν «…ξερριζωμένοι πολεμισταί, που ζούσαν στη σέλλα ως μέρος ενός συνεχώς νικηφόρου στρατού και δεν ενδιαφέρονταν για τους απογόνους των, μετεβλήθησαν σε οκνηρούς γαιοκτήμονες και κατοικούσαν σε επαρχιακές πόλεις όπου οι ενοικιασταί των τους έφερναν τα ενοίκια από τα οποία ζούσαν» . 

Ισχύει αυτό για τους Οθωμανούς αλλά και για τους Αρβανίτες, που το  βασικό τους επάγγελμα στάθηκε πάντα το ντουφέκι . Συμφωνούν οι γραπτές μαρτυρίες με τις περιγραφές των αφηγητών μας, αλλά δεν ξέρουμε πόσο αντικειμενικές είναι. Γιατί υπήρξαν και κάποιοι μουσουλμάνοι συμπατριώτες μας ικανοί και εγγράμματοι, όπως ο Αμπεντίν Ντίνος από τη Λιόψη, ο οποίος έγινε στην Πόλη μεγάλος βεζίρης .

Πάντως, είτε εργάζονταν είτε όχι οι «Τούρκοι», στο Τσάμικο τα περισσότερα και καλύτερα κτήματα τα είχαν οι αγάδες.Τις δουλειές, λοιπόν, τις έκαναν οι φτωχοί ραγιάδες. «…ξεκινούσαν ομάδες φτωχών και πεινασμένων ανδρών προς αναζήτηση εργασίας…Στα πλουσιόχωρα κτήματα των μουσουλμάνων μπέηδων θα κατέβαιναν και θα εργάζονταν ως βοσκοί, εργάτες, θεριστές κ.λπ., όπως οι κάτοικοι του Τσαμαντά, που μισθώνονταν ως βοσκοί και αγωγιάτες στη μουσουλμανική Κονίσπολη ».

Οι Σαγιαδινοί ήταν ίσως σε λίγο καλύτερη μοίρα. Υπήρχαν πάντα οι πολύ φτωχοί, αλλά υπήρξαν και αρκετοί με δικά τους κτήματα. Μετά αυτοί είχαν και τη θάλασσα. Δούλευαν στις αλυκές, ψάρευαν, είχαν κάποιοι καταστήματα, έκαναν τους χτίστες, τους ραφτάδες. Οι φτωχότεροι, βέβαια, ιδιαίτερα οι γυναίκες, δούλευαν στα χωράφια των μπέηδων με ευτελές μεροκάματο, χωρίς όμως να είναι δεμένοι μαζί τους. Έχουμε εδώ παρόμοια περίπτωση με τη φτωχολογιά των ορεινών περιοχών για την οποία γράφει ο Π. Ροδάκης ότι «ποτέ δε γίνεται κολήγος. Μπορεί να δουλεύει στα χτήματα των πλουσιωτέρων χωρικών]…] αλλά δεν δένεται με το τσιφλίκι, έχει δική της περιουσία ».

Κλείνουμε με μια μαρτυρία ξένου περιηγητή που εξηγεί και το θαύμα να επιζήσουμε οι Ρωμιοί κατά τη μακραίωνη σκλαβιά. Γράφει ο Holland: «Αυτοί οι άνθρωποι (οι Έλληνες) έχουν ευγενικούς και ευχάριστους τρόπους προς τους ξένους, που όμοιους τους δεν έχω συναντήσει πουθενά αλλού. Χαρακτηριστικό του Έλληνα είναι η ταχύτητα αντιλήψεως, που του επιτρέπει να αντιληφθεί έγκαιρα και να προσαρμοσθεί στους διάφορους χαρακτήρες…Με αυτήν την ταχύτητα και ικανότητα μπορεί να αντιμετωπίσει τους Τούρκους καταπιεστές του αλλά και να αποκτά επιρροή πάνω τους… ».

 

Η κοινοτική οργάνωση

Ένας άλλος παράγοντας που στήριξε τους Έλληνες στη μακρά περίοδο της Οθωμανοκρατίας ήταν η οργάνωσή τους σε κοινότητες.

Ο κοινοτικός θεσμός στην Ήπειρο, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, υπήρξε καθοριστικός . Το πνεύμα της συσπείρωσης και της συνεργασίας το οποίο διέκρινε κυρίως τις μικρές κοινότητες προκαλούσε συχνά το θαυμασμό . «Η αποδοχή ενός άγραφου κώδικα ηθικής και συμπεριφοράς των μελών της κοινότητος είχε τη δύναμη νόμου[…] οι κοινοτικοί άρχοντες αλλά και τα μέλη της προέβαιναν σε συμβουλές και επιπλήξεις[…] και θεωρούνταν προδοσία η προσφυγή στις τουρκικές αρχές για ικανοποίηση προσωπικού συμφέροντος που στρεφόταν κατά του συνόλου ».

