9.Αγωνίες και Αγώνες των Ραγιάδων


Κεφάλαιο Ένατο

ΑΓΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΩΝ ΡΑΓΙΑΔΩΝ

Η Ηπειρος και η Σαγιάδα ως τις αρχές του 20ου αιώνα

Στις αρχές του 19ου αιώνα, όπως είπαμε, η Πύλη παραχωρεί στον Αλή πασά τα δικαιώματά της στις δυτικές ακτές της Ηπείρου. Τα βάσανα δε λείπουν, αλλά πρέπει να πούμε ότι τα χρόνια υπό την κυριαρχία του δε φαίνεται να είναι τα χειρότερα της Τουρκοκρατίας. Μυούνται τότε πολλοί Ηπειρώτες στη Φιλική Εταιρεία και καλλιεργείται το εθνικό φρόνημα. Κατασκευάζονται δρόμοι, γεφύρια, φρούρια, παγιώνεται η ασφάλεια και αναπτύσσεται περισσότερο η οικονομική ζωή.

Ο Αλή πασάς ελέγχει τα λιμάνια της Σαγιάδας, των Αγίων Σαράντα και του Βουθρωτού και επιβάλλει περιορισμούς και απαγορεύσεις στη διακίνηση των προϊόντων προς την Κέρκυρα, οσάκις τα συμφέροντά του υπαγορεύουν κάτι τέτοιο. Το 1811, παρά τη διαταγή του Σουλτάνου, χτίζει πύργους στην Κερασιά και τη Σαγιάδα, «τα λιμάνια δηλ. που είχαν σώσει το νησί (την Κέρκυρα) από την πείνα » (Πολύ πιθανό, ο δεύτερος πύργος να είναι αυτός του οποίου σώζονται ίχνη στην Κιτέζα). Φαίνεται εδώ πόσο σημαντικά ήταν τα δυο αυτά λιμάνια μας για την Κέρκυρα και όχι μόνο. Ο Αλή πασάς είχε όντως συγκεντρώσει το μεγαλύτερο όγκο του θαλασσίου εμπορίου στη Σαλαώρα και τη Σαγιάδα . Και οι Σαγιαδινοί της παλιότερης γενιάς είχαν ακουστά, είπαμε, για το ενδιαφέρον αυτό του Αλή πασά. Είχε διατάξει, λένε, όλοι όσοι κινούνταν στο δρόμο Σαγιάδα-Γιάννινα να κρατούν από μια πέτρα και να τη ρίχνουν όπου έβλεπαν να είναι χαλασμένο το καλντερίμι.

Τα πράγματα αλλάζουν μετά το 1822, που καταστέλλεται το κίνημα του Αλή. Έρχεται τόσος τουρκικός στρατός που, εκτός των άλλων, καθιστά πολύ δύσκολη -αν όχι αδύνατη- την επανάσταση στην Ήπειρο.

Αλλά η επαναστατική φλόγα εξακολουθούσε να θερμαίνει τις καρδιές πολλών Ηπειρωτών.

Ο Αντώνιος Νταλαμάγκας γράφει ότι και στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821 χιλιάδες Ηπειρώτες απ΄όλες τις περιοχές και από τη Θεσπρωτία έτρεξαν και βοήθησαν κάθε επαναστατική εστία.

O Παραμυθιώτης Γεώργιος Ευ.Τσίλης σε εργασία του για τους Σουλιώτες αγωνιστές του 1821  κάνει λόγο για δυο Σαγιαδινούς που έλαβαν μέρος στο μεγάλο απελευθερωτικό μας αγώνα. Ο Νικόλαος Τζάμης, ο οποίος το 1825 έφερε το βαθμό του χιλίαρχου και ο Κων/νος Νικολάου, ο οποίος το 1823 βρέθηκε με τους άντρες του Διαμάντη Ζέρβα και από το 1826 έως το 1827 με το Νότη Μπότσαρη πολέμησε δε στη Βόνιτσα και στις δυο πολιορκίες του Μεσολογγίου .