 Διαφωτιστικά εδώ είναι αυτά που γράφει και ο Βαγγέλης Κεχριώτης: «Ο θεσμός της κοινότητας, που είχε σταδιακά αναπτυχθεί στη διάρκεια των αιώνων της οθωμανικής περιόδου, με βασικό στόχο να εκπροσωπεί τον ντόπιο πληθυσμό απέναντι στην οθωμανική διοίκηση και να ρυθμίζει τις φορολογικές του υποχρεώσεις, είχε εξελιχθεί σε θεσμό παροχής κοινωνικής προστασίας και διευθέτησης προσωπικών διαφορών μεταξύ των μελών της… οι μεταρρυθμίσεις του 1856…κατοχύρωσαν τη θέση των δημογερόντων, τοπικών προυχόντων δίπλα στους μητροπολίτες ». Βλέπουμε δηλαδή να ενισχύεται ο ρόλος των κοινοτικών αρχόντων και να καθίσταται εφάμιλλος αυτού των κληρικών. Οι μαρτυρίες αυτές αφορούν γενικά στις τουρκοκρατούμενες περιοχές και φυσικά στην Ήπειρο και στη Σαγιάδα.

Οι τοπικοί άρχοντες ονομάζονταν προεστοί, δημογέροντες, κοτζαμπάσηδες και μουχτάρηδες (πρόεδροι). Η εκλογή τους γινόταν με αναφώνηση από τους κατοίκους της κοινότητας και επέλεγαν όσους διακρίνονταν για τις ικανότητές τους, τη φρόνηση, την οικονομική δύναμη και ήταν προχωρημένης ηλικίας, γέροντες. Αυτοί κατένεμαν τους φόρους, διόριζαν τους δασκάλους, τους αγροφύλακες, τους εκκλησιαστικούς επιτρόπους κ.λπ.

Για την περιοχή μας, συγκεκριμένα, έχουμε τη μαρτυρία του Γ.Σκάγια από την κοντινή Πλεσίβιτσα ότι «ξεχώριζαν τους άρχοντές τους, ανθρώπους εκείνους που είχαν ικανότητες και που φρόντιζαν για τους πολλούς, να ρυθμίζουν τα πράγματα, για να υπήρχε αρμονική συμβίωσις[…] Να δεχότανε παράπονα, να εξευρίσκανε λύσεις[…] για τα κτηματικά σύνορα, για τις διαμάχες που προέκυπταν, να αποτρέπανε φιλονικίες, να εξευρίσκανε συμβιβαστικές λύσεις και να ενδιαφέρονταν για την πρόοδο του τόπου και την ανάπτυξη» .

Κάθε χρόνο, το Μάρτιο ή τον Απρίλιο, οι κάτοικοι του χωριού συγκεντρώνονταν στην αυλή της εκκλησίας για να εκλέξουν τους προκρίτους, που ήταν συνήθως ηλικιωμένοι της ανώτερης κοινωνικής τάξης, εγγράμματοι, τίμιοι, ευφυείς και με οικονομική άνεση . Στη ίδια συνέλευση λογοδοτούσαν οι απερχόμενοι κοινοτικοί άρχοντες.

Έτσι, οι προύχοντες της κάθε κοινότητας μαζί με τον κλήρο κατέστησαν αποφασιστικής σημασίας συντελεστές για την επιβίωση του Ελληνισμού. Απ΄αυτούς περίμενε ο λαός να κάμουν πιο ελαφρά τα δεινά της δουλείας, όπως φόρους, πιέσεις και διώξεις, αυθαιρεσίες και απληστία του τουρκικού κράτους. Υποκαθιστούσαν κατά κάποιον τρόπο την έλλειψη δικού τους κράτους. Τηρούσαν αυστηρά τις αρχές της κοινότητας και απέρριπταν εκείνον που θα τις παρέβαινε.

Και στη Σαγιάδα μιλούν οι παλιότεροι για αλληλεγγύη μεταξύ των κατοίκων και για το σημαντικό ρόλο των αρχόντων στους χρόνους της Τουρκοκρατίας. «Αδελφό μας» αποκαλεί το Γρηγόρη Τσόγκα ο Νικόλα Σκέντος. Οι συνθήκες ήταν τέτοιες που αύξαναν το αίσθημα συντροφικότητας και αλληλεγγύης.

Οι προύχοντες βοηθούσαν και υπερασπίζονταν τους συγχωριανούς τους, λέει ο Γιώργος Γιάτσες. Για παράδειγμα, ένας από τους εξέχοντες τότε Σαγιαδινούς, ο Αθανάσιος Σκανταλέτος πλήρωνε το φόρο (το χαράτσι) κάθε φτωχού Σαγιαδινού, για να μην μπει στη φυλακή. Φρόντιζε, παράλληλα, να του βρει δουλειά στις αλυκές, τις οποίες ο εκμεταλλευόταν ο ίδιος . Έτσι έδινε στο δανεισθέντα τη δυνατότητα να επιστρέψει και τα χρήματα τα οποία είχε καταβάλει ο ευεργέτης του.

Το ενδιαφέρον των προυχόντων για τους συντοπίτες τους δεν ήταν πολλές φορές άμοιρο του προσωπικού τους συμφέροντος. Δε δίσταζαν να διώχνουν αυτούς που δεν τους έκαναν τη δουλειά την οποία περίμεναν, λέει ο Γεράσιμος Τρουμπάτας, αναφερόμενος στα μεταγενέστερα χρόνια.

Πολλοί ιστορικοί κατηγορούν τους κοτζαμπάσηδες ότι δεν κοίταζαν παρά μόνο το συμφέρον τους και ότι δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που συνέπρατταν με τους Τούρκους εις βάρος των ομοφύλων τους Χριστιανών . Όχι σπάνια γίνονταν αυταρχικοί και άδικοι. Δεν πιστεύει βέβαια κανείς πως όλα γίνονταν κατά γράμμα και όπως έπρεπε. Ούτε περιμένουμε, σε εποχές που ο αγώνας για την επιβίωση γίνεται σκληρός και ανελέητος, να πλεονάζουν οι ανιδιοτελείς και μεγαλόψυχοι. Δεν ακυρώνουν όμως αυτά την προσφορά των κοινοτικών αρχόντων στο Έθνος.

Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι στήριξαν το ραγιά στα δύσκολα χρόνια της μακραίωνης σκλαβιάς του. Σε στιγμές κρίσιμες για το χωριό οι προεστοί έβγαιναν μπροστά με κίνδυνο και της ζωής τους ακόμη. Αυτό κάνει και ο Κώτσια Τσόγκας, που ήταν προεστός λίγο πριν την απελευθέρωση με την εμφάνιση στο χωριό συμμορίας «Τούρκων ληστών». Το πνεύμα αυτό συνεχίζεται και στα χρόνια μετά την απελευθέρωση. Χαρακτηριστικό του ενδιαφέροντος των προεστών για τους κατοίκους της κοινότητάς τους είναι αυτό που αφηγούνται για το Λάζαρο Τσόγκα, ο οποίος χρημάτισε πρόεδρος στη Σαγιάδα λίγο μετά το 1913. Κάποιος Σιάμος, αγάς της Λιόψης, εξακολουθούσε και τα χρόνια μετά την απελευθέρωση να νέμεται βάσει ενοικιοστασίου πολύ μεγάλη έκταση βοσκότοπου της περιοχής του χωριού μας (όλη την Κιτέζα). Δεν επέτρεπε να πατήσει ζώο του χωριού σ΄αυτήν και οι κτηνοτρόφοι μας ήταν σε απόγνωση. Ο Λάζαρος Τσόγκας, ως πρόεδρος τότε, προέτρεψε τους Σαγιαδινούς κτηνοτρόφους να οδηγήσουν με δική του ευθύνη τα κοπάδια τους στον βοσκότοπο αυτό του αγά. Κατάργησαν έτσι de facto την κατοχή του βοσκοτόπου, που δε τολμούσε το ελληνικό κράτος να κάνει. Μαρτυρεί, επιπλέον, το γεγονός αυτό ότι οι αγάδες της Τσαμουριάς απολάμβαναν όλα τα επί τουρκοκρατίας κεκτημένα τους και μετά το 1913 και ας τα είχαν αρπάξει, τις περισσότερες φορές, εκτοπίζοντας απ΄ αυτά τους απροσκύνητους ραγιάδες.

Αυτή η αλληλεγγύη μεταξύ των μελών της κάθε κοινότητας, ενώ ήταν πολύτιμη, είχε και μια αρνητική πλευρά. Δυσκόλευε όσους ήθελαν να τα βάλουν με τον κατακτητή, γιατί με τις πράξεις τους θα προ-

καλούσαν τα αντίποινα σε βάρος της κοινότητας. Δε θα πρέπει να μας διαφεύγει αυτό, όταν θα μιλήσουμε και για τους Σαγιαδινούς που στράφηκαν κατά των Τούρκων. Βρέθηκαν σε φοβερό δίλημμα, μεταξύ σφύρας και άκμονος. Ο λαός ήταν τρομαγμένος και πολλές φορές τους αποθάρρυνε με τέτοια λόγια: «θα μας πάρετε στο λαιμό σας, θα μας σφάξουν όλους οι Τούρκοι»  Αυτά άκουγαν και στη Σαγιάδα οι άντρες με το Γρηγόρη Τσόγκα που πήραν τα όπλα κατά της Οθωμανοκρατίας. Το λέει και ο Σκέντος: «Ο Τσόγκας δε λογάριαζε», το δήλωνε φανερά: «έφτακε η Ελλάδα», «που ίσως έβλαπτε».