Οι κάτοικοι της Σαγιάδας ειδοποίησαν πρώτοι για τις κινήσεις και προετοιμασίες των Τούρκων το διοικητή της Πάργας Ροδόσταμο .

Ο Αθ. Ψαλίδας, σε γεμάτο πατριωτικό παλμό γράμμα του προς το Μαυροκορδάτο τις 12-10-1823, τονίζει το ελεύθερο και πολεμικό φρόνημα των χωριών μας. «Στα χωριά της Τζαμουριάς είναι Έλληνες και Αρβανίτες Χριστιανοί, φιλελεύθεροι και πολεμικοί, έξω από τέσσερα χωριά, οπού είναι ανάξια δια πόλεμον, και αυτά είναι η Πλεσιβίτζα, το Γερομέρι, η Φανερωμένη και το Φοινίκι, των οποίων οι κάτοικοι είναι ξενιτευμένοι και αμάθητοι από ντουφέκι, σαν οι Ζαγορίσιοι». Διαβεβαιώνει δε πως….”αν ζυγώσει δύναμις του γένους και τους δώσει μπαρούτι, ευθύς ενώνονται με την κολώνα του γένους, οπού είναι ως πέντε χιλιάδες ντουφέκι καλό» .

Σ΄ αυτούς συγκαταλέγονταν και οι Σαγιαδινοί, που φαίνεται πως ήταν από τους «γκιαούρηδες» για τους οποίους ο ηγέτης των Νεότουρκων Ταλαάτ έλεγε με αγανάκτηση το 1910 ότι προσπαθήσαμε, αλλά χωρίς επιτυχία να τους μεταβάλουμε σε νομιμόφρονες Οθωμανούς . Στις 20 Ιανουαρίου 1854 οι επαναστάτες της Ηπείρου ενημέρωσαν με προκήρυξή τους τους Ευρωπαίους προξένους και πέντε μέρες αργότερα απευθύνθηκαν προς τους «Πανέλληνες» ζητώντας τη συμπαράστασή τους: «…δράμετε, τέκνα, πανταχόθεν προς την Πατρίδα, τον υπέρ όλων ήδη ρίψασα κύβον ».

 Το 1878, ενώ συνεχιζόταν ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος, μια πολύ αξιόλογη επαναστατική δράση εκδηλώθηκε στην περιοχή απέναντι στην Κέρκυρα, όπου αποβιβάστηκαν 500 εθελοντές ανάμεσα στους οποίους και Ιταλοί φιλέλληνες. Οι επαναστάτες κατέλαβαν τις θέσεις Άγιο Γεώργιο (βορειοδυτικά της Σαγιάδας, κοντά στο Τσιφλίκι), Αγίους Σαράντα, το χωριό Τσούκα κ.λπ.. Ισχυρές τουρκικές δυνάμεις που μεταφέρθηκαν με πολεμικά πλοία υποχρέωσαν τους Έλληνες –πολλοί από τους οποίους αιχμαλωτίσθηκαν ή φονεύθηκαν– να εγκαταλείψουν τον αγώνα . Και αν τα παραπάνω δε διαδραματίστηκαν στη Σαγιάδα, έγιναν τόσο κοντά που δε γίνεται να άφησαν ανεπηρέαστους και τους Σαγιαδινούς.

Φρικτή είναι η εικόνα των αιχμαλώτων επαναστατών που μεταφέρθηκαν στα Γιάννινα το 1878 να περιφέρονται δεμένοι ανά δυο, σαν κοινοί ληστές, στους δρόμους της πόλης προπηλακιζόμενοι και μαστιγώμενοι ανηλεώς .