Μεταξύ των μεγάλων οικογενειών του χωριού φαίνεται να υπέβοσκε κάποτε και ένας ανταγωνισμός. Οι Τσογκαίοι και οι Σκανταλεταίοι είχαν δικό τους παπά η καθεμιά. Οι πρώτοι τον παπα-Φώνη (Ξενοφώντα) και οι δεύτεροι τον παπά-Σπύρο, λέει ο Γιώργος Γιάτσες. Μη μας παραξενεύει το γεγονός των δυο παπάδων στο χωριό. Άλλα μεγάλα χωριά είχαν και εφτά παπάδες . Συχνά ήταν οι ισχυροί που έχριζαν ιερέα της αρεσκείας τους, ακόμα και δεσπότη. «Τα ράσα του παπαΦώνη τα έφεραν απ΄ έξω οι Τσογκαίοι», λέει ο Γρηγόρης Τσόγκας ο νεότερος.Ήταν ένας κόσμος τόσο διαφορετικός, τον οποίο δύσκολα σήμερα προσεγγίζουμε.

Πρόεδροι στο χωριό τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν ο Κώτσια Τάσης, ο Αναγνώστης Σκέντος, ο Ηλίας Νταλούρας, ο Πέτρος Τρουμπάτας και ο Κώτσια Τσόγκας, όλοι με κύρος και από τους πιο ισχυρούς οικονομικά .

 

Η Εκκλησία

Κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό στους Έλληνες δεν είχε απομείνει τίποτε άλλο εκτός από την Εκκλησία τους και την εξυπνάδα τους, λέει ένας ξένος συγγραφέας  . «Ο κανονικός κλήρος κράτησε ζωντανή την

ελληνική γλώσσα και εξασφάλισε ίσως την εθνική ενότητα1» κατά τη μαρτυρία άλλων.

Η Εκκλησία υπήρξε, όντως, η μεγάλη δύναμη που στήριξε το ραγιά, έστω και αν υπήρξαν «δεσποτάδες που ενεργούσαν σαν Τούρκοι». Οι λαοί της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ξεχώριζαν από τη θρησκεία τους, κατά κύριο λόγο. Γύρω από αυτή ζούσαν και κινούνταν.

Πάντα σε καιρούς κρίσεων αυξάνεται το θρησκευτικό αίσθημα των ανθρώπων. Πλήθαιναν οι εκκλησίες, τα παρεκκλήσια και τα εικονοστάσια, παρά την προτροπή του Άγιου Κοσμά να προτιμούν το χτίσιμο σχολείου από εκκλησία. Ας σημειώσουμε εδώ τη μεγάλη απήχηση που είχαν στους χριστιανούς τα πύρηνα κηρύγματα του Αγίου υπέρ της ορθοδοξίας. Ο Άγιος Κοσμάς δεν έφτασε ως τη Σαγιάδα, αλλά τα λόγια και οι προφητείες του βρίσκονταν πάντα στο στόμα και των Σαγιαδινών.

Στη Σαγιάδα υπήρχαν πολλοί ναοί. Εκτός από τον κεντρικό του Αγίου Γεωργίου, ήταν ο Άγιος Δημήτριος ανατολικότερα, που χρησιμοποιήθηκε ως σχολείο μετά τον πόλεμο, ο Άγιος Σπυρίδων στο δυτικό άκρο, τη Βίγλα, ο Άγιος Νικόλαος στα νότια του χωριού, πάνω στο βράχο, η Αγία Κυριακή δίπλα στο νεκροταφείο του χωριού (τη Μαρίτσα) και μια ακόμη στα Παλιάμπελα. Επίσης η εικόνα της Αγίας Παρασκευής με δυο-τρία καντήλια και άλλα αφιερώματα παράστεκε σε μια εσοχή βράχου ΒΑ του χωριού.

Υπήρχε, λένε, και μια εκκλησία ακόμη ΒΔ, στο δρόμο για την Κονίσπολη. Έζωναν το χωριό περιφερειακά και έφραζαν όλα τα περάσματα. Το προστάτευαν από κάθε κακό, από εχθρικές επιδρομές και από τη φοβερή πανώλη, που έσπερνε τον πανικό και το θάνατο. Είχαν επιπλέον και τα εικονοστάσια σε αρκετά σημεία του χωριού που τα έφτιαχναν, όπως και σήμερα, ιδιώτες.