Τα κακοποιά στοιχεία και ο εξοπλισμός των Ρωμιών

 Ο μπάρμπα Νικόλας αφηγείται ένα περιστατικό με τους Λιάπηδες που έγινε το 1912. Οι Τούρκοι πλιατσικολόγοι οργίαζαν, λέει. «Κάποια φορά ήρθαν στη Σαγιάδα καμιά εξηνταριά απ΄αυτούς με επικεφαλής τους αδελφούς Σούπου και Χαριεντίμ Κέλη. Ήρθαν για να αρπάξουν και να κάψουν. Εγώ ήμουν 12 χρονών και ήμουν από κοντά με τον μπάρμπα μου που είχε μαγαζί με τον πατέρα  του Βαγγέλη Λεβέτσιου.

Ήρθε ο Κώτσια Τσόγκας που ήταν πρόεδρος και ζήτησε να κλείσουν τα μαγαζιά, αλλά αυτοί δίστασαν, δεν τα ΄κλεισαν.: “Άσ΄ τους του είπαν, άνθρωποι είναι κι αυτοί”. Φοβήθηκαν προφανώς τα χειρότερα και άρχισαν να τους δίνουν ό,τι ζητούσαν.

«Μη γυρεύετε να πάρετε απ΄αυτούς παράδες», λέει ο Κώτσια Τσόγκας. Να τα γράψετε και θα τα πληρώσει το χωριό, τους είπε και ειδοποίησε να΄ρθούν σε βοήθεια οι αγάδες της Κονίσπολης. Ο Τζαφέρ Σούλιος, που ήταν φύλακας, τους παράγγειλε με απεσταλμένο του: «Μη πειράξει κανένας τίποτα. Θα ΄χετε να κάμετε με μένα, τον Τζαφέρ Σούλιο!».

Η βοήθεια των αγάδων που κάλεσε ο πρόεδρος άργησε, «έρθαν κάτσιμο ηλιού». Εντωμεταξύ, οι χωριανοί τους είχαν καλοπιάσει τους κακοποιούς και αποσοβήθηκε το κακό. Τους περιποιήθηκαν, ως και λουκούμια τους προσέφεραν. Κοιμήθηκαν στο σκολειό και το πρωί σηκώθηκαν και έφυγαν. «Γλιτώσαμε από το κάψιμο». Λίγες μέρες πριν «αυτοί κάψαν την Κεραμίτσα». Ζωή, δηλαδή, όλο κινδύνους! Είδαμε πως, μετά το σεισμό του 1872, ήρθε ο γεωλόγος από την Πόλη και είπε στους κατοίκους να αφήσουν το χωριό και να εγκατασταθούν χαμηλά, στους πρόποδες του βουνού. Δεν το έκαμαν, γιατί εκεί ήταν το ντερβένι  και οι γυναίκες και τα κορίτσια θα γινόταν στόχος των κακοποιών. Η Οθωμανική αυτοκρατορία δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τους κακοποιούς, που δρούσαν σχεδόν ανενόχλητα. Όσοι ταξίδευαν διέτρεχαν μεγαλύτερο κίνδυνο. «Αναρίθμητοι είναι οι κακοποιοί που ληστεύουν τους διερχόμενους κατοίκους». (Πρέπει) « να ταξιδεύουμε πολλοί μαζί, καλά αρματωμένοι, γρήγορα και την ημέρα» γράφει ξένος περιηγητής . Αυτό ακριβώς είδαμε να λέει σε προηγούμενο κεφάλαιο και ο Γεράσιμος Τρουμπάτας.

Οι επιπτώσεις στην εμπορική κίνηση ήταν πολύ σοβαρές, ακρίβεια, πείνα και δυστυχία. Γι΄ αυτό, μετά την επανάσταση των Νεότουρκων, το 1908, επιτράπηκε και στους Χριστιανούς να φέρουν όπλα. Τότε καταργήθηκε το χαράτσι και το πανηγύρισαν όλοι οι Χριστιανοί και οι Σαγιαδινοί, φυσικά. Οι μαθητές του σχολείου παρέλασαν σ΄όλο το χωριό. Οι Έλληνες εξέλαβαν ως απελευθερωτές τους Νεότουρκους.