 Σύμφωνα με την παράδοση, στη Σαγιάδα υπήρχε πολύ παλιά μοναστήρι, στη θέση που ακόμα σήμερα λέγεται «Μαναστήρι». Αυτό καταστράφηκε από επιδρομείς. Μετά απ΄ αυτό χτίστηκε το άλλο στο Γηρομέρι. Είναι το γνωστό μοναστήρι της Παναγίας.

Το 19ο αιώνα βρίσκουμε στη μονή Γηρομερίου δωμάτια, «οντάδες» (τουρκ. oda), όπου διέμεναν οι προσκυνητές από τα χωριά της περιοχής μεταξύ των οποίων και η Σαγιάδα. Γίνεται λόγος για «Σαγιαδινό οντά», για «οντά της Σίδερης», «οντά της Πλησίβιτσας» κ.λπ. Αυτοί κατασκευάστηκαν με έξοδα των αντίστοιχων κοινοτήτων1. Εντύπωση προκαλεί η κατασκευή τουρκικού οντά, που σημαίνει ότι μετέβαιναν στο μοναστήρι και Τούρκοι προσκυνητές, όχι όμως και μουσουλμάνοι Τσάμηδες, κατά το Νικόλα Σκέντο.

Στη δεκαετία του πενήντα γινόταν ακόμη χρήση αυτών των οντάδων από αυτούς που πήγαιναν στο πανηγύρι της Παναγίας. Στη Σαγιάδα θυμούνται ακόμη το ατύχημα τον Αύγουστο του 1955 με τους Σαγιαδινούς προσκυνητές του μοναστηριού. Καθώς επέστρεφαν από το μοναστήρι, ανατράπηκε το φορτηγό αυτοκίνητο του Φιλιαταίου Ματζούκη στο οποίο επέβαιναν, με αποτέλεσμα να χάσει το δεξί του χέρι ο Γιώργος του Γιάννη Κόρου και να τραυματιστούν αρκετοί, ευτυχώς ελαφρά.

Όσα παραπάνω ειπώθηκαν επιβεβαιώνουν το ρόλο που διαδραμάτιζε η Εκκλησία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. 

Η Εκκλησία, η κοινοτική οργάνωση, το αίσθημα υπεροχής τους έναντι των άλλων λαών της αυτοκρατορίας, ακόμη και οι ιστορικές αυταπάτες , δεν τους άφηναν να συμβιβαστούν με τη μοίρα του υποδούλου και τους ενίσχυαν στον άνισο μακροχρόνιο αγώνα τους για λευτεριά. Οι μορφωμένοι τουλάχιστον Έλληνες είχαν συνείδηση ότι ανήκουν σε ξεχωριστή φυλή και ότι είναι ανώτεροι από τους κατακτητές τους και το εκδηλώνανε σε κάθε περίπτωση. Ο Αβραμιώτης, δραστήριος λόγιος της προεπαναστατικής περιόδου, όταν τον είπανε Ιταλό της Βενετίας  ξεφώνισε: «Είμαι Έλληνας και στο θρήσκευμα και στο γένος» . Τέτοιες φωνές επηρέαζαν και ευρύτερες μάζες. Οι Σαγιαδινοί, ελληνόφωνες και χριστιανοί αυτοί, που περιβάλλονταν από αλλόθρησκους και αλλόγλωσσους πληθυσμούς, δε γινόταν να μην είχαν συνείδηση και της εθνικής τους ταυτότητας. 

  

Ο Ναός του Αγίου Γεωργίου 

«Η εκκλησία της Σαγιάδας ήταν πλούσια. Είχε ελιές, ελαιοτριβείο, χορτολιβαδικές εκτάσεις. Έδινε στα Ζωγράφεια σχολεία, που λειτουργούσαν στο Κεστοράτι Αργυροκάστρου, 3000 γρόσια το χρόνο», γράφει ο Κ. Σούλης . Προφανώς τα χρήματα προορίζονταν για το διδασκαλείο που λειτουργούσε στο Κεστοράτι.

Πράγματι, η περιουσία της εκκλησίας της Παλιάς Σαγιάδας ήταν αξιόλογη, αλλά εκποιήθηκε σχεδόν ολόκληρη για να κατασκευαστεί ο ναός του Αγίου Γεωργίου στο νέο χωριό. Στην άνετη οικονομική κατάσταση οφείλεται η ανακατασκευή το 1833 του περικαλλούς ναού του Αγίου Γεωργίου. Παραθέτουμε την περιγραφή του ναού αυτού, όπως διατηρούνταν μέχρι το 1987 , συνοδευόμενη από φωτογραφίες. 

«Ο Άγιος Γεώργιος της Παλαιάς Σαγιάδας είναι μια τρίκλιτη βασιλική με νάρθηκα, εσωτερικά καμαροσκεπής με μικρό κεντρικό τρούλο. Εξωτερικά η στέγη είναι δίρριχτη, υπερυψωμένη στο νάρθηκα. Ένα επιμελημένο λιθόκτιστο κωδωνοστάσιο με απλά και δίλοβα αψιδωτά ανοίγματα συμπληρώνει το ναό στη δυτική του πλευρά. Επάνω από την κεντρική είσοδο του ναού, στη βόρεια πλευρά, εικονίζεται μέσα σε κόγχη αγιογραφημένος ο Άγιος Γεώργιος, στον οποίον ο ναός είναι αφιερωμένος. Στον ίδιο τοίχο υπάρχει η χρονολογία κατασκευής του ναού «1833», η οποία έχει αποδοθεί με εντοιχισμένα θραύσματα κεραμιδιών.  Η περιγραφή του κεντρικού αυτού ναού της παλιάς Σαγιάδας, όπως διαμορφώθηκε μετά την ανακατασκευή του 1833, βασίζεται σε καταγραφή του έτους 1987, η οποία πραγματοποιήθηκε από τη φοιτήτρια του Ιστορικού-Αρχαιολογικού Τμήματος του Παν/μίου Ιωαννίνων, Κλ. Τσόγκα, στο πλαίσιο εργασίας μαθήματος του καθηγητή Α. Παλιούρα. Η καταγραφή αυτή συνοδεύεται από φωτογραφίες που λήφθηκαν πριν και μετά τις σωστικές επεμβάσεις που πραγματοποίησε ο πολιτιστικός σύλλογος της Σαγιάδας στα τέλη της δεκαετίας του ΄70, οι οποίες αφορούσαν κυρίως στην κατασκευή νέας δίρριχτης στέγης, ως βασικό μέτρο προστασίας του ναού και της διακόσμησης του μετά την κατάρρευση της αυθεντικής στέγης. 

Ο Ναός του Αγίου Γεωργίου διακρίνεται από τους υπολοίπους της Παλαιάς Σαγιάδας για το πλήρες εικονογραφικό πρόγραμμα που καλύπτει τους τοίχους, τις αψίδες, τους κίονες, το τέμπλο και πιθανότατα τον -παλαιόθεν καταρρεύσαντα- τρούλο, πρόγραμμα που εκτείνεται τόσο στο Ιερό και τον κυρίως ναό, όσο και στο νάρθηκα.

Στο Ιερό και στις κόγχες του τοποθετούνται λειτουργικά και δογματικά θέματα. Στην κεντρική κόγχη δεσπόζει η Πλατυτέρα και στο μέτωπο, επάνω από αυτήν, η Λειτουργία των Αγγέλων. Την κόγχη της Πρόθεσης καταλαμβάνει η Άκρα Ταπείνωση και του Διακονικού, ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος. Τόσο στους τοίχους του Ιερού όσο και του κυρίως ναού απλώνονται σε δύο επάλληλες ζώνες, άνω ο κύκλος με τα Χριστολογικά (Δωδεκάορτο και Ακάθιστος: Γέννηση, Περιτομή, Υπαπαντή, Βάπτιση, Βαϊοφόρος, η Προδοσία του Ιούδα, Ανάσταση, Μυροφόρες, κ.ά.) και τα Θεομητορικά (Γέννηση, Κοίμηση και Εισόδια της Θεοτόκου) θέματα και κάτω, ολόσωμοι ιεράρχες και άγιοι. Στα εσωράχια των τόξων παριστάνονται, στο μεν Ιερό ολόσωμοι ιεράρχες, στον δε κυρίως ναό, στηθάρια αγίων και ιεραρχών. Η ποδιά που διακοσμούσε την κατώτερη ζώνη όλων των τοίχων έχει καταστραφεί. Αξιοπρόσεκτη είναι η προσωπογραφία του επιτρόπου του ναού, κυρΜέμου, αμέσως δεξιά της κεντρικής εισόδου προς τον κυρίως ναό, της οποίας η επιγραφή με το όνομα του επιτρόπου είχε καλυφθεί από παλιά με βαφή.

Στους τοίχους του νάρθηκα, ζώνη με στηθάρια αγίων αντικαθιστά τα Χριστολογικά θέματα του υπόλοιπου ναού και κάτω από αυτήν υπάρχει ζώνη ολόσωμων αγίων. Στον ανατολικό τοίχο του νάρθηκα ξεχωρίζει η απεικόνιση της Γένεσης: στα δεξιά της εισόδου, σε δύο ξεχωριστές σκηνές παριστάνονται η δημιουργία του Αδάμ και της Εύας και στα αριστερά, το αμάρτημα και η εκδίωξη των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο.

Αξιόλογη είναι επίσης η σύνθετη ξυλογλυπτική διακόσμηση του τέμπλου, με σχηματοποιημένα άνθη και φυλλώματα, του άμβωνα και του επισκοπικού θρόνου, την οποία συμπληρώνουν διακριτικά στον μεν κυρίως ναό τα απέριττα ξύλινα καθίσματα («στασίδια») και τα ψαλτήρια, στο δε εσωτερικό τοίχο του νάρθηκα, γνωστού ως «γυναικωνίτη», το δικτυωτό (καφασωτό) διαχωριστικό.