Αυτή η πανηγυρική στάση μας για την επικράτηση των Νεότουρκων επιβεβαιώνεται και από τους ιστορικούς. Στα «Άπαντα» του Σαλαμάγκα βρίσκουμε περιγραφές σκηνών που διαδραματίστηκαν τότε στα Γιάννινα. Γράφει: «Πολυάνθρωπα συλλαλητήρια χαράς και ξέφρενου ενθουσιασμού… Τούρκοι, Ρωμιοί, Οβραίοι, γινήκαμε αμέσως αδέρφια. Φιλιά, αγκαλές, ενθουσιασμοί. Είδαν τότε ένανπαππά να φιλιέται μ’ένα χότζα!1».

Ίσως κάποιοι από τους κινηματίες Νεότουρκους να ήταν ειλικρινείς στη στάση τους με τους Έλληνες. Όμως δεν ήταν έτσι, η σκλαβιά συνεχιζόταν.

 

Με τους κακοποιούς να καραδοκούν

Θα συνεχίσουμε, όμως, με το θέμα των κακοποιών στοιχείων που μάστιζαν τον τόπο. Ένα μικρό απόσπασμα από ιστορικό μυθιστόρημα του Χρήστου Σκανδάλη  θα μας βοηθήσει να μεταφερθούμε καλύτερα στην ατμόσφαιρα του καιρού εκείνου: Φτάνουν, λέει, με καράβι από την Κέρκυρα στη Σαγιάδα με προορισμό τα Γιάννενα: «Το δειλινό (όμως) κατάντησαν να κινήσουν από τη Σαγιάδα. Οι αγωγιάτες κιραντζήδες χασομέρισαν στο φόρτωμα. Στο δρόμο ένας καλόκαρδος και πονετικός κιρα-ντζής  του έδεσε (κάποιου Λάμπρου) το ντουρβά στη μούλα κι έτσι περπατούσε χωρίς το βάρος… Στο Φιλιάτι ξεπέζεψαν και ξεφόρτωσαν οι κιραντζήδες. Η νύχτα ήταν γλυκιά. Θα κάνουμε δρόμο ακόμα (έλεγαν). Οι χωριάτες όμως τους σταματήσανε.-Πού πατε, ορέ βλογημένοι! Δε μάθατε που οι Αρβανίτες Κουρτεσιώτες  και Μαζαρακιώτες κάνουνε κλεψιές! Θα χάσετε πραμάτειες και μουλάρια! Θα σας γδύσουνε!

Σταματήσανε στο Φιλιάτι. Οι χανιτζήδες δέσανε τα ζώα μέσα και βάλανε βίγλες. Πολυκοσμία στο χάνι ! Ο ένας πάνω στον άλλονε. Και να ΄θελε άνθρωπος να πλαγιάσει στη μάντρα δεν κόταγε. Θα τον ληστεύανε οι Αρβανίτες κλέφτες. Φουμάρανε, λέγανε σιακάδες , πίνανε ρακή όσο να γίνει η φασουλάδα.» Και παρακάτω γράφει : «Αδυνάτισε η ψυχή του ραγιά και σε πολλά χωριά οι Χριστιανοί τουρκεύουνε μπουλούκια-μπουλούκια! Να δεις πράματα που να σε πιάσει τρομάρα! Οι Χριστιανοί, μόλις σφίγγονται από τον τύραγνο, βγαίνουνε στις ραχούλες και “μπαχλατάνε” Αλλάχ! Αλλάχ!». Φαίνονται υπερβολικά αυτά εδώ, με βάση τα όσα είπαμε πιο πάνω. Δεν ήταν πολλοί οι Ρωμιοί που αλλαξοπιστούσαν, στο Τσάμικο τουλάχιστο. Έπειτα οι περισσότεροι απ΄ αυτούς δεν τούρκευαν στην πραγματικότητα. «Στα χωριά τους λέγονται Βασίλης ή Γιώργος και όταν παρουσιάζονται στους μπέηδες, Μεεμέτ ή Σουλεϋμάν»  . Παρέμεναν κρυπτοχριστιανοί ή ξαναγύριζαν στην πίστη τους μόλις περνούσε η μεγάλη πίεση (παρά τον τεράστιο κίνδυνο που διέτρεχαν, αν καταγγέλλονταν γι΄ αυτό). Απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι ο χριστιανικός πληθυσμός ήταν πάντα υπέρτερος του μωαμεθανικού και στη Θεσπρωτία. Ωστόσο, χωρίς καμιά αμφιβολία, χρειάζονταν αντοχή και παλικαριά για να αντισταθείς σ΄όλα αυτά και να μη λυγίσεις. Και οι Σαγιαδινοί, όπως φυσικά οι Πλαίσιοι και η συντριπτική πλειονότητα των Ρωμιών της Θεσπρωτίας, επέδειξαν αυτή την αντοχή και την παλικαριά.