Στο τέμπλο, οι εικόνες των Αποστολικών ήταν αψιδωτές και ζωγραφισμένες επάνω στο ξύλο, ενώ τα εικονίδια του Δωδεκαόρτου ήταν φορητές εικόνες, από τις οποίες δε σώζονται παρά μόνον τέσσερις και τούτο επειδή μεταφέρθηκαν εγκαίρως στο ναό του νέου χωριού. Επάνω στο τέμπλο βρίσκονται ευμεγέθεις εικόνες (διαστ. 0,92Χ0,58μ.) της Βρεφοκρατούσας, του Αγ. Γεωργίου, έφιππου, του Αγ. Αθανασίου, ένθρονου, του Παντοκράτορα, του Προδρόμου, του Αγ. Νικολάου, της Παναγίας, του Αγ. Θεοδώρου, κ. άλ. Όλες οι μορφές προβάλλονται σε χρυσό βάθος και φορούν μπρούντζινα φωτοστέφανα. Στο βημόθυρο παριστάνεται ο Ευαγγελισμός και στο δεξιό παραπόρτι οι δύο αρχάγγελοι, Μιχαήλ και Γαβριήλ. Το αριστερό παραπόρτι δε σώζεται.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι τα εξέχοντα ξυλόγλυπτα στοιχεία της διακόσμησης του ναού, δηλαδή το τέμπλο με τις ξύλινες εικόνες του, ο άμβωνας, ο επισκοπικός θρόνος, τα στασίδια καθώς και ο υπόλοιπος εξοπλισμός του καταστράφηκαν, δυστυχώς, κατά την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα, όταν πρόσφυγες από τη γειτονική Αλβανία διέρρηξαν το ναό για να καταλύσουν στο εσωτερικό του. Την ίδια περίοδο προκλήθηκαν ανεπανόρθωτες φθορές στον τοιχογραφικό του διάκοσμο, οι οποίες δεν μας επιτρέπουν πλέον να παρακολουθήσουμε το εικονογραφικό του πρόγραμμα.

 

Ο ηγούμενος Γηρομερίου Αγάπιος, ο ιερέας Ιωάννης και τα Πατριαρχικά Σταυροπύργια

Τα χρόνια για τα οποία μιλάμε στη μονή Γηρομερίου μόναζε ένας Σαγιαδινός ηγούμενος, ο Αγάπιος. Αυτός χρύσωσε το καρυδένιο τέμπλο του ναού και κατασκεύασε το ιδιαίτερο διαμέρισμα του ηγουμένου της μονής. Σε έντυπο του 1899 διαβάζουμε για την ακρίβεια τα εξής: «Το καρυδένιο πελεκητό τέμπλο χρυσώθηκε το 1834, όταν ήταν ηγούμενος ο αυτός

Αγάπιος που καταγόταν από τη Σαγιάδα». «…το ηγουμενείον ον κατ΄αρχάς εν τινι αθλίω οικήματι κατά τα Βορειοδυτικά του άλωνος ανηγέρθη υψηλόν, καλούμενον δια τούτο «Κούλα» επι του μνησθέντος Αγαπίου ».

Στο βιβλίο «΄Έλληνες αγιογράφοι μέχρι το 1821»  αναφέρεται και ο ιερέας Ιωάννης από τη Σαγιάδα, του οποίου την υπογραφή φέρει δεσποτική εικόνα του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου,το 1735, που βρισκόταν στη μονή Κηπίνης στη δεξιά όχθη του Καλαρρυτινού, παραποτάμου του Αράχθου.

Από Σιγίλιο  του Ιερεμίου του 1809, προκύπτει ότι στη Σαγιάδα υπήρχαν Πατριαρχικά Σταυροπήγια τα οποία έδιναν « μόνον τη Εκκλησία το ειθισμένον ετήσιον»  . Γι΄ αυτά όμως δε γνωρίζουμε περισσότερα.

 

Έργο του Σαγιαδινού Ιωάννη του Ιερέα.

Το «Μαναστήρι» και ο ιερομόναχος Καλλίνικος

Στη θέση όπου και σήμερα καλείται «Μαναστήρι» υπήρχε πολύ παλιά, όπως ειπώθηκε, μοναστήρι. Γραπτές μαρτυρίες1, που επιβεβαιώνουν την παράδοση, λένε ότι σ΄ αυτό εμόνασε το 16ο αιώνα ο ιερομόναχος Καλλίνικος, οποίος έφυγε ξαφνικά για την Καστοριά και στη συνέχεια για το Άγιον Όρος.

Το διάστημα που ήταν στη Σαγιάδα επιδόθηκε στην καλλιτεχνική αντιγραφή λειτουργικών χειρογράφων (κωδίκων),τα οποία μετέφερε στο Άγιον Όρος. Εκεί συνέχισε τη δραστηριότητά του αυτή στις μονές Διονυσίου και Φιλοθέου και έφτασε να γίνει ηγούμενος της Σπ. Π. Λάμπρου: «Κατάλογος των εν ταις βιβλιοθήκαις του Αγίου Όρους ελληνικών κωδίκων», I. Gambridge 1895, 60 και 2) Γαβριήλ αρχιμανδρίτης καθηγούμενος Διονυσίου. «Η εν Αγίω Όρει Ιερά Μονή του Αγίου Διονυσίου», Αθήνα, Αστήρ, 1959, σ. 88-89.μονής Φιλοθέου και «πρώτος του αγιωνύμου όρους». Οι κώδικες που γράφτηκαν στη Σαγιάδα μαζί με άλλα έργα του σώζονται σήμερα στις παραπάνω μονές του Αγίου Όρους.

 

ΕΡΓΑ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ

Dionysiou codd. 410

Μηναίο Σεπτεμβρίου. Σαγιάδα 6/6/1525.

(Εγράφη εν χωρίον Σαγιάδα εν έτι, ζλδ εν μηνί Ιουνίω κη΄ [1526] δια χειρός εμού αμαρτωλού Καλλινίκου ιερομονάχου.)

Dionysiou codd. 415

Μηναίο Απριλίου-Μαίου. Σαγιάδα 28/6/1526.

(εγράφη εν έτι ,ζλδ΄[1526]…χειρ αμαρτωλού Καλλινίκου ιερομονάχου.)

Philotheou cod. 111 (200) pap. (4o) ff:284, cod: 220×150-160, col: 150×100 Μηναίο Ιανουαρίου. Σαγιάδα 1527.

(Εγράφη εν Σαγιάδα χωρίον δια χειρός εμού αμαρτωλού Καλλινίκου ιερομονάχου επί έτους, ζλγ΄ αμήν, ημέρα Γ΄ Ιουνίου ς [1525])

Dionysiou codd. 337

 Έκθεσις κεφαλαίων παραινετικών σχεδιασθείσα προς τον βασιλέα

Ιουστινιανόν από τον Αγαπητό Διάκονο (folios 195r-236r) Καστοριά 1529.

(Εν έτει ,ξλξ’[1529] εγράφει εν Καστωρεία εκ χειρός εμού αμαρτωλού λίαν Καλλινίκου ιερομονάχου)

Philotheou cod. 195 (174)

 

 Το όνομα του Καλλίνικου εμφανίζεται επίσης εκεί σε δύο ξύλινους σταυρούς του δέκατου έκτου αιώνα και ένα σκευοφυλάκιο που έχει χρονολογηθεί ανεξάρτητα στο δέκατο έκτο αιώνα. (Τα αντικείμενα αναφέρονται στο: Γαβριήλ αρχιμανδρίτης καθηγούμενος Διονυσίου, «Η εν Αγίω Όρει Ιερά Μονή του Αγίου Διονυσίου, Αθήνα, Αστήρ, 1959, σελ. 88-89).

Επιπλέον, η υπογραφή Kαλλίνικος εμφανίζεται σε Phil. cod. 142, Μάξιμος Παρακλητική 1530 σε λευκό φύλλο: Kaθηγούμενος και ιερομόναχος Καλλίνικος.

Καλλίνικος ηγούμενος στη Φιλοθέου βεβαιώνεται σε δύο αρχειακά Αθωνικά έγγραφα : Chilandar, 1911, αριθ. 164 (1581) και Kutlumusi αριθ. 59 (1586).

Βιβλιογραφία:

ΣΠ. Π. ΛΑΜΠΡΟΣ Κατάλογος των εν ταις βιβλιοθήκαις του Αγίου Όρους ελληνικών κωδίκων,

I. Cambridge 1895, 60. ή

Spyridon Lambros, Cataloque of the Greek Manuscripts on Mount Athos. 2 volumes Cambridge 1895, 1900.

Όπως φαίνεται από τον πίνακα των έργων του που παραθέτουμε, οι κώδικες της Σαγιάδας γράφτηκαν τα έτη 1525, 1526 και 1527. Για να εγκαταλείψει ο μοναχός αυτός το μοναστήρι της Σαγιάδας παίρνοντας μάλιστα μαζί του τους κώδικες, πράγμα ανεπίτρεπτο από τους κανονισμούς των μονών, σημαίνει ότι κάτι πολύ σοβαρό συνέβη στο μοναστήρι. Το πιθανότερο είναι, όπως διασώζει η παράδοση, να καταστράφηκε από επιδρομείς.