Ζούσαν βέβαια με το φόβο στην καρδιά νύχτα-μέρα, περνούσαν λαχτάρες, φρόντιζαν να κρύβουν τα πραγματικά τους αισθήματα, που δεν μπορούσαν να είναι φιλικά προς τον Τούρκο. Προσποιούνταν συχνά το φίλο και τρωγόπιναν μαζί του, φορούσαν το φέσι, αλλά δεν τουρκεύανε. «Οι Σαγιαδινοί καλόπιαναν τους αγάδες», παραδέχεται ο Σκέντος. Δικαιολογημένα, θα λέγαμε, γιατί αυτοί δεν είχαν χριστιανικά χωριά γύρω τους. «Τούρκους» συναντούσαν σε κάθε τους βήμα και έπρεπε να τους υπολογίζουν, για να έχουν λιγότερα προβλήματα μαζί τους.

Η μακρόχρονη σκλαβιά είχε εθίσει τους Έλληνες στη μηχανορραφία, έγραψε ένας φιλέλληνας ιστορικός, ο William Miller, και δεν είχε άδικο. Τους έκανε πονηρούς και μηχανορράφους ο αγώνας για επιβίωση, εξέτρεφε συχνά και το ραγιαδισμό. Στα κατάβαθα της ψυχής των περισσοτέρων όμως σιγόκαιγε πάντα μια μικρή σπίθα ελπίδας για αποτίναξη του δυνάστη. Αυτή υποδαυλίζονταν φυσικά και από την ελεύθερη Ελλάδα που ζούσε, όπως είπαμε, με το όραμα του αλυτρωτισμού, τη “Μεγάλη Ιδέα”. Το επίσημο ελληνικό κράτος έδειχνε συχνά διστακτικό από πολιτική σκοπιμότητα. Οργανώσεις όμως και μεμονωμένοι αξιωματούχοι του κράτους ή απλοί άνθρωποι φλογίζονταν από το μεγάλο όραμα της απελευθέρωσης των υπόδουλων ακόμα Ελλήνων και αγωνίζονταν γι’αυτό.

 

Έρχεται το Ελληνικό!

Γενικά, εκτός από ένα μικρό αριθμό αλβανοφώνων και λίγων ρουμα-νιζόντων, οι x ριστιανοί της Ηπείρου είχαν αποκρυσταλλωμένη εθνική συνείδηση1. Αυτή φαίνεται να είναι η πραγματικότητα. Γι’αυτό και ομαδικοί εξισλαμισμοί γίνονταν σε κάποιες ορισμένες περιοχές και σε στιγμές πολύ δύσκολες, μετά κυρίως από ξεσηκωμούς, κάτι που τονίσαμε και παραπάνω.Στους χριστιανούς της Ηπείρου με αποκρυσταλλωμένη εθνική συνείδηση συγκαταλέγονταν και οι Σαγιαδινοί, παρόλο που περιτριγυρίζονταν από μωαμεθανικά χωριά. «Έλληνες και κατά τα ήθη και κατά την γλώσσαν» όπως μαρτυρεί και ο Ψαλίδας στο χωρίο που αναφέραμε.

Πολύ σπάνια Σαγιαδινοί ερχόταν σε επιμιξία με άλλο στοιχείο, ιδιαίτερα με αρβανίτικο ή βλάχικο. Στο χωριό δε μιλούσε ποτέ κανένας άλλη γλώσσα εκτός από την ελληνική . Εξάλλου πολλοί προέρχονταν από χριστιανικά χωριά που δεν τούρκεψαν. Περίμεναν με λαχτάρα να έρθει το Ελληνικό. Είναι χαρακτηριστικό το περιστατικό που αφηγήθηκε ο Σκέντος. Συνέβη τις ημέρες που περίμεναν το στρατό μας να ΄ρθεί απελευθερωτής στην Ήπειρο. Οι Τούρκοι, αγωνιώντας για τα τεκταινόμενα, είχαν αποφασίσει να επιστρατεύσουν και Χριστιανούς, για να αντιμετωπίσουν τα ελληνικά στρατεύματα. Φαντάζεται κανείς τι σήμαινε τις στιγμές εκείνες για τους Τούρκους κάθε ύποπτη κίνηση των Χριστιανών και προπαντός κάθε φανερή τους εχθρική εκδήλωση. Γράφει για τις μέρες εκείνες ξένη αυτόπτης μάρτυρας: «Όσο πλησιάζει το τέλος του, το θηρίο γίνεται πιο επικίνδυνο, πιο απάνθρωπο. Συλλήψεις, φυλακίσεις, λεηλασίες, βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη…το στρατοδικείο έστελνε αβασάνιστα ανθρώπους στην κρεμάλα ».

Και όμως, όπως βεβαιώνει ο Σκέντος, που ήταν τότε 12 χρονών και τα έζησε αυτά, ο Γρηγόρης Τσόγκας «δε λογάριαζε». Φυγόστρατος και γι΄αυτό επικίνδυνος για τον Τούρκο, είχε το μάνλιχερ  κρεμασμένο στον τοίχο του μαγαζιού του « στο φανό!». Όταν ένας αγάς από την Κονίσπολη, ο Αλιούση Τάκας, το είδε, είπε αυστηρά: -Ποιανού είναι αυτό εκεί; -Είναι του Γρηγόρη, του απαντούν.-Τι κάνει τούτος ορέ;Τούτος θα φέρει την Ελλάδα; -Τι να του κάνουμε αγά μου; δεν ακούει! δεν ακούει!

 Έφτακε η Ελλάδα! Βροντοφώναζε ο Γρηγόρης και στους ίδιους τους αγάδες, λέει ο Σκέντος.

Είναι αλήθεια, και πρέπει να το επαναλάβουμε ότι οι αγάδες της Κονίσπολης παρέμεναν πάντα φίλοι της Σαγιάδας (όχι χωρίς κάποια εξαίρεση, όπως γράφουμε αλλού). Δεν τους έκαμαν ποτέ κακό. Ούτε ο αγάς αυτός κατήγγειλε το γεγονός. Αυτό όμως δε μειώνει την αποκοτιά του Γρηγόρη, που θα τη δούμε σε πολλές άλλες περιπτώσεις.

Οι Κονισπολιάτες τις μεγάλες χριστιανικές γιορτές έρχονταν σε σπίτια Σαγιαδινών με δώρα, σαν φίλοι. Με λύπη ομολογεί ο αφηγητής μας, ότι εμείς “μετά το ελληνικό” δεν τους φερθήκαμε ανάλογα, και αφηγείται ένα περιστατικό για απαράδεκτη συμπεριφορά του τάγματός μας, το οποίο παρέμεινε κάποιο διάστημα μετά το ΄13 στην Κορυτσά και στην Κονίσπολη.Οι Σαγιαδινοί, όπως και οι άλλοι Ηπειρώτες, περίμεναν να δουν το όνειρό τους να πραγματοποιείται, να φτάσει η Ελλάδα και στον τόπο τους